Ήταν 1971 όταν ο Dave Marsh χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο “punk rock” γράφοντας ένα κείμενο για τους Question Mark and the Mysterians στο Creem.

Και ήταν 1975 όταν ο Legs McNeil βάφτισε “Punk” το περιοδικό που έβγαλε με δύο φίλους του. Οι δυο τους σκοτώνονται μέχρι σήμερα για το ποιος ήταν τελικά ο νονός του punk, αλλά, όποιος κι αν έχει δίκιο, από αυτές οι χρονολογίες επιβεβαιώνουμε δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι ο χαρακτηρισμός “year zero” του punk που έχει αποδοθεί στο 1976  είναι μάλλον χαριστικός. Βολεύει πολύ να θεωρούμε μοναδική κομβική χρονιά αυτή που μας χάρισε το πρώτο album των Ramones και το πρώτο single των Sex Pistols, αλλά στην πραγματικότητα το punk –όχι αυτό που σήμερα αποκαλούμε proto punk αλλά το κανονικό- είχε ήδη γεννηθεί νωρίτερα με τους Stooges, το “Horses” της Patti Smith και τους  New York Dolls. Οι τελευταίοι, μάλιστα, ήταν το πρώτο πειραματόζωο που ο Malcolm McLaren οδήγησε σε φρικτό καλλιτεχνικό θάνατο πριν ο δαιμόνιος μάνατζερ αναλάβει τους Sex Pistols.  Το δεύτερο πράγμα που επιβεβαιώνουμε είναι ότι το punk μας ήρθε από τις ΗΠΑ, αν και για κάποιο απροσδιόριστο λόγο στο μυαλό των περισσότερων είναι παιδί της Αγγλίας.

Βρέθηκαν κάποιοι που τους ομαδοποίησαν με άρθρα τους σε περιοδικά. Γιατί τι σχέση έχουν οι Blondie με τους Television;

Σε κάθε περίπτωση, το αμερικάνικο punk βρήκε το βηματισμό του στη βορειοανατολική πλευρά των ΗΠΑ, κυρίως στη Νέα Υόρκη αλλά και δευτερευόντως σε πόλεις όπως το Ντιτρόιτ και το Κλίβελαντ. Γιατί όμως η Νέα Υόρκη ήταν τόσο γόνιμη για να φιλοξενήσει την πρώτη γενιά των συγκροτημάτων; Το ότι υπήρχε ένας συναυλιακός χώρος όπως το CBGB’s στον οποίο μπορούσαν να συναντηθούν άνθρωποι με κοινές αντιλήψεις είναι ένας καλός λόγος αλλά όχι ο μοναδικός. “Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι τα συγκροτήματα της πρώτης εποχής του punk δεν ξέρουν ότι είναι punk” λέει στο rockyourlife.gr ο ιστορικός συντάκτης του Ποπ και Ροκ και του ZOO Νίκος Μποζινάκης, ο οποίος έχει παρακολουθήσει από κοντά τη μουσική εκείνης της εποχής. «Στη Νέα Υόρκη σίγουρα υπάρχει μια κουλτούρα η οποία συνδέεται με κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους, κάποια συγκεκριμένα μέρη, ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Λογικό είναι να υπάρχουν σε μια μεγαλούπολη οι συνοικίες που συνδυάζουν το αρτίστικο με το «επικίνδυνο», όπου εκεί επιτρέπονται πολλά πράγματα. Τώρα θα μου πεις γιατί στη Νέα Υόρκη και όχι στο Σαν Φρανσίσκο. Ίσως έχει να κάνει με το κλίμα, το πιστεύω αυτό. Έχει να κάνει και με την πολιτιστική κληρονομιά που κουβαλά η κάθε πόλη. Πιο παρακμιακή είναι της Νέας Υόρκης σε σχέση με την Καλιφόρνια. Υπάρχουν, λοιπόν, κάποιοι άνθρωποι που ξεκινούν να φτιάξουν συγκροτήματα και θέλουν να παίξουν rock ‘n’ roll, ή ηλεκτρονική μουσική για να εκφράσουν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες. Όλοι αυτοί έχουν ένα κοινό παρονομαστή ότι βρίσκουν ένα χώρο, το CBGB’s, για να τους φιλοξενήσει και επίσης ότι η μουσική τους δεν μπαίνει σε καλούπια. Ακόμα και το συγκρότημα της Patti Smith που είναι πιο ορθόδοξο, είναι πιο δυναμικό. Και βρέθηκαν κάποιοι που τους ομαδοποίησαν με άρθρα τους σε περιοδικά. Γιατί τι σχέση έχουν οι Blondie με τους Television;” προσθέτει.

Και λέμε πια ‘ο no wave ήχος’, ο ατονικός ήχος με επιρροές από μαύρη μουσική. Και βάζουμε στο ίδιο τσουβάλι τους Liquid Liquid, τον James Chance και τη Lydia Lunch. Για τη δική μας ευκολία το κάνουμε. 

Η σκηνή της Νέας Υόρκης, εξηγεί ο Νίκος Μποζινάκης, έχει μια μεγάλη διαφορά σε σύγκριση με την αντίστοιχη βρετανική εκείνης της εποχής. “Η νεοϋορκέζικη σκηνή είναι πολύ πιο καλλιτεχνική. Βλέπεις, για παράδειγμα, τον Tom Verlaine να παίρνει το όνομα του ποιητή ή την Patti Smith που είναι η ίδια ποιήτρια. Επίσης, βλέπεις τους Talking Heads που παίζουν με την εγκεφαλικότητα. Το αμερικάνικο punk και μουσικά και σε νοοτροπία είναι πολύ διαφορετικό από το βρετανικό. Το βρετανικό είναι ορθοδοξία και άγιος ο Θεός” λέει και επαναλαμβάνει ότι το κοινό στοιχείο των συγκροτημάτων της Νέας Υόρκης δεν είναι η ίδια η μουσική τους, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά «η ενέργεια και η δυναμική που είναι συναρπαστική. Και έχουν όλοι ένα τρόπο εμφάνισης στη σκηνή, από όσα γνωρίζουμε βλέποντας τα βίντεο τους, που είναι πιο απελευθερωτικός. Δεν είναι στημένος».

Η Νέα Υόρκη ήταν –και παραμένει μέχρι σήμερα- ένα τεράστιο προοδευτικό χωνευτήρι διαφορετικών τάσεων που εκφράστηκαν σε όλες τις μορφές της τέχνης. Η μουσική δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Και αυτό που αποκαλούμε “punk της Νέας Υόρκης” είναι στην πραγματικότητα ένας catch all όρος στον οποίο πρακτικά εντάσσονται καλλιτέχνες από ένα τεράστιο μουσικό φάσμα. Οι Ramones φέρνουν τα girl groups και τους Beach Boys, οι Suicide την παρακμιακή ηλεκτρονική εκδοχή του rock ‘n’ roll των 50’s, οι Blondie την glam pop και πάει λέγοντας. Αν θέλουμε δε να παρατηρήσουμε το πως αυτή η μουσική ακολούθησε ακόμα πιο εξεζητημένα μονοπάτια δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά σε αυτό που αποκαλείται “No Wave”.Ο Νίκος Μποζινάκης εξηγεί ότι «έχουμε κάποιους καλλιτέχνες που μπορεί να μη μοιάζουν μεταξύ τους και έρχεται η συλλογή του Brian Eno που λεγόταν ‘No New York’ και ομαδοποιεί αυτό το πράγμα. Και λέμε πια ‘ο no wave ήχος’, ο ατονικός ήχος με επιρροές από μαύρη μουσική. Και βάζουμε στο ίδιο τσουβάλι τους Liquid Liquid, τον James Chance και τη Lydia Lunch. Για τη δική μας ευκολία το κάνουμε. Χρησιμοποιούμε αυτό τον όρο για να επικοινωνήσουμε. Επίσης, ένα παιδί 16 χρονών θα ακούσει τους Ramones και θα είναι μια χαρά, αλλά αν ακούσει Bush Tetras θα φύγει από το παράθυρο και θα πει ‘τι βλακεία είναι αυτό’. Αλλά είναι πολύ λογικό. Οι μεν έχουν μελωδίες, ρεφρέν και ρυθμό, οι δε δεν έχουν τίποτα από αυτά, είναι ατονικοί και ξεφεύγουν. Αλλά εμείς τα συμπεριλαμβάνουμε όλα κάτω από την ίδια ομπρέλα. Βλέπεις λοιπόν ότι είναι προβληματικοί οι όροι. Έχουν ένα ενδιαφέρον αυτoί οι καλλιτέχνες;  Έχουν ένα κάποιο ενδιαφέρον, αλλά δεν με τρελαίνουν. Τα θεωρώ λίγο επί τούτου. Η γνώμη μου είναι ότι όταν κάτι γίνεται απλά για να γίνει έχω ένα θεματάκι”.

Το μυαλό μας πηγαίνει πρώτα στα συγκροτήματα του CBGB’s κάθε φορά που μιλάμε για το punk των ΗΠΑ, και δικαίως αφού το καλλιτεχνικό εκτόπισμα τους υπήρξε τεράστιο, αλλά για τον Νίκο Μποζινάκη ο όρος “αμερικάνικο punk” αφορά περισσότερο κάποια άλλα συγκροτήματα που εμφανίστηκαν λίγο αργότερα κυρίως στη δυτική ακτή των ΗΠΑ αλλά και σε πόλεις όπως η Φιλαδέλφεια και η Ουάσινγκτον. “Αν ήθελα εγώ να μιλήσω για το punk της Αμερικής θα πήγαινα κατ’ ευθείαν στο hardcore, ούτε για τους Television θα μιλούσα ούτε για κανέναν άλλον από τη σκηνή του CBGB’s, με την εξαίρεση των Ramones φυσικά. Η αμερικάνικη σκηνή είναι αυτά τα συγκροτήματα από τη Δυτική Ακτή αλλά και από τη Φιλαδέλφεια που παίζουν αυτό το πολύ γρήγορο, πιο αυθεντικό, πιο ανεπεξέργαστο και πιο brutal και πολιτικοποιημένο –περισσότερο πολιτικοποιημένο από της Μεγάλης Βρετανίας ενδεχομένως- punk που πήρε τη γενική ονομασία hardcore. Αυτό επηρέασε άλλες σημαντικές εταιρίες που εμφανίστηκαν αργότερα όπως η Dischord και η SST. Και με την εξαίρεση των Black Flag μπορεί το hardcore να μη με αφορά ιδιαίτερα, αλλά αυτό είναι το αμερικάνικο punk”.

Το hardcore εμφανίστηκε στη δυτική ακτή των ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και είχε ελάχιστη σχέση με την αρτίστικη μουσική της Νέας Υόρκης. Γιατί όμως όλα αυτά τα συγκροτήματα ακούγονταν ορθόδοξα, παρά το γεγονός ότι ξεχώριζαν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα λόγω της τραχύτητας και της υπερηχητικής ταχύτητας των τραγουδιών τους; “Σαφώς η hardcore σκηνή της δυτικής ακτής είναι πιο συντηρητική και πιο ορθόδοξη. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στη μεγάλη σκηνή του West Coast της δεκαετίας του 1960. Το rock της Δυτικής Ακτής με τους Jefferson Airplane, τους Grateful Dead αλλά και τα garage συγκροτήματα. Η ορθοδοξία των παιδιών που ηχογράφησαν μουσική στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές των 80’s εξηγείται από τα ακούσματα τους” απαντά ο Νίκος Μποζινάκης και συμπληρώνει ότι αυτή η σκηνή δεν τα κατάφερε να εξελιχθεί. “Σκέψου λίγο τους Husker Du και το πως εξέλιξαν το hardcore τους. Τα πρώτα τους άλμπουμ σχεδόν δεν ακούγονται και στη συνέχεια με το “Zen Arcade” προχώρησαν και έκαναν ένα τεράστιο εξελικτικό βήμα. Αυτό το βήμα δεν το έκαναν οι Adolescents, οι Circle Jerks και οι TSOL. Οι Husker Du και οι Meat Puppets όμως το έκαναν. Γι’ αυτό είναι και πολύ μεγάλα συγκροτήματα”.

Τελικά ήταν η hardcore σκηνή αυτή που στην πορεία έμεινε δημιουργικά στάσιμη αλλά τελικά επηρέασε τα αμερικάνικα συγκροτήματα, όπως οι Green Day και οι Offspring, που πολλά χρόνια αργότερα πούλησαν εκατομμύρια δίσκους και γέμισαν γήπεδα σε όλο τον κόσμο. Και μπορεί αυτά τα συγκροτήματα να αντιπροσωπεύουν το σημερινό πρόσωπο του punk για τη γενιά που δεν πρόλαβε τα 70’s και τα πρώτα 80’s αλλά για ανθρώπους όπως ο Νίκος δεν είναι παρά μια καλογυαλισμένη και ευπαρουσίαστη εκδοχή του. “Δεν έχω να πω πολλά καλά πράγματα για αυτούς. Μπορεί οι Offspring να πούλησαν τα άντερα τους αλλά δεν ήταν παρά μια πολύ κακή pop εκδοχή του punk. Δεν καταλαβαίνω γιατί τα τραγούδια των Zounds που έχουν κάποια pop στοιχεία δεν πούλησαν και πούλησαν τρελά κάποιοι δίσκοι των Offspring” λέει.

Αυτοί που δεν έχουν σκηνή είναι αναγκασμένοι να δημιουργήσουν τα δικά τους πράγματα και αυτές είναι για μένα και οι πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις. Είναι αυτόφωτα σώματα, μοναχικές περιπτώσεις

Η συζήτηση για το punk των ΗΠΑ θα μείνει ημιτελής αν περιοριστεί μόνο στη Νέα Υόρκη ή την Καλιφόρνια. Έχουμε να κάνουμε με μια τεράστια χώρα, όπου από πολιτεία σε πολιτεία καταγράφονται τεράστιες διαφορές στο κλίμα, στο περιβάλλον, στην οικονομική δραστηριότητα και φυσικά στη νοοτροπία και την αποδοχή των μουσικών νεωτερισμών. Συνέπεια όλων αυτών είναι να μπαίνουν κάτω από την ίδια ομπρέλα το μεταλλικό θορυβώδες hardcore των Big Black από το Σικάγο,  το μεταλλαγμένο punk των Pere Ubu από το Κλίβελαντ και η punk americana των Meat Puppets από την Αριζόνα. Για να μη μιλήσουμε για διπλά έπη όπως το “Double Nickels On The Dime” των Minutemen από την Καλιφόρνια και το “Zen Arcade” των Husker Du από τη Μινεάπολη, τα οποία ενέταξαν στο hardcore σχεδόν όλη τη μουσική της rock εποχής. “Οι ΗΠΑ είναι μια χαοτική χώρα. Αν μιλήσουμε γι’ αυτή με τα μέτρα της Ευρώπης θα πρέπει να πούμε ότι κάποιοι παίζουν στην Ουγγαρία και κάποιοι άλλοι στην Αγγλία. Είναι λογικό να υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους. Υπάρχουν πολιτείες που έχουν το μέγεθος χωρών της Ευρώπης. Για παράδειγμα διαβάζουμε –δεν έχω πάει για να το ξέρω- ότι το Κλίβελαντ είναι βιομηχανική πόλη. Και αυτό επηρεάζει. Όπως συμβαίνει σε αγγλικές βιομηχανικές πόλεις, το Σέφιλντ και το Μάντσεστερ, ο ήχος των συγκροτημάτων είναι πιο industrial, πιο παγωμένος και αποξενωμένος. Παίζει ρόλο ο καιρός, το περιβάλλον, η μόλυνση, o κόσμος στην πόλη που ζεις. Το πιστεύω πραγματικά αυτό. Οι άλλοι από την Αριζόνα εκφράζουν την κάψα, το φευγάτο. Όσοι είναι από τη Δυτική Ακτή που έχει πιο πολύ ήλιο, ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική στα σπίτια, αεράκι και ήπιο καιρό είναι διαφορετικοί από τα συγκροτήματα της Νέας Υόρκης, της πυκνοκατοικημένης μεγαλούπολης που το χειμώνα είναι γεμάτη χιόνια. Όλα αυτά βγαίνουν στη μουσική, δεν είναι τυχαία. Όταν συμβαίνει αυτό, παύει να υπάρχει ουσιαστικά μια ενιαία σκηνή για να επηρεαστεί ο ένας από τον άλλον, να υπάρχει μια αιμομιξία. Παύουμε να βλέπουμε τον διπλανό μας και να παίζουμε το ίδιο πράγμα, προσπαθώντας απλά να το κάνουμε καλύτερα και πιο γρήγορα. Αυτοί που δεν έχουν σκηνή είναι αναγκασμένοι να δημιουργήσουν τα δικά τους πράγματα και αυτές είναι για μένα και οι πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις. Είναι αυτόφωτα σώματα, μοναχικές περιπτώσεις” καταλήγει ο Νίκος Μποζινάκης.

O Νίκος Μποζινάκης προτείνει 10 σπουδαία αλλά παραγνωρισμένα singles από τις ΗΠΑ

1. Method Actors : This is it

2. Feelies : Fa Ce La ( Ork )

3. Electric Eels : Agitated

4. Chrome : New Age

5, Bush Tetras : Too many creeps

6. Pylon : Cool

7. Sleepers : Seventh World EP

8. Dark Day : Hands in the dark

9. The Urinals : I’m a bug

10. Mission of Burma : Academy fight song.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗΣ
Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.