Τριάντα χρόνια από τον αριθμό 7 των Iron Maiden

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Posted on Απρίλιος 11, 2018, 7:10 πμ
26 secs

Ο αριθμός επτά (7) είχε ανέκαθεν μια μυστικιστική αύρα, πέρα από το ότι θεωρείται εδώ και δεκαετίες ο πιο rock αριθμός εκεί έξω. Η σημειολογία του έχει να κάνει με το ότι θεωρείται ο αριθμός της τελειότητας, της ασφάλειας, της ξεκούρασης. Ο Ισαάκ Νεύτωνας όρισε τα επτά χρώματα του ουράνιου τόξου, επτά οι μέρες της εβδομάδας, επτά τα γράμματα στο ρωμαϊκό αριθμητικό σύστημα και φυσικά επτά οι νότες μιας τονικής σκάλας.

Από την άλλη, σε πολλές κουλτούρες ο εν λόγω αριθμός θεωρείται ότι φέρνει κακοτυχία. Δεν είναι λίγοι οι χαρτοπαίχτες που από το να τον αναφέρουν ονομαστικά τον αποκαλούν αντ’ αυτού ο «διάβολος». Ναι είναι σίγουρα ο πιο rock αριθμός εκεί έξω. Και ήταν το concept των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων που ενέπνευσε τους μεγάλους Iron Maiden ώστε να δημιουργήσουν την ιστορία του έβδομου studio album τους, του album που δικαίως στην πλειοψηφία των οπαδών θεωρείται ως το κορυφαίο των Λονδρέζων πρωτοπόρων.

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1987. Οι Maiden έχουν ολοκληρώσει από το Μάιο τη μεγαλειώδη περιοδεία για το πρωτοποριακό, για την εποχή και για τους ίδιους, «Somewhere In Time». Οι synth κιθάρες, τα φουτουριστικά θέματα, η sci-fi θεματολογία, έχουν ανεβάσει το επίπεδο της μπάντας, η οποία σε ένα ολοένα και πιο ανταγωνιστικό heavy metal περιβάλλον διανύει τον μοναχικό της δρόμο προς την κορυφή. Μπροστάρης σε όλο αυτό ο Adrian Smith και αυτό θα παίξει το ρόλο του όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Η μουσική κατεύθυνση του επόμενου δίσκου αποτελεί μονόδρομο, η μυστικιστική θεματολογία επίσης, και ο metal κόσμος περιμένει με κομμένη την ανάσα το επόμενο πόνημα της μπάντας που θα κυκλοφορήσει στο πρώτο μισό του 1988. Στο ενδιάμεσο ο Steve Harris μελετάει το Seventh Son του Orson Scott Card και συνειδητοποιεί πως θα επρόκειτο για την έβδομη studio κυκλοφορία της μπάντας του. Πίσω από το μεγαλεπίβολο τίτλο «Seventh Son Of A Seventh Son» λοιπόν, οι Maiden θα δώσουν σάρκα και οστά σε αυτό που έμελλε να είναι το πιο φιλόδοξο σχέδιο της, στο magnum opus του, στην κορυφαία στιγμή της καλύτερης μπάντας στον πλανήτη εκείνη τη στιγμή, της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα για το metal. Σε μια περίοδο όπου τα concept albums αποκτούσαν ολοένα και μεγαλύτερη δυναμική, με τον King Diamond και τους Queensryche του «Operation: Mindcrime» να μας δίνουν τα πιο γνωστά από αυτά, οι Iron Maiden μέσα στον δικό τους δημιουργικό οργασμό των 80s, κυκλοφορούν στις 11 Απριλίου του 1988 τη μοναδική αυτή για το heavy metal εποποιία.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή λαϊκή παράδοση, ο έβδομος γιος ενός έβδομου γιου είναι ένα άτομο με μαγικές ικανότητες. Ο έβδομος γιος θα πρέπει να είναι το τελευταίο παιδί μας σειράς αδερφών (όχι γυναικών) ενός πατέρα που επίσης ήταν έβδομος γιου κάποιου. Σύμφωνα με το μύθο, το εν λόγω άτομο έχει ικανότητες ίασης ενώ σε κάποιες χώρες όπως η πολύ πλούσια σε παραδόσεις και φολκλόρ Ιρλανδία, ο έβδομος γιος ενός έβδομου γιου μπορεί να προβλέψει και το μέλλον. Παρόλα αυτά και σύμφωνα με τις προκαταλήψεις, θα πέσει και θύμα μιας κατάρας η οποία θα τον μετατρέπει σταδιακά σε λυκάνθρωπο, συγκεκριμένα τον τύπο luison που προέρχεται κατευθείαν από τη μυθολογία της Νότιας Αμερικής και χωρών όπως η Ουρουγουάη και η Παραγουάη. Η τελευταία θα μας δώσει τη μυθολογία της φυλής των Guarani, με τον λυκάνθρωπο τους να είναι το έβδομο παιδί του Tau, ενός μοχθηρού αρχαίου πνεύματος και της Kerana, μιας θανάσιμης γυναίκας. Σε διάφορα κείμενα των Guarani είναι ακριβώς η παρομοίωση του λυκανθρώπου με τον Θεό του Θανάτου και την απίστευτα τρομακτική μορφή του που θα εμπνεύσει τους βασικούς στιχουργούς Harris και Dickinson να ασχοληθούν περισσότερο με τον εν λόγω concept και να το μετατρέψουν σε μουσικό έργο.

Με τη συμβολή λοιπών των στίχων αλλά και την κλάση του Adrian Smith, στον τελευταίο του για 11 ολόκληρα χρόνια δίσκο με το συγκρότημα, οι Maiden θα μας χαρίσουν ένα υπερπλήρες πακέτο οκτώ τραγουδιών που μέχρι σήμερα κοσμεί κάθε δισκοθήκη και φυσικά απαγορεύεται να λείπει από οποιαδήποτε rock (όχι απλά metal) συλλογή σέβεται τον εαυτό της και τον κάτοχο της. Το εισαγωγικό «Moonchild» θα ξεκινήσει με μια ακουστική αλά Jethro Tull απαγγελία του Dickinson για να εξελιχθεί σε μια καταιγίδα riffs με σωστή χρήση πλήκτρων και ένα φρενήρη ρυθμό, σε ένα τραγούδι που ευτυχώς θυμούνται οι Maiden μέχρι σήμερα στο setlist τους. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Το «Infinite Dreams» θα ξεκινήσει σε mid tempo ρυθμό για να εξελιχθεί σε ένα φοβερό εξάρι της εποχής, με εξαιρετικές μελωδίες και έναν Bruce να λέει «Help me to find my true self» με τον πιο πειστικό τρόπο. Το «Can I Play With Madness», «hit» του δίσκου με ένα πρωτοποριακό για την εποχή video clip, ενώ το «The Evil That Men Do» γράφει με χρυσά γράμματα το όνομα του σε κάθε Best Of συλλογή της μπάντας. Στη δεύτερη πλευρά δεσπόζει το ομώνυμο τραγούδι, ένα συγκλονιστικό δεκάλεπτο έπος σε prog ρυθμούς με καταιγιστικό τελείωμα, ενώ το «Prophecy» που ακολουθεί θα αδικηθεί καθώς αποτελεί ένα εξαιρετικό «σύγχρονο» Maiden τραγούδι που είχε την ατυχία να βρίσκεται ανάμεσα σε άλλους ογκόλιθους. Ο δίσκος κλείνει πανηγυρικά με το «Clairvoyant», όπου το μπάσο του Harris μας χαρίζει μία από τις πλέον αξιομνημόνευτες ερμηνείες, και το «Only The Good Die Young», έναν ύμνο που για κάποιο λόγο μέχρι σήμερα σου δίνει την αίσθηση πως έκλεινε κατά κάποιο τρόπο την πρώτη, τεράστια, και φυσικά καλύτερη περίοδο του τεράστιου αυτού group. Λίγο καιρό αργότερα αυτή η αίσθηση θα αποδεικνυόταν αληθής.

Οι Maiden ξανά στο δρόμο για άλλη μία τεράστια περιοδεία προώθησης δίσκου. Για πρώτη φορά το group θα επισκεφτεί τη χώρα μας την Τετάρτη στις 13 Σεπτεμβρίου του 1988, στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια. Η συναυλία έχει όλα τα κομφόρ των metal live της δεκαετίας του 80 στη χώρα μας, με ξέφρενους rockers που διψούσαν για ζωντανές εμφανίσεις, με εντάσεις και επεισόδια ενίοτε ποδοσφαιρικού χρώματος, καθώς και με τη θρυλική συνέντευξη του Steve Harris στη Σεμίνα Διγενή. Το τέλος της πρώτης περιόδου για το συγκρότημα συνέπεσε με την απαρχή μιας νέας πιο ώριμης μεταλλικής περιόδου για την Ελλάδα. Και μιλάμε για τέλος καθώς ήταν ο ίδιος άνθρωπος που έδωσε την επιθυμητή για την εποχή κατεύθυνση στο γκρουπ, ο Adrian Smith, ο οποίος σόκαρε την κοινή γνώμη με την αποχώρηση του λίγους μήνες αργότερα. Στα πρώτα στάδια προπαραγωγής του επόμενου album «No Prayer For The Dying» ήταν ξεκάθαρη η ηχητική κατεύθυνση του εν λόγω δίσκου, με ένα street attitude και πιο χύμα συνθέσεις να παίρνουν τη θέση των μεγαλεπίβολων συνθέσεων που είχαν προηγηθεί. O Smith το πάλεψε αλλά ήταν φανερό πως είχε «ξενερώσει» όπως θα λέγαμε στην καθομιλουμένη. Η συνέχεια γνωστή με τον ερχομό του Janick Gers, το πασίγνωστο «Fear Οf The Dark», την αποχώρηση του Dickinson και το διάλειμμα Bailey, όλα έκεινα τα γεγονότα που ζήσαμε ως έφηβοι metalheads μέχρι το reunion του 1999 όπου η φώτο των έξι αγκαλιά με τις μπύρες ανά χείρας, τολμώ να πω πως ήταν το απόλυτο φιλί της ζωής ώστε το metal να ξεφαντώσει ξανά από την αρχή, από το 2000 και έπειτα.

Είναι σίγουρα υποκειμενικό για το αν το «Seventh Son Of A Seventh Son» είναι το καλύτερο album των Iron Maiden παρόλο που η συντριπτική πλειοψηφία των οπαδών δείχνει να πιστεύει κάτι τέτοιο. Είναι δεδομένο όμως ότι πρόκειται για το πλέον κομβικό album τους, το album που σήμανε την αποχώρηση ενός εκ των βασικών διαμορφωτών του θρύλου τους, το album που έκλεισε με τον πλέον εμφατικό τρόπο την περίοδο της απόλυτης metal κυριαρχίας τους. Δεν υπάρχουν πολλά ακόμα να ειπωθούν, η βελόνα πέφτει πάνω στο ταλαιπωρημένο βινύλιο, και όπως σήμερα είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε τα τριαντάχρονα του δίσκου, γεροί να είμαστε να γιορτάσουμε τα 40 και τα 50 του. Up the Irons.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.