Ποιος ήταν ο πρώτος δίσκος που αγόρασες;
Σε βινύλιο, το «Live After Death» των Iron Maiden μόλις κυκλοφόρησε, στα τέλη του ’85. Είχαν προηγηθεί σε (γραμμένες) κασσέτες τα «Powerslave», «Piece of Mind» και ένα ελληνικό best των Scorpions. Όμως τίποτε δεν μπορούσε να προϊδεάσει έναν τότε δωδεκάχρονο για το σοκ του πρώτου βινυλίου. Ειδικά το συγκεκριμένο που είναι και υπερπαραγωγή: Διπλό gatefold, με δύο ένθετα με στίχους και ένα σκασμό φωτογραφίες, ήταν το οπτικό αντίστοιχο του παραδείσου. Μόνο πρόβλημα, γυρνώντας σπίτι, ήταν η πρόσβαση στο μοναδικό πικαπ του σπιτιού, στο σαλόνι, που ήταν απαγορευμένη λόγω επισκέψεων. Μέχρι να φύγουν οι καλεσμένοι, είχα μάθει απ’ έξω όλους τους στίχους και είχα απομνημονεύσει τις φωτό, ενώ είχα «ακούσει» ήδη καμιά δεκαριά φορές όλο το album στο μυαλό μου, κλεισμένος στο δωμάτιό μου. Τελικά, το real thing ήταν σαφώς καλύτερο… Θυμάμαι και τον δεύτερο δίσκο μου – ήταν το επίσης φρέσκο τότε «The Last Command» των W.A.S.P.
Τέλος, επειδή έτυχε να αποκτήσω και CD player πολύ νωρίς για τα ελληνικά δεδομένα, το 1989, εκεί έκανα σεφτέ με τριπλέτα: Τα δύο πρώτα του Yngwie Malmsteen, «Rising Force» και «Marching Out» και τη συλλογή «Stars on Thrash».

Ποιος είναι ο δίσκος που είσαι πιο συναισθηματικά δεμένος μαζί του και γιατί;
Όταν ανάγεις τη μουσική σε κάτι περισσότερο από απλή απασχόληση της ακοής σου, και ειδικά στην τρυφερή εφηβική ηλικία, είναι λογικό να δένεσαι με πολλά albums και να τα «παντρεύεις» με στιγμές. Θυμάμαι π.χ. να ακούω το «Proud Words On A Dusty Shelf» του Ken Hensley ή το ομώνυμο των Rage Against The Machine σε πολύ συγκεκριμένες φάσεις. Αλλά αυτό δεν είναι συναισθηματικό δέσιμο με το album, παρά μόνο η έμμεση προβολή του σε στιγμές τις οποίες ανακαλείς στο νου.
Ως δεσμό, κρατάω ψηλά τα βινύλια των «Reign In Blood» και «South of Heaven» των Slayer που μου είχε φέρει ο πατέρας μου, που δεν είναι μαζί μας εδώ και χρόνια, από την Αμερική στα τέλη του ’88. Πολύ αργότερα έμαθα πως αυτό το ταξίδι το είχε κάνει για πολύ σοβαρό ιατρικό λόγο, αλλά τα κακά, τότε, μαντάτα δεν τον πτόησαν από το να ψάξει και να φέρει την παραγγελία του γιού του για δώρο – και μάλιστα αρκετά προχωρημένο δώρο από πατέρα σε δεκαπεντάχρονο, εκείνη την εποχή.
Συναισθηματική φόρτιση επίσης όχι με τη μουσική, αλλά με την ιστορία της απόκτησής του, έχω και με το «Innocence Is No Excuse» των Saxon. Ήταν στα πρώτα πέντε βινύλια που απέκτησα και το πήρα με χρήματα που μου έδωσε μια ηλικιωμένη οικογενειακή φίλη, που έχει φύγει από τη ζωή εδώ και δεκαετίες, η οποία έχοντας μάθει για τη νέα μου τότε «τρέλα», όταν με είδε στο δρόμο έβγαλε και μου έδωσε 500 δραχμές στο χέρι για «να πάω να πάρω καμια πλάκα», όπως είπε επί λέξει – οι άνθρωποι αυτοί, μόνο πλάκες γραμμοφώνου ήξεραν για μουσική! Θυμάμαι ακριβώς τα λόγια της, 30 χρόνια μετά, καθώς ήταν μια γυναίκα χωρίς μεγάλη οικονομική επιφάνεια ή κάποια στενή σχέση μαζί μου (ανιψιός μιας καλής φίλης της ήμουν), η οποία παρόλα αυτά δε δίστασε να ανοίξει το πορτοφόλι της για να δώσει χαρά σε ένα δωδεκάχρονο με το νέο του χόμπι. Τη θυμάμαι αμυδρά ως πρόσωπο, αλλά ακόμη τη μνημονεύω με αγάπη για αυτή της την πράξη.

Υπάρχει κάποιος δίσκος που αγόρασες με μεγάλες προσδοκίες αλλά μόλις τον άκουσες ξεχάστηκε κάπου στη δισκοθήκη σου;
Προφανώς και ουκ ολίγοι (ποιός φώναξε «Ghost» εκεί στο βάθος; ), χωρίς πάντως να έχω κάποιο κραυγαλέο παράδειγμα που να θυμάμαι να έκλαψα τα λεφτά μου. Μάλλον δεν μου έχουν μείνει στο νου γιατί προτιμώ να βλέπω πάντα την αντίθετη, αισιόδοξη πλευρά – όπως τους δίσκους που έβαλα να ακούσω χωρίς καθόλου προσδοκίες και με κόλλησαν στον τοίχο! Και δε μιλάμε για τα παιδικά χρόνια που ανακαλύπταμε ακόμη τον ήχο και τη ζημιά που έπαθα ακούγοντας για πρώτη φορά το «British Steel», το «Ride The Lightning», ή το «Hail To England», π.χ., αλλά για μεταγενέστερα: Πολύ πρόχειρα, με ξάφνιασαν ευχάριστα το «Oceanborn» των Nightwish μόλις είχε βγει, πολύ πριν γίνουν μόδα οι ίδιοι ή το ιδίωμα, το «Advance and Vanquish» των 3 Inches of Blood και σίγουρα το «The August Engine» των Hammers of Misfortune με την τεράστια πρόοδο που είχαν από το «The Bastard» ντεμπούτο τους, που ήταν απλά καλό στα αυτιά μου.

Υπάρχουν album στη δισκοθήκη σου που δεν έχεις ακούσει ποτέ;
Δυστυχώς ναι, αν και το θεωρώ λογικό σε δισκοθήκες με σεβαστό όγκο. Ειδικά αν έχεις προβεί σε μαζικές αγορές «ευκαιριών» κτλ. σε παζάρια ή από το εξωτερικό ενώ χτίζεις τη δισκοθήκη σου, κάτι που όλοι έχουμε κάνει κατά καιρούς, συνυπολογίζοντας και τον ολοένα και λιγότερο ελεύθερο χρόνο. Έτσι, πάντα θα υπάρχει ένα υφέρπον άγχος μήπως έχεις θαμμένο κάποιο διαμάντι στη δισκοθήκη σου, ή αντίστοιχα μήπως δεν έδωσες αρκετές ευκαιρίες στα «albums της μίας ακρόασης» όπως έχω βαφτίσει μια άλλη μεγάλη κατηγορία της δισκοθήκης. Αλλά, είπαμε: Βλέπω πάντα την καλή πλευρά! Έτσι, οι φορές που θα ακούσεις από το πουθενά μια κομματάρα που δε γνωρίζεις και, ανατρέχοντας στη δισκοθήκη σου, βρεις το album εκεί να σε περιμένει υπομονετικά για χρόνια να το ανακαλύψεις, είναι πραγματικά ανεκτίμητες!

Ποια περίοδο της ζωής σου απόκτησες το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής σου;
Στα βινύλια απέκτησα τον κύριο όγκο την περίοδο από το 1985 έως τα τέλη των ’90s. Στα CDs, σταθερά από τις αρχές των ’90s μέχρι τώρα.

Υπήρξε στιγμή που έμεινες από λεφτά για να αποκτήσεις ένα album;
Ομολογώ πως δεν έχω κάποιο δακρύβρεχτο story συλλέκτη, τύπου «έμεινα τρεις μέρες νηστικός για να πάρω τον τάδε δίσκο». Παρόλο που, ειδικά έφηβος, το μεγαλύτερο κομμάτι του χαρτζηλικιού μου το έτρωγα στα δισκάδικα. Αλλά μου έχει μείνει μια φορά που έπρεπε να κάνω επιλογή λόγω περιορισμένου budget: Στο πάλαι ποτέ «Δισκάδικο της Αθηνάς», γύρω στο ’86-’87, είχα στην τσέπη 350 δραχμές και με αυτες μπορούσα να πάρω ή ένα επτάιντσο ή ένα χρωματιστό αθλητικό περικάρπιο Iron Maiden, ανάλογο με αυτά που φορούσε τότε ο Steve Harris. Να σημειωθεί πως για έναν δεκατετράχρονο, που μάλιστα έπαιζε φανατικά μπάσκετ, το δεύτερο ήταν μεγάλο δέλαρ, ακόμη καλύτερο και από t-shirt (είπαμε, eighties…). Τελικά, δεν ξέρω με ποιά αναλαμπή, διάλεξα το βινύλιο. Ευτυχώς: Ήταν η πρώτη έκδοση του «Animal (Fuck Like A Beast)» των W.A.S.P. από την MFN, που πλέον έχω και υπογεγραμμένο από τον Blackie.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο πόσο που έχεις ξοδέψει για ένα album;
Όχι μεγάλο. Εδώ να ξεκαθαρίσω πως δεν θεωρώ εαυτόν «συλλέκτη» με τη στενή έννοια του όρου. Ούτε τα νούμερα που φτάνω είναι τρελά για «συλλεκτικά» δεδομένα – έχω κάτι λιγότερο από 6.000 κομμάτια σε βινύλια και CD. Δεν αγοράζω π.χ. πολλαπλές εκδόσεις του ίδιου δίσκου για να έχω και «εκείνη την σπάνια έκδοση από τη Βιρμανία με τον Ozzy τυπωμένο πράσινο στο εξώφυλλο». Επίσης δεν ψάχνω ντε και καλά την πρώτη έκδοση και δεν θα τρέξω να αγοράσω τις remastered επανεκδόσεις σε albums που ήδη έχω, εκτός αν έχουν πραγματικά ενδιαφέρον bonus υλικό, ούτε θα δώσω τρελά λεφτά για ένα album. Επίσης, παρά το ότι είχα άφθονες ευκαιρίες να «αυξήσω» τη συλλεκτικότητα πολλών albums παίρνοντας αυτόγραφα των καλλιτεχνών πάνω σε αυτά, μέσω των συνεντεύξεων που έχω κάνει σχεδόν 15 χρόνια τώρα για το Metal Hammer, δεν το έκανα παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις – και αυτές ήταν για προσωπική ευχαρίστηση, όχι για να πάρει αξία ο δίσκος.
Για δίσκο δε θυμάμαι να έχω δώσει περισσότερα από 120-130 δολλάρια και αυτό ήταν για το πρώτο ΕΡ των Queensryche, στην πρώτη κοπή από την 206 Records, με υπογραφές και από τα πέντε μέλη, το οποίο είχα αγοράσει από την πρώην πρόεδρο του fan club τους σε μια μεγάλη πόλη των ΗΠΑ.

Αν έμενες από χρήματα θα πουλούσες κομμάτια τις δισκοθήκης σου;
Αν υπήρχε πραγματική ανάγκη φυσικά, χωρίς δεύτερη σκέψη ή δισταγμό. Αλλά απλά για να ικανοποιήσω άλλες καταναλωτικές ανάγκες, όχι.

Για ποιο album της δισκοθήκης σου είσαι περήφανος που έχεις;
Μουσικά, για οποιοδήποτε «ξεθάβω» μετά από καιρό και το ακούω με χαρά, ανεξάρτητα από το πότε κυκλοφόρησε. Σήμερα π.χ. αυτό ήταν το «Into The Mirror Black» των Sanctuary, προχθές το «Live And Dangerous» των Thin Lizzy, την προηγούμενη εβδομάδα το «Leviathan» των Mastodon και πριν κανα μήνα το «Mercenary» των Bolt Thrower.
Συλλεκτικά, έχω αρκετά κομμάτια, αλλά δεν τα αντιμετωπίζω ως «τρόπαια» που έχω μόνο εγώ και ελάχιστοι άλλοι. Αντίθετα, με ευχαριστούν περισσότερο εκείνα τα «collector’s items» που συνοδεύονται από ωραίες, ανθρώπινες ιστορίες απόκτησης τις οποίες κουβαλάω μαζί μου μεγαλώνοντας, ως σταθμους στο χρόνο. Π.χ. έχω το «Master of Puppets» στην πρώτη Ευρωπαϊκή έκδοση σε picture disc – μου το έφερε δώρο τότε κολλητός σε γυμνασιακό πάρτι το ’86, μόλις είχε κυκλοφορήσει, κι εγώ μάλιστα στράβωσα τότε γιατί αυτή η έκδοση δεν είχε το ένθετο με τους στίχους! Σε άλλη φάση, αλληλογραφούσα με έναν Ιάπωνα όταν έβγαζα fanzine στα early ’90s, ο οποίος κάποια στιγμή έκανε transit πτήση και θα ήταν κάποιες ώρες στην Αθήνα. Πήγα λοιπόν, τότε, στο Ανατολικό Αεροδρόμιο να τον δω από κοντά και αυτός για να με ευχαριστήσει που κατέβηκα να του κάνω παρέα, βγάζει ένα επτάιντσο του «Mirrors» των Blue Oyster Cult σε διάφανο βινύλιο και μου το κάνει δώρο!
Επίσης για το «No Dreams» fanzine μου, το 1991 οι Αμερικάνοι Bishop Steel αποφάσισαν, άγνωστο γιατί, να μου στείλουν το ΕΡ τους «Killing Asylum», αντί για κασσέτα σε βινύλιο, ένα από τα 300 μόλις κομμάτια που είχαν τυπώσει. Σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια μετά, το έχω δει να πουλιέται και πάνω από 500 ευρώ. Ακόμη, προ μερικών ετών πήρα από το eBay το βινύλιο «Justice for All» με τα demos των Solitude Aeturnus, σε πολύ νορμάλ τιμή, όχι πάνω από 15 ευρώ. Όταν ήρθε διαπίστωσα πως δεν ήταν ένα από τα 1.000 αντίτυπα που είχαν βγει στην αγορά, αλλά το νο. 6 από τα 7 συνολικά test pressings της έκδοσης, κάτι που ο πωλητής δεν είχε μπει στον κόπο να αναφέρει και πιθανά να μην είχε προσέξει καν!
Στα CD, ξεχωρίζω το ακυκλοφόρητο «Live Devastation» των Savatage (κυκλοφόρησαν μόνο τα promos από τη Metal Blade αλλά τελικά δε βγήκε ποτέ επίσημα, παρά μόνο σε άφθονα bootlegs) το οποίο μάλιστα από σπόντα το έχω… δύο φορές! Το είχα πετύχει το 2003 στο eBay τσάμπα, δέκα δολλάρια, από έναν τύπο που κάπως, κάπου είχε αποκτήσει ολόκληρη κούτα και τα σκότωνε χωρίς να έχει ιδέα τι είναι! Όταν έφτασε σε εμένα, διαπίστωσα πως μου είχε στείλει δύο αντίτυπα, τα οποία ήταν κολλημένα μεταξύ τους από το factory wrapping. Γνωρίζοντας την πραγματική τους αξία, του έστειλα ένα mail πως έκανε λάθος και να του στείλω πίσω το δεύτερο ή έστω να του το πληρώσω και ο θεούλης μου απάντησε «σε ευχαριστώ, δεν πειράζει, κράτα το δώρο»! Οπότε, πλέον έχω το ένα σφραγισμένο και το άλλο υπογεγραμμένο από τον Jon Oliva! Από τέτοια σκηνικά, ώρα και χώρο να έχουμε, να λέμε ιστορίες…
Αλλά πέρα από δίσκους, υπάρχουν και μερικά καλά «περιφερειακά» κομμάτια που με χαροποιεί η κατοχή τους. Σε βιβλία περί μουσικής π.χ., που έχω και μια λατρεία καθώς κοντεύω τους 100 τίτλους, είναι το «Run For Cover: The Art of Derek Riggs» του Martin Popoff, με αυτόγραφο από τον ίδιο τον Riggs, η βιογραφία «Am I Evil?» των Diamond Head με ιδιόχειρη αφιέρωση του Brian Tatler, η οποία κυκλοφόρησε το 2009 σε μόλις 500 αντίτυπα και πλέον αλλάζει χέρια για τριψήφια νούμερα, αλλά και η βιογραφία των Celtic Frost «Are You Morbid?» γραμμένη από τον ίδιο τον Warrior, που είναι out of print εδώ και χρόνια και επίσης πουλιέται πανάκριβα.
Από τα μουσικά DVD μου, ξεχωριστό είναι αυτό που διατέθηκε για τα 10 χρόνια από το θάνατο του Criss Oliva και περιλαμβάνει ένα 45λεπτο, σπάνιο live των Avatar (pre-Savatage) από το ’81 και υλικό από το memorial live show στη Florida. Έχοντας κάνει ένα άρθρο-tribute για τον αδικοχαμένο κιθαρίστα στο Metal Hammer, είχα έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους που το διοργάνωναν, οι οποίοι είχαν την καλωσύνη να μου το στείλουν ως ευχαριστήριο δώρο ενώ ήταν ήδη sold out. Τέλος, από τις εποχές του fanzine μου «No Dreams» υπάρχουν και μερικά demos τα οποία χαίρομαι ιδιαίτερα που κατέχω – Oliver Magnum «Drive By», Tramontane «Cast In Glass» ή το «Heart Of A Killer» των Winters Bane με τον Tim «Ripper» Owens, π.χ.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σου τα 5 album που δεν πρέπει να λείπουν από καμία rock/metal δισκοθήκη;
Ούτε με 500 δεν απαντιέται πλήρως αυτή η ερώτηση. Μόνο για σήμερα, και μόνο για metal, είναι τα «Number Of the Beast» – Iron Maiden, «Painkiller» – Judas Priest, «Master Of Puppets» – Metallica, «Heaven And Hell» – Black Sabbath, «Operation: Mindcrime» – Queensryche και, κλέβοντας, πάρε και για live το «No Sleep ‘Till Hammersmith» των Motorhead.

Αν σου ζητούσα να πετάξεις ένα album από τη συλλογή σου ποιο θα σου ερχόταν πρώτα στο μυαλό;
Κανένα. Ακόμη κι αν κάποια δεν τα ακούω ποτέ, αποτελούν μέρος του συνόλου που αγαπάω ως συλλογή. Μπορεί να τα χαρίσω, απεύχομαι να παραστεί ανάγκη να τα πουλήσω, όμως δεν έχω πρόθεση να πετάξω κάποιο από αυτά. Αν και η 15 μηνών κόρη μου μάλλον δεν έχει την ίδια άποψη με εμένα και επιβουλεύεται ήδη μερικά – από τα κάτω ράφια που φτάνουμε, για την ώρα, και βλέπουμε…

stefanosin2 stefanosin3 stefanosin4stefanosin5 stefanosin6 stefanosin7 stefanosin8 stefanosin9 stefanosin10
ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗΣ
Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.

Leave a Reply

  • (not be published)