Μια συλλογή δέκα διηγημάτων με θέμα την εργασία. Δέκα διαφορετικές προσεγγίσεις σε δέκα διαφορετικά επαγγέλματα από τη μεριά του εργαζόμενου. Με μια προσέγγιση βαθιά ανθρώπινη, ξεγυμνωμένη από συνδικαλιστικά τσιτάτα και θεωρίες που άνθισαν με τον διαφωτισμό, ο Περούλης πεζογραφεί γύρω από την ουσιαστική αίσθηση της εργασίας. Τέμνει εις βάθος την καθημερινότητα, την ανάγκη για εργασία , γιατί αυτή αποτελεί πρώτα παράγοντα επιβίωσης αλλά και διαβίωσης και μετά μια ακόμη συνήθεια, μια νόρμα παραγωγής προσαρμοσμένη στην κοινωνική συνθήκη και σε άλλες χώρες δικαίωμα, που αποτελεί η εργασία.

Οι ήρωες και ηρωίδες καλύπτουν όλα τα ταξικά στρώματα, όλες τις κοινωνικές ομάδες. Από τον εργάτη του τρύγου, τον παράνομο αλλοδαπό που βοηθά και υφίσταται τον ρατσισμό των Αλβανών που έχουν εξομοιωθεί και αφομοιωθεί από την Ελληνική ύπαιθρο. Ο Έλληνας εργοδότης, που είναι πια τεχνοκράτης στον τρύγο, παρατηρεί τα μετεωρολογικά δελτία και η πληροφορία για την επερχόμενη αλλαγή του καιρού αποκτά αξία χρηματιστηρίου, αφού το κέρδος περιορίζεται σε μερικά λεπτά, ανάλογα με την προσφορά και την ζήτηση και η αξιολόγηση της πληροφορίας, για την επερχόμενη βροχή, μαζί με την ταχύτητα στον τρύγο, έχουν αντικαταστήσει μια ολόκληρη χρονιά προσπάθειας στο αμπέλι. Οι λεπτές γραμμές συμπεριφοράς, των Αλβανών βοηθών στον Έλληνα ιδιοκτήτη και στον Πακιστανό που θα ολοκληρώσει την ομάδα συλλογής, δίνουν την γκρίζα εικόνα της Ελλάδας, που ακροβατεί ανάμεσα στην Μανωλάδα και το χρηματιστήριο.

Η ηθοποιός στο «Βέακειο», ο ρόλος, η απώλεια της προσωπικότητας της ηθοποιού στον ρόλο. Οι ακροάσεις, η ανάγκη να επιβιώσει στον κόσμο των συντεχνιών και των γνωριμιών, καταρρίπτουν ένα χώρο προ πολλού αλωμένο από την είσοδο της διαφήμισης, του χρήματος και της υπερπροσφοράς που μαζί με τις δημόσιες σχέσεις κάνει τον ηθοποιό, πιόνι στο άρμα των γνωστών δημοσιοσχετιστών ή των «κουλτουριάρηδων».

Το «Κάπιταλ» είναι ένα ακόμα δείγμα πραγματικά δυναμικής γραφής, με την ιστορία μέσα στην ιστορία. Ο κεντρικός ήρωας διψά για κέρδος, αξιοποιώντας την τεχνολογία και το χρηματιστήριο, ένας εκπαιδευόμενος σε εικονικό στίβο μάχης, για να καταταχτεί μόλις ολοκληρώσει την εκπαίδευση του στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο Περούλης αποδίδει πολύ πειστικά, την κάψα του τζόγου, τις διακυμάνσεις του κέρδους και της χασούρας, τον μοντέρνο τζογαδόρο, που ζει και αναπνέει για να κερδίζει ή χάνει με εικονικό χρήμα, αέρα, που τελικά υλοποιείται κάνοντας περιουσίες ή καταστρέφοντας, όταν  τα πάντα γίνουν χρήμα. Μια διαφορετική καλοκαιρινή δουλειά, που προσπαθεί να αποδείξει την υπεραξία της εργασίας σε ένα νέο της ηλεκτρονικής εποχής, αντί να τον στείλει στο σουβλατζίδικο της γειτονιάς, για να «μάθει πώς βγαίνει το χρήμα», ένας ακόμα εθισμός.

Στο «υπηρεσιακό» δύο μέλη των Μ.Α.Τ μιλάνε για τη ζωή πίσω και πέρα από τις ασπίδες. Τον φόβο μπροστά στη φωτιά της βόμβας μολότοφ. Την αδυναμία να προστατευθούν με τις άνωθεν εντολές να τους αναγκάζουν παρακολουθούν τις επιθέσεις εις βάρος τους, δίχως αντίδραση, την οργή, τον θυμό, την απογοήτευση, τα χαμένα όνειρα, για προσφορά, την απέχθεια της αστυνόμευσης, την απομόνωση αλλά και την αίσθηση της εξουσίας και της κατάχρησης της. Όλα αυτά σε ένα βροχερό ξημέρωμα στο λιμάνι του Πειραιά. Ένα διήγημα, ανθρώπινο, που αλλάζει εντυπώσεις, για όσους δεν έχουν γνωστούς που να υπηρετούν σε τέτοιες θέσεις.

Οι «στημένοι» διαγωνισμοί των δημοσίων έργων στα «Μπετά», απομεινάρι άλλων εποχών, με γλώσσα της πιάτσας και άρωμα  διαφθοράς. Ο ναυτικός που δεν θα πάρει ποτέ σύνταξη με την αιώνια αγάπη στη θάλασσα στο «Στη γέφυρα». Τα «Αστικά» με τα δικαστήρια της Ευελπίδων, την αγωνία της δίκης, τις μικρές λεπτομέρειες που μπορεί να κερδίσουν ή να χάσουν μια δίκη. Ζωντανό, ρεαλιστικό, με φανερή την προσωπική εμπειρία του συγγραφέα, μιλά για την ένταση ,το άγχος και την απογοήτευση ή χαρά του δικηγόρου, τις συναντήσεις των διαδίκων και τους κώδικες τιμής, τους συμβιβασμούς και τις συγκρούσεις. Ίσως το πιο δυνατό και καλοδουλεμένο διήγημα του βιβλίου, που θα ήταν καλό να διαβάζουν οι υποψήφιοι της τρίτης Δέσμης πριν διαλέξουν τη Νομική σχολή. Αποκαθηλώνει το Νόμο και τον εξανθρωπίζει σε ένα συνονθύλευμα λεπτομερειών που αλλοιώνουν ή  ξεκαθαρίζουν την αλήθεια προς όφελος ενός εκ των δύο διαδίκων ,σπάνια όμως προς όφελος της πραγματικής δικαιοσύνης.

Η ανδρική πορνεία στο «Στα τέσσερα» απομυθοποιείται. Γίνεται ένα ακόμα επάγγελμα με τα άγχη του, τα βοηθήματα του, τις προφάσεις και τις αντιφάσεις του. Ο κεντρικός ήρωας επαγγελματίας συνοδός κυρίων και ζευγαριών, δουλεύει σε όλη την Ελλάδα μέσω τεχνολογίας. Προσπαθεί να κρατά το προϊόν σε καλή κατάσταση, να μην χαρίζει ούτε φωτογραφία σε τσαμπατζήδες που ψάχνουν έστω και για λίγη εικονική ικανοποίηση. Παίρνει Βιάγκρα για να παραμένει σε στύση και μαζεύει τα χρήματα σαν εργατικό μυρμήγκι. Αποστασιοποιημένος, ψυχολογεί τους πελάτες για να πάρει καλή βαθμολογία στην ιστοσελίδα που διαφημίζεται και επιπλέον φιλοδώρημα. Μια ζωή σε ένα αέναο κύκλο κίνησης, αναζήτησης, προσφοράς ηδονής, πληρωμής, αποζημίωσης με θετικά σχόλια, για να έρθει ο επόμενος πελάτης. Στεγνό από συναίσθημα, αλλά ζωντανό διήγημα, σαν την σεξουαλική πράξη του κεντρικού ήρωα. Εμπεριέχει μια μικρή αναφορά στην έρευνα του συγγραφέα για το αντικείμενο με αρκετό αυτοσαρκασμό.

Το τελευταίο διήγημα με τίτλο «Στο Λοιμωδών» αποτελεί μια ωραία νοηματική  συνέχεια του προηγούμενου. Εδώ ήρωας δεν είναι ο εργαζόμενος στο Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης αλλά οι εποχιακοί ασθενείς. Η εισαγωγή με την ιστορία του Νοσοκομείου και τα κοινωνικοπολιτικά σχόλια για την χήρα του ευεργέτη και την συγκομιδή αφροδισίων από τους Έλληνες στρατιώτες στου Βαλκανικούς και τον Α’ΠΠ ως προϊόντα συνεύρεσης στα διάφορα πορνεία αλλά και «δώρο» βιασμών που έκαναν, δημιουργεί μια «εξυπνακίστικη» ατμόσφαιρα, γιατί η ανάγνωση της κάθε πράξης στην ιστορία είναι υποκειμενική.

Στον προθάλαμο των ιατρείων, η πόρνη με τα χαρακτηριστικά του Ανατολικού μπλοκ, ο κεντρικός ήρωας που την εποφθαλμιά έστω και ασυνείδητα ως ωραία γυναίκα. Ο συνεσταλμένος Πακιστανός, ο αστός μεσήλικας κύριος, ο κεντρικός ήρωας με την μόλυνση του ουροποιητικού, πιθανώς κάποια βλεννόρροια, από τα χαρακτηριστικά ή ίσως ουρηθρίτιδα, που ανατέμνοντας τον ιστό της μικρής κοινωνίας της αναμονής του Λοιμωδών, μελετά ενδελεχώς την «εισαγόμενη» πόρνη. Εκπλήσσεται από την σεμνή στην εμφάνιση εγχώρια. Φιλοσοφεί ανάμεσα στο τι επιτρέπεται να κάνει η σύζυγος, φίλη σε σχέση με την εκδιδόμενη για χρήματα, που υπακούει στους κανόνες  της  «Επέκτασης του πεδίου της πάλης» χωρίς όμως το συναισθηματικό τίμημα που αποτελεί την ουσιαστική πληρωμή για τον άνδρα σε μια σχέση. Αισθάνεται ανωτερότητα λόγω της «Πανεπιστημιακής» μόρφωσης, που λειτουργεί ως εφαλτήριο αλλά και βοήθημα για να «ρίξει» σε μια επόμενη κίνηση τις «υποδεέστερες» στην λογική του εκδιδόμενες. Ρατσιστής, με «αριστερές» αρχές, μοιάζει σαν ψάρι έξω από το νερό, όταν κολυμπά στην θάλασσα της αίθουσας της αναμονής που ο Μαρξ, ο Ενγκελς, ο Ρουσό έχουν αντικατασταθεί  στον υπέρτατο βαθμό από τον Δαρβίνο.

Ο σχολιασμός του Πακιστανού που πηγαίνει σε πόρνες, γιατί ο δικές τους γυναίκες έχουν ηθική και δεν κάνουν τέτοια πράγματα… Ο θυμός και η έκρηξη της πόρνης, που αντιλαμβάνεται τον Μουσουλμανικό φανταμενταλισμό στο κορμί της και την άρνηση της ανθρώπινης ιδιότητας της στον κόσμο του Ισλάμ. Ο νεαρός από τις Δυτικές συνοικίες  εν δυνάμει « άνεργος» με κακόγουστο κινητό, που την θέτει μαζί  υπό την προστασία του, με τον σουγιά, από τον Πακιστανό. Ο αμήχανος και μόνιμα δίχως θέση κεντρικός ήρωας. Δένουν με τον καλοβαλμένο ηλικιωμένο που προτιμά το Λοιμωδών λόγω εμπειρίας αν και έχει την άνεση για καλύτερη περίθαλψη. Ο ρατσισμός και η μισαλλοδοξία του Μουσουλμάνου, ο φόβος και η επιθετικότητα του «ρατσιστή» κατά τον κεντρικό ήρωα, νεαρού από τις Δυτικές συνοικίες, η απάθεια και η έλλειψη τοποθέτησης από τον ίδιο και τον αστό ηλικιωμένο.

Μια ξεκάθαρη αναφορά στην έλλειψη δράσης και κριτικής στάσης απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα της Ελληνικής κοινωνίας, από όσους έχουν την δυναμική να ξεχωρίζουν κίνητρα και αίτια από το αιτιατό. Η Ελλάδα του φόβου, παραδομένη στην ασθένεια, σε ένα προθάλαμο αναμονής ενός κτιρίου ευεργετήματος από εποχές που υπήρχαν ευεργέτες με την όποια κοινωνική συνείδηση. Η σήψη και η φθορά της Ελληνικής κοινωνίας, η εύκολη κριτική στον άλλο, για το επάγγελμα ,το χρώμα,  την κοινωνική τάξη του,  συγκεντρωμένα σε μερικές σελίδες. Η εξέταση θα αφήσει τον κεντρικό ήρωα με τις κοινωνιολογικές θεωρίες του μακριά από τη σκέψη του, καθώς ο πόνος της μπατονέτας  συλλογής δείγματος, στην ουρήθρα θα του υπενθυμίσει, την ανθρώπινη ύπαρξη του. Πίσω από τις κλειστές πόρτες των εξεταστηρίων, όλοι είναι ίσοι μπροστά στον θεράποντα ιατρό. Όμως η γυναίκα παραμένει αντικείμενο εκμετάλλευσης στον προθάλαμο, από προοδευτικούς, αστούς και μουσουλμάνους, γιατί η χειραφέτηση μένει μακριά από τις κατευθυντήριες γραμμές , όταν επεμβαίνει το φύλο. Ίσως μαζί μετά τα «Αστικά» το πιο δυνατό διήγημα, που αποκαλύπτει και αρκετά πράγματα για τις απόψεις του συγγραφέα για το σήμερα.

Δέκα διηγήματα για τον «κοινωνικό αυτοματισμό», μέσα από την εφαρμογή του στο επαγγελματικό πεδίο. Δέκα περιγραφές , άλλες εκτενείς άλλες σύντομες, που διεγείρουν κοινωνικά αντανακλαστικά, προκαλούν σκέψη και σε βυθίζουν σε πραγματικότητες, που ακόμη και να θες να απωθήσεις σε περιβάλλουν. Γραφή, δομημένη, λιτή, εστιασμένη και ένα βιβλίο που σε προκαλεί να το διαβάσεις και να σκεφτείς.

Ακούγεται συνοδεία του “Dark side of the Moon” (Pink Floyd)

Γεννημένος τo 1968, ο Στέλιος Μπασμπαγιάννης, διαφωνεί με όλους. Όσους έχουν άποψη ,που δεν είναι η δική του και όσους δεν έχουν, γιατί δεν ασπάζονται τη δική του. Ασχολείται εδώ και χρόνια με την τέχνη της προώθησης θεραπευτικών ουσιών. Παράλληλα ασχολείται με την ευγενή τέχνη της μουσικής, ως συντάκτης σε διάφορα μέσα από το 1986. Το βιβλίο είναι η άλλη του μεγάλη αγάπη, που του επιτρέπει το ταξίδι ακόμη και ελλείψει χρημάτων. Πολιτικά ακραίος αντιπαθεί τη διαφθορά της αστικής δημοκρατίας, τον λαϊκισμό των Ελλήνων και τον υποκριτικό χαρακτήρα τους. Αν ήταν ζώο (κάποιοι λένε ότι είναι ) θα ήταν λύκος.