Ακούσαμε από την αρχή την δισκογραφία των Riot προσπαθώντας να ιεραρχήσουμε τις προτιμήσεις μας

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Posted on Οκτώβριος 31, 2017, 8:00 πμ
3 mins

Θα επισκεφτούν τη χώρα μας για μια ακόμη φορά στα τέλη της χρονιάς ενώ κάποιοι από μας, ακόμα προσπαθούμε να συνέλθουμε από την τελευταία φορά που τους είδαμε ζωντανά το 2014. Σε όλα τα poll για τις πιο αδικημένες μπάντες, οι Riot θα βρίσκονται σίγουρα μέσα στις τρεις πρώτες θέσεις. Η metal κολλεκτίβα με μπροστάρη τον Mark Reale κατάφερε και έχτισε ένα μεγάλο fan base, ειδικά σε χώρες όπως η Ιαπωνία, αν και δεν γνώρισε την επιτυχία που σύμφωνα με τους περισσότερους από εμάς, θα άξιζε. Ο Reale έφυγε πριν μερικά χρόνια από τη ζωή, νικημένος από τη Νόσο του Chron, αλλά οι πρώην συνοδοιπόροι του είναι ακόμα εδώ να μας χαρίζουν ποιοτικότατο metal στα χνάρια του πρώην φίλου και συνεργάτη τους ο οποίος αθόρυβα, με οδηγό το ήθος, την έμπνευση και την ακούραστη δουλειά του, μας έδωσε κάμποσους ύμνους που σιγοτραγουδάμε μέχρι σήμερα ενθυμούμενοι αυτόν τον μεγάλο metal ήρωα. Πάμε λοιπόν για μια ανασκόπηση της δισκογραφίας των Riot με την αντίστοιχη κατάταξη.

Οι Riot δεν έχουν κακό δίσκο. Ίσα ίσα όλοι οι δίσκοι τους περνάνε άνετα το μέσο όρο. Η λίστα που ακολουθεί είναι καθαρά προσωπική. Προσφέρεται για συζήτηση και μόνο. Δε χρειάζεται να τα βρούμε, απλά να απολαύσουμε τη μουσική. Στο κάτω κάτω κι ο Mark αυτό θα ήθελε, κι ας μην προλάβαμε να τον γνωρίσουμε κάποιοι.

Army of One (2006)
4 χρόνια μετά το τελευταίο τους album, οι Riot στρατολογούν τον Frank Gilchriest (Virgin Steele) στα τύμπανα έτσι ώστε να δώσουν μια πιο power ώθηση στο υλικό τους, κάτι που γίνεται σε μεγάλο βαθμό όπως φαίνεται από το τελικό αποτέλεσμα. To “Army of One” είναι ένα μεστό, ώριμο album που θα μπορούσε να τοποθετηθεί ηχητικά και χρονικά κάπου ανάμεσα στα “NightBreaker” και “Brethren of the Long House”, χωρίς φυσικά το χειμαρρώδη χαρακτήρα του Jarzombek περισσότερο και του John Macaluso λιγότερο. Power ξεσπάσματα, δίκασες εκεί που χρειάζεται κι ένας Mike DiMeo, ώριμος όπως τον αγαπήσαμε. Το album όμως πάσχει στο πιο σημαντικό. Δε θα μας δώσει κανένα κλασικό κομμάτι, δεν έχει το μαγικό εκείνο άγγιγμα που είχαν προηγούμενοι δίσκοι και τα τραγούδια των Νεουρκέζων. Ευχάριστο άκουσμα σε κάθε περίπτωση και απαραίτητο για κάθε Riot συλλέκτη.

Sons of Society (1999)
Έχοντας πάρει φόρα από το φοβερό “Inishmore”, οι Riot θα κυκλοφορήσουν έναν ακόμα δίσκο, δίνοντας φανερά περισσότερο βάση στη μελωδία σε αντίθεση με την ταχύτητα και την «riffo-μηχανική». Χωρίς να λείπουν τα ξεσπάσματα όπως το πολύ καλό “Dragonfire”, το album θα κυμανθεί σε mid-tempo καταστάσεις με έμφαση στις lead κιθάρες και τις δισολίες των Reale και Flyntz που μετά από τόσα χρόνια δείχνουν να έχουν στήσει μια εξαιρετική χημεία. Θα ξεχωρίσουν τα “Twist of Fate”, “The Law”, “Time to Bleed” και “Dragonfire” όπως προείπαμε, με τον υπόλοιπο δίσκο να δείχνει «αγχωμένος» ώστε να ξεφύγει από το μοτίβο των προηγούμενων κυκλοφοριών του group. Σε καμία περίπτωση κακό άκουσμα, αλλά δείχνει ότι οι Riot έβαλαν ένα στοίχημα με τον εαυτό τους το οποίο και μάλλον έχασαν.

Unleash the Fire (2014)
Οι πρώτες ακροάσεις φέρνουν δάκρυα στα μάτια καθώς δε θα περίμενες να ακούσεις κάτι που θυμίζει φανερά Mark Reale δύο χρόνια μετά το θάνατο του. Ο Flyntz κι ο Van Stavern βάζουν μπροστά τους Riot V τιμώντας τον πρώην συνοδοιπόρο τους και βγάζουν έναν δίσκο αξιοπρεπέστατο έως πολύ καλό, ο οποίος θα μας χαρίσει διάφορα καλούδια. Αφενός θα κάνει γνωστό σε όσους δεν ήξεραν τον Todd Michael Hall, ένα από τα καλύτερα λαρύγγια της δεκαετίας μας, αφετέρου θα μας δώσει τουλάχιστον δυο τρεις ύμνους, με τα “Metal Warrior” και ειδικά το “Take Me Back” να μπορούν άνετα πλέον να βρουν το δρόμο τους σε έναν κατάλογο με τις μεγάλες επιτυχίες του group. Ναι ο Mark λείπει αλλά το πνεύμα του, τα riffs, η φώκια, οι στίχοι, τα φωνητικά, η ποιότητα των Riot είναι εδώ. Και μακάρι να είναι για πολύ ακόμα.

Through the Storm (2002)
Μετά λοιπόν τις μέτριες καταστάσεις του “Sons of Society” κι ενώ ο Bobby Jarzombek έχει αποχωρήσει, οι Riot κάνουν μια παράτολμη κίνηση προσλαμβάνοντας τον hard rock βετεράνο Bobby Rondinelli στα τύμπανα, γνωστό από τη θητεία του στους Rainbow. Κι όμως αυτή η κίνηση θα οδηγήσει σε έναν από τους πλέον μεστούς και ώριμους δίσκους που έβγαλε ποτέ το συγκρότημα, παρόλο που είναι μακριά από το σπινταριστό χύμα παρελθόν τους. Με ήχο και συνθέσεις που ακροβατούν ανάμεσα στο classic rock και το παραδοσιακό heavy metal, το “Through the Storm” θα μας χαρίσει κάποια πανέμορφα τραγούδια όπως το ομώνυμο και το “Lost Inside This World”, ενώ τολμώ να πω πως έχουμε μία από τις top three ερμηνείες του Mike DiMeo σε δίσκο, Riot ή μη. Το “Through the Storm” κέρδισε το στοίχημα και μας αρέσει πολύ. Όπως κι αν ακούγεται.

Immortal Soul (2011)
Παρελθοντολογίας συνέχεια και ξαφνικά μαθαίνουμε πως έχουν επιστρέψει οι Van Stavern, Tony Moore και Jarzombek, κοινώς η σύνθεση του “Thundersteel”. Ο μισός κόσμος έχει αρχίσει να ξερογλύφεται ενώ ο άλλος μισός είναι επιφυλακτικός. Το αποτέλεσμα πάει την καρδιά όλων στη θέση της και είμαστε μάρτυρες μιας θριαμβευτικής επιστροφής, με τραγούδια όπως τα “Wings are for Angels”, “Whiskey Man” και το συγκινητικό “Still your Man” να παίρνει τη θέση του Johnny’s Back. Χωρίς φυσικά να φτάνει τα επίπεδα του “Thundersteel” (δε γίνονται αυτά τα πράγματα), οι Riot είναι σε μεγάλα κέφια και περνάνε άνετα το όριο του πολύ καλού album, με έναν Tony Moore που πραγματικά μας είχε λείψει και να θυμίζει με τη φωνή του γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ από τους οπαδούς του group. Δίσκος ετεροχρονισμένος, αν έγραφε 1989 αντί για 2011 ποιος ξέρει τι θα λέγαμε σήμερα..

Nightbreaker (1993)
Πάνω στην αλλαγή του μουσικού χάρτη με το grunge να μεσουρανεί, η μεταλλική κοινότητα αναμένει να δει το επόμενο βήμα μιας μπάντας που πρόσφατα επανασυνδέθηκε βάζοντας εξαιρετικές βάσεις για το μέλλον. Οι Riot δεν απογοητεύουν καθώς το “Nightbreaker” ακολουθεί κατά πόδας τις δύο προηγούμενες κυκλοφορίες του group, με τον Reale να συνθέτει κάποια εξαιρετικά riffs και συνθέσεις και τον Jarzombek απελευθερωμένο πλέον να δίνει το κάτι παραπάνω στις συνθέσεις. Τέλος, παρουσιάζεται στο ευρύ κοινό ο Mike DiMeo, ένας τραγουδιστής που κάθισε όσο κανείς πίσω από το μικρόφωνο των Riot, αποδίδοντας πολύ καλά τόσο το παλιό όσο και το νέο υλικό των Riot, με το γρέζι και την μεστή φωνή του, γεγονός που έδωσε μεγάλη ώθηση στον Reale να συνθέσει εξαιρετικά τα επόμενα χρόνια.

Inishmore (1998)
Κι όταν μιλάμε για εξαιρετικό υλικό, αναφερόμαστε εκτός των άλλων και στο πάρα πολύ καλό “Inishmore” του 1998, ένα δίσκο οδοστρωτήρα που ακούγεται σαν μια έκδοση των Riot της δεύτερης φάσης σε συνδυασμό με τις καλύτερες στιγμές των Rainbow της μετά-Dio εποχής. Η σύνθεση έχει δέσει, η συγκυρία είναι ιδανική καθώς το κλασικό heavy metal δείχνει να επιστρέφει μετά το διάλειμμα των mid-90s, κι έτσι ο Reale συνθέτει κάποιες από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του με τα “Angel Eyes”, “nishmore” (Forsaken Heart) και τον κεραυνό “Cry for the Dying” να ξεχωρίζουν, χωρίς φυσικά τα υπόλοιπα τραγούδια να υστερούν σε ποιότητα. Ένα ιδανικό κλείσιμο της δεκαετίας για τους Riot με έναν δίσκο που τους καθιέρωσε ανάμεσα στους metal πιονέρους καθώς πλέον καμιά μουσική μόδα δε φαινόταν να επηρέαζε ούτε το στιλ τους αλλά ούτε και τη δυναμική τους.

Narita (1979)
Δεύτερο album για την πεντάδα από το Brooklyn και για μια ακόμη φορά όπως και στο ντεμπούτο τους οι Riot φαντάζουν ως το ιδανικό μεταίχμιο για το hard rock των 70s και το heavy metal όπως αυτό διαμορφώθηκε στα early 80s. Καταιγιστικό hard heavy με πολλά γκάζια, δυναμικές κιθάρες και ευφάνταστα solo, ενώ η φωνή του μακαρίτη Guy Speranza στέκει αγέρωχη τραγουδώντας κάποιες από τις καλύτερες μελωδίες του Reale. Όλα τα τραγούδια στέκονται πολύ πάνω από το μέσο όρο, αλλά ο οδοστρωτήρας “Road Racin” θα γίνει ίσως το σήμα κατατεθέν της πρώτης περιόδου της μπάντας, κλείνοντας μέχρι σήμερα τα περισσότερα live τους. Οι Riot είχαν διάφορα προβλήματα με τη δισκογραφική τους εκείνη την εποχή γεγονός που οδηγούσε σε συχνές αλλαγές μελών και έτσι ως ένα βαθμό τη συχνή πυκνή απώλεια της συνοχής της μπάντας. Παρόλα αυτά θα βγουν δυνατοί και από αυτό το μαρτύριο κυκλοφορώντας στη συνέχεια το μεγαλύτερο ίσως διαμάντι τους.

The Brethren of the Long House (1995)
Οι Riot αποφασίζουν να γράψουν concept album και το “Brethren of the Long House” πραγματικά γράφει ιστορία. Ο τελευταίος των Μοϊκανών έχει μπει για τα καλά στο μυαλό του Reale και τον εμπνέει ώστε να μας δώσει κάποιες από τις καλύτερες συνθέσεις του, που σε ορισμένα σημεία αγγίζουν τα όρια του speed/power metal, με τον John Macaluso στα τύμπανα να έχει κι αυτός το μερτικό του για αυτή τη στροφή. Το έπος “Glory Calling”, το “Wounded Heart”, η καλύτερη ίσως διασκευή του “Out in the Fields” που κυκλοφορεί στην πιάτσα και φυσικά το ομώνυμο έπος “Brethren of the Long House” αποτελούν κάποιες από τις καλύτερες στιγμές στην πορεία του group και είναι να απορεί κανείς πως αυτός ο δίσκος παραμελείται τόσο πολύ στις συναυλίες τους. Απαραίτητος όχι μόνο για τους Riot συλλέκτες, αλλά και για τους οπαδούς του ποιοτικού Αμερικάνικου metal.

Rock City (1977)
Ντεμπούτο, λοιπόν, για τους πέντε τύπους από τη Νέα Υόρκη και μετά από την περιπλάνηση στις γειτονιές του Brooklyn και στα πέριξ των μεγάλων clubs της πόλης όπως το CBGB, οι Riot θα μας πουν καλησπέρα με έναν ήχο πολύ ζόρικο για την εποχή. Δεν ήταν punk, δεν ήταν αμιγώς heavy metal, παραήταν σπινταριστό για να χαρακτηριστεί hard rock, ήταν απλά το καλωσόρισμα μιας πάρα πολύ δυνατής και πολλά υποσχόμενης κολλεκτίβας που ήρθε για να μείνει. Με μπροστάρη τον Mark Reale που είχε ένα ξεκάθαρο όραμα τόσο για τη μουσική όσο και για το συγκρότημα του, οι Riot θα μας γνωστοποιήσουν την παρουσία τους μέσω κάποιων τραγουδιών που έμελλε να μείνουν κλασικά και να ακούγονται μέχρι σήμερα. “Desperation”, “Rock City”, το πολύ δυνατό “Tokyo Rose”, και φυσικά ο ύμνος “Warrior” που αποτελεί τον ορισμό του κλασικού Riot τραγουδιού. Απαραίτητο.

Restless Breed (1982)
Ο Guy Speranza αποχωρεί και το μέλλον μοιάζει μπερδεμένο. Ο Reale λοιπόν, στρατολογεί αυτό που έμελλε να αποτελεί το αγαπημένο metal λαρύγγι του γράφοντα, μια φωνή που μέσα στην αλητεία και το γρέζι της μπορούσε να προκαλέσει τις πιο μεγάλες ανατριχίλες. Από το καλωσόρισμα κιόλας ο Rhett Forrester θα αρπάξει από τα μαλλιά τους δύστυχους ακροατές και θα τους κάνει σκλάβους του, όντας μία από τις πιο επιβλητικές φωνές που είχαμε ακούσει ως τότε. Το δε υλικό τον βοήθησε αρκετά, καθώς ύμνοι όπως “Hard Lovin Man”, “Restless Breed”, ο κεραυνός “Loanshark” και το ιδιαίτερα συναισθηματικό “Dream Away” θα τον βοηθήσουν να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Τέλος τα διάφορα live bootlegs από δω κι από κει θα μας δώσουν ερμηνείες του Forrester σε παλιότερο υλικό και ειλικρινά θα μας αφήσουν με το στόμα ανοιχτό.

The Privilege of Power (1990)
Μετά τη θριαμβευτική επιστροφή του Thundersteel η τετράδα συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, δείχνοντας ταυτόχρονα ελάχιστη διάθεση για πειραματισμό. Ο Reale κι ο Jarzombek ήταν εξαιρετικοί παίκτες οπότε δε δίστασαν να πάνε το group σε μια πιο τεχνική κατεύθυνση τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά. Παρά τα εκνευριστικά ιντερλούδια ανάμεσα στα τραγούδια, ο δίσκος αποτελεί και αυτός όπως ο προκάτοχος του ένα power metal μνημείο με ύμνους όπως τα “On your Knees”, “Metal Soldiers”, το “Dance of Death” (το πιο γρήγορο τραγούδι που έγραψαν ποτέ) και φυσικά το έπος που λέγεται “Black Leather” and “Glittering Steel” να σαρώνουν μέχρι και σήμερα τα ταλαίπωρα ηχεία εδώ κι εκεί. Μεγάλος δίσκος που απλά είχε την ατυχία να έπεται ενός μνημειώδους album και να χαντακωθεί από ένα χαζοπείραμα marketing που κόντεψε να μας κάνει να το μισήσουμε. Κόντεψε..

Born in America (1983)
Δεύτερο album με τον Forrester και παρόλο που είναι φανερό πως το ύφος του ταιριάζει καλύτερα σε hard rock υλικό, ο Reale και οι υπόλοιποι δεν πτοούνται και συνθέτουν έναν από τους πλέον εκπληκτικούς δίσκους της καριέρας των Riot. Με λίγα ξεσπάσματα στο tempo, αλλά με γεμάτες και ιδιαίτερα riff-άτες στιγμές καθόλη τη διάρκεια του album, το συγκρότημα θα μας δώσει έναν απίστευτα ολοκληρωμένο δίσκο με ύμνους όπως το ομώνυμο, το βαρβάτο “Vigilante Killer”, το “Gunfighter” και το “Wings of Fire” ενώ μέχρι σήμερα θα στέκει αγέρωχο το “You Burn in Me”, ίσως το πιο συναισθηματικό τραγούδι που έγραψαν ποτέ με έναν Forrester να κάνει κάποιες ανατριχιαστικές διφωνίες και να απογειώνει την έτσι κι αλλιώς εκπληκτική σύνθεση. Ο Rhett Forrester θα μας άφηνε μερικά χρόνια μετά. Θα τα πούμε άλλη στιγμή. Υπάρχει έρευνα, μπόλικο υλικό, κι άλλη τόση αγάπη για τον Rhett.

Fire Down Under (1981)
Τρίτος κρίσιμος δίσκος για τους Riot και όλοι αναμένουν το μεγάλο ξεπέταγμα μετά από δύο πολύ καλούς δίσκους που όμως σίγουρα άφηναν τον κόσμο να φαντάζεται ότι υπάρχει κάτι καλύτερο. Και όχι απλά υπήρχε αλλά μέχρι σήμερα οι οπαδοί της μπάντας πίνουν νερό στο όνομα του. Το “Fire Down Under” ήρθε και τα διέλυσε όλα. Ταχύτητα, βαρβάτα riffs, συνθέσεις αψεγάδιαστες, solos, ένας Guy Speranza στις καλύτερες ερμηνείες του, και γενικά ένα album που αποπνέει κλασικό από την αρχή ως το τέλος. Όσο για τραγούδια; “Fire Down Under”, το έπος “Altar of the King”, οι κεραυνοί “Dont Bring Me Down” και “Run for your Lives”, το ανατριχιαστικό “Dont Look Back” («Cant you remember?») και πάνω απ όλα ένας αιώνιος heavy metal ύμνος, το τραγούδι-πανδαισία που λέγεται “Swords and Tequila”. Κλασικός δίσκος για όλο το ιδίωμα.

Thundersteel (1988)
Και τώρα τι να πεις; Ένας δίσκος που ακούγεται νεράκι από την αρχή ως το τέλος. Ένα τανκ που παρασύρει τα πάντα στο πέρασμα του. Ο πιο σπινταριστός δίσκος της μπάντας κι ως δια μαγείας ο πιο ριφάτος και ο πιο δεμένος. Filler ούτε για πλάκα, δίκαση κι Άγιος ο Θεός, κι ένας Tony Moore στα φωνητικά να σβήνει για πλάκα ότι ξέραμε μέχρι τότε για High-pitched φωνητικά. Μετά από διάλειμμα αρκετών χρόνων οι Riot επιστρέφουν με ένα δίσκο θρύλο που θα στέκεται για πάντα στις κορυφαίες κυκλοφορίες της σκληρής μουσικής. Με τον πολύ Bobby Jarzombek αποκτούν ξεκάθαρη power κατεύθυνση κι ο Reale ακολουθεί έχοντας τρομερή όρεξη και έμπνευση, συνθέτοντας τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του. Δε θα διαλέξω τραγούδι, ο δίσκος είναι αψεγάδιαστος και φαντάζομαι πως τον έχουμε ακούσει και αγαπήσει όλοι. Όποιος δεν έχει ακούσει νότα από το “Thundersteel”, πραγματικά τον ζηλεύω. Εκείνη η πρώτη ακρόαση..

 

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.