Έχει τη σημειολογία του το γεγονός ότι πολλά από τα αγαπημένα μας albums τριανταρίζουν μέσα στη δεκαετία που διανύουμε.

Είναι μια ένδειξη αφενός της διαχρονικότητας τους καθότι τα μνημονεύουμε μέχρι σήμερα κι αφετέρου της αιώνιας αναφοράς σε αυτή τη δεκαετία του 80, της οποίας η κοινωνική υπερβολή, ειδικά στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, κι ο τεράστιος όγκος κυκλοφοριών έθεσαν τις βάσεις για να έχουν όλες αυτές οι αγαπημένες μας μουσικές αγοραστικό κοινό μέχρι σήμερα. Πολλά από αυτά έχουν απλά τη στόφα του υπερκλασικού, άλλα αποτελούν σημαντικά turning points σε μουσικές καριέρες, ενώ υπάρχει κι η κατηγορία των albums που συνδυάζει τα δύο προαναφερθέντα χαρακτηριστικά.

Βρισκόμαστε κάπου στο 1984-85 και οι ανακατατάξεις στο στρατόπεδο των Whitesnake είναι πολλές και διάφορες. Σιγά σιγά η παλιοφρουρά των Bernie Marsden, Mel Galley και Mick Moody μας αφήνει. Μιλάμε για την κιθαριστική ομάδα με την οποία ο Coverdale καρφώθηκε μια και καλή στον Hard Rock χάρτη, ξεχωρίζοντας ως ο frontman των Whitesnake κι όχι απλά ο αντικαταστάτης του Ian Gillan στους Purple. Ο νέος axeman λοιπόν που θα σηκώσει το μεγάλο βάρος της προσαρμογής είναι ο John Sykes, με ένα αξιοσέβαστο βιογραφικό μέχρι τότε ως κιθαρίστας των εξαιρετικών NWOBHMers Tygers of Pan Tang (τσεκάρετε τα «Wild Cat» και «Spellbound» άμεσα) κι ως δίδυμο με τον Scott Gorham στο «Thunder & Lightning», το κύκνειο άσμα των πελώριων Thin Lizzy και το πλέον metal oriented album τους. Και μιλάμε για προσαρμογή καθώς η rock σκηνή βράζει, το εκ των blues ορμώμενο hard rock του «Slide it In» και των προηγούμενων albums των Snake δεν πείθει στην παρούσα συγκυρία, και καθώς η Μέκκα του rock και του metal είναι το Los Angeles πλέον, οι κανόνες του παιχνιδιού είναι συγκεκριμένοι.

Να κάνουμε μια παρένθεση εδώ και να πούμε πως στον πειρασμό της προσαρμογής στον LA ήχο πέσανε πολλοί, με αμφιλεγόμενα συνήθως αποτελέσματα. Το «Turbo» των Judas Priest, οι οποίοι βέβαια ήταν ήδη τεράστιοι στην Αμερική, είναι ένα πολύ καλό album του οποίου ο ήχος καλώς ή κακώς ξενίζει μέχρι σήμερα τους fans, ενώ στην περίπτωση των Saxon τα αποτελέσματα είναι πιο απογοητευτικά καθώς η αρμάδα από το Yorkshire που σάρωνε τα πάντα με το αλήτικο street heavy metal της, κυκλοφορεί δύο υπερεύπεπτους δίσκους, «Rock the Nations» και «Destiny», που δίπλα σε κάποιες καλές metal στιγμές βρίσκονται AOR τραγούδια Β’ Κατηγορίας, φανερά έξω από το στυλ του Biff Byford και των υπολοίπων. Ευτυχώς οι Saxon κατάλαβαν το λάθος τους και μετά με την έλευση του Nibbs Carter όλα πήραν το δρόμο τους, κλείνει η παρένθεση. Οι Whitesnake λοιπόν ήταν αυτοί των οποίων η προσαρμογή ήταν όχι απλά επιτυχής αλλά και έδωσε ένα album σταθμό, το πιο αγαπημένο πολλών οπαδών τους, το album που τους έκανε megastars, το album που έχει γεννήσει 3 τουλάχιστον τραγούδια που πιο κλασικά δε γίνεται, το album που από μόνο του θα μπορούσε να χαρακτηρίσει μια ολόκληρη δεκαετία.

Το album θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μεγάλο αναπαυτικό μαξιλάρι για το συγκρότημα. Ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία του που εδραίωσε τον Coverdale σαν έναν από τους ελάχιστους rock stars που ήταν ταυτόχρονα και πρότυπα ανδροπρέπειας.

1987 λοιπόν. Ο Coverdale μόλις έχει αναρρώσει από μια ρινική μόλυνση η οποία παραλίγο να του στοιχίσει την καριέρα του. Το ομώνυμο album «Whitesnake» κυκλοφορεί και παρασύρει τα πάντα στο πέρασμα του. Νο 2 στο Billboard, Νο 8 στα albums charts στην Αγγλία και 8 εκ. πωλήσεις. Επανακτελέσεις των ήδη κλασικών «Crying In The Rain» και «Here I Go Again», «Bad Boys», «Children Of The Night», «Give Me All Your Love» και σε κάθε περίπτωση έχουμε να κάνουμε με έναν αψεγάδιαστο δίσκο γεμάτο εθιστικά κλασικά τραγούδια και εξαιρετική απόδοση από μουσικούς και παραγωγό. Και φυσικά τα δύο αιώνια τραγούδια του album, η μπαλάντα «Is This Love» που αρχικά προοριζόταν για την Tina Turner, τραγούδι καταδικασμένο να ακούγεται μέχρι σήμερα από κόσμο και κοσμάκη, ορισμός της power μπαλάντας, και φυσικά το «Still Of The Night», αιώνιος rock ύμνος (No. 27 τραγούδι στη λίστα με τα καλύτερα όλων των εποχών του έγκριτου VH1) με το φοβερό βίντεο και τη συμμετοχή της μέλλουσας συζύγου του Coverdale της Tawny Kitaen, πρώην του μακαρίτη Robbin Crosby των Ratt και μετέπειτα παράνομη σύντροφο του γνωστού και μη εξαιρετέου για την πολύκροτη δίκη του OJ Simpson. Η κυκλοφορία του δίσκου είχε και τις ανακατατάξεις της καθώς το πρόβλημα υγείας του Coverdale εξάντλησαν την υπομονή του Sykes και ουσιαστικά έληξαν την όποια σχέση μεταξύ των δύο. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου προσελήφθησαν στις κιθάρες ο φέρελπις Ολλανδός Adrian Vanderberg και ο Vivian Campbell (πρώην Dio, νυν Def Leppard).

Τι ήταν λοιπόν το «Whitesnake» album? Προσωπικά καταλήγω στο ότι ήταν ένα ρίσκο που στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία καθώς το συγκρότημα αποφάσισε να αφήσει τη blues βάση και αισθητική στο έτσι κι αλλιώς ποιοτικότατο hard rock του και να εισχωρήσει σε άγνωστα για αυτό μονοπάτια όπου μπάντες οι GNR, οι Motley, οι Poison και οι Ratt είχαν ήδη γίνει φίρμες. Ο δίσκος είχε το ιδανικό πακέτο τραγουδιών, ντύθηκε με το glam περιτύλιγμα και συνδύασε με μεγάλη επιτυχία το ένδοξο παρελθόν της μπάντας με την τάση της εποχής. Καθώς τα 80s είχαν ήδη τις καθιερωμένες νόρμες τους όπως τις θέσπισε το arena rock των Journey και των Foreigner και η όλη glam φρενίτιδα του Los Angeles, το πολύ αγαπητό στα 70s και early 80s στυλ των πρώτων δίσκων των Whitesnake έφθινε στα αυτιά του μέσου ακροατή και η μπάντα όφειλε να προσαρμόσει τον ήχο της στη ραδιοφωνική τάση της εποχής. Το αποτέλεσμα όχι απλά δικαίωσε τον Coverdale αλλά οι Whitesnake κυκλοφόρησαν τον πιο heavy δίσκο της καριέρας τους, τον πλέον σημαντικό κι από πολλές απόψεις τη μεγαλύτερη στιγμή στην καριέρα του David. Σημαντικό ήταν επίσης το γεγονός ότι ο ήχος και το περιεχόμενο του album έβγαλε στο μέγιστο τον womanizer χαρακτήρα του Coverdale, χαρακτήρα που δυσκολεύτηκε να αναδυθεί τόσο μέσα στην σοβαρότητα και αγγλική αυστηρότητα των Deep Purple, όσο και στα δειλά πρώτα βήματα των Whitesnake που σίγουρα είχαν πιο love oriented προσανατολισμό αλλά είχαν σαφή περιθώρια βελτίωσης σ’αυτόν τον τομέα.

Το album θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μεγάλο αναπαυτικό μαξιλάρι για το συγκρότημα. Ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία του που εδραίωσε τον Coverdale σαν έναν από τους ελάχιστους rock stars που ήταν ταυτόχρονα και πρότυπα ανδροπρέπειας, ενώ το όνομα των Whitesnake είχε γραφτεί με χρυσά γράμματα στη βίβλο του rock και δε θα έβγαινε ποτέ από εκεί. Τα χρόνια που ακολούθησαν μπορεί να ήταν φτωχικά σε σχέση με το πλούσιο δραστήριο παρελθόν του group αλλά αυτό δεν είχε καμία ιδιαίτερη επίπτωση στη δημοτικότητα τους. «Slip Of The Tongue» δυο χρόνια αργότερα με τον βιρτουόζο Steve Vai στην κιθάρα, στο ίδιο στυλ με πολύ καλά τραγούδια και φοβερή επανεκτέλεση του «Fool For Your Loving», και το «Restless Heart» αρκετά χρόνια πιο μετά, ενώ έχει προηγηθεί και η συνεργασία του Coverdale με τον Jimmy Page. Συνεχείς κυκλοφορίες και συναυλίες στα 00s, ιδιαίτερη χαρά των fans στην Ελλάδα όπου τους είδαμε ουκ ολίγες φορές και παρόλο που το «Purple Album» απογοήτευσε σε μεγάλο βαθμό, δεν είναι ικανό το γεγονός αυτό να αφαιρέσει πλέον το ελάχιστο από τον μύθο τους.

Κι όλα αυτά χάρις στο «Whitesnake» album του 1987. Ναι, ήταν η μεγαλύτερη στιγμή τους.

Are you ready to rock? Children of the night…

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.