Η συνέντευξη ανάκριση του Μπάμπη Χαραλαμπούλια συγγραφέα των «Θεομπαιχτών» στον Στέλιο Μπασμπαγιάννη, αξίζει να διαβαστεί από επίδοξους αναγνώστες, συγγραφείς, προοδευτικούς και συντηρητικούς. Μιλά για τα πάντα χωρίς φόβο, αλλά με πολύ πάθος και δίνει την προσωπική του αλλά εξαιρετικά εμπεριστατωμένη άποψη για την Ελλάδα της κωλοτούμπας, του σοσιαλιστικού υπερρεαλισμού και της Θρησκευτικής κατάνυξης.
Η πλοκή περιέχει πολλά στοιχεία αναφορικά με την σχέση του Έλληνα με την θρησκεία. Πίστη στο θαύμα αλλά και άρνηση του Θεού, δύο ομάδες εξίσου φανατικές, που προσκολλώνται στα πιστεύω τους, με παρωπίδες. Πόσο σημαντική θεωρείς την επιρροή της θρησκείας στην Ελλάδα και ακόμη περισσότερο στην Β. Ελλάδα. Πόσο η έλλειψη διαχωρισμού κράτους εκκλησίας, έχει επηρεάσει την χώρα και έχει οδηγήσει σε καταστάσεις εξάρτησης ή μίσους, όπως αυτές που περιγράφεις στο βιβλίο.
Δεν πιστεύω ότι οι άθεοι είναι φανατικοί στην Ελλάδα-αντιθέτως, συνήθως επιλέγουν να μην εκφράζονται ανοιχτά επειδή η θρησκοληψία είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία. Ο μη διαχωρισμός κράτους Εκκλησίας είναι ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της σύγχρονης Ελλάδος, το οποίο οφείλεται στο γεγονός ότι μας μεγαλώνουν ταυτίζοντας την εθνική μας συνείδηση με την θρησκευτική συνείδηση, οπότε για ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού κι η παραμικρή απόπειρα αποστασιοποίησης από την θρησκεία ισοδυναμεί με πράξη απάρνησης της ελληνικότητας. Είδαμε τι φασαρία έγινε με την μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Η Εκκλησία αντέδρασε λυσσαλέα επειδή τρόμαξε από τον συμβολισμό: για πρώτη φορά η ‘’ταυτότητα’’ του Έλληνα αποσυνδεόταν από τον ‘’αυτονόητο’’ χριστιανορθόδοξο προσδιορισμό της . Αυτό φαίνεται και τώρα από την σκληρή αντίδραση της Εκκλησίας στην μετατροπή των θρησκευτικών από μάθημα ομολογίας της ορθοδοξίας σε μάθημα μελέτης των θρησκειών, που κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να είχε συμβεί από χρόνια.

Οι «μονόλογοι» του Χαρίτου περί θρησκείας σε κάποια σημεία πλατειάζουν, Τα επιχειρήματα του σαν φθηνός Εμιλ Σιοράν, απλοϊκός, για απλοϊκούς ανθρώπους, βρίσκουν ευήκοα ώτα στην ζωή κουρασμένων ανθρώπων, που η τηλεόραση είναι το αποκούμπι τους. αλλά ταυτόχρονα δείχνουν ότι έχει προηγηθεί μελέτη αντίστοιχων επικριτών του Χριστιανισμού και της οργανωμένης θρησκείας; Απηχούν προσωπικές απόψεις ή αποτελούν αντικείμενο έρευνας;
Είμαι άθεος από νεαρή ηλικία παρότι κατάγομαι από θρησκευόμενη οικογένεια. Αποκήρυξα την θρησκεία όταν συνειδητοποίησα τα ψυχολογικά ελατήρια που χρησιμοποιεί για να σε κρατά μαντρωμένο σε ένα χαλαρό είδος πίστης που συντηρείται από σποραδικούς βαρετούς εκκλησιασμούς κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα. Ο κύριος εκβιασμός που σου ασκεί η θρησκεία είναι ότι αν την εγκαταλείψεις δεν έχεις προστάτη να καταφύγεις στην δύσκολη στιγμή. Ουσιαστικά σου παρουσιάζεται ως προστάτης έναντι της αρρώστιας & του θανάτου, για να σε κρατά αγκιστρωμένο με την ελπίδα της θετικής παρέμβασης. Τρομοκρατεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης για να καλύπτει με πίστη το κενό που προκαλεί ο φόβος. Γιατί να χαρακτηρίζεται απλοϊκό αυτό το επιχείρημα ενώ ταυτόχρονα αποδεχόμαστε ως αξιώματα τις παράλογες ευαγγελικές αναφορές για παρθενογενέσεις, θαυματουργικές θεραπείες λεπρών κι αναστάσεις νεκρών, που δεν τεκμηριώνονται από καμία άλλη ιστορική πηγή; Διότι, όπως λέει κάπου κι ο Χαρίτος, τον παραλογισμό της θρησκείας τον ασπάζονται γονείς, συγγενείς ,φίλοι, μαζί με δισεκατομμύρια άλλους ανθρώπους, συνθέτοντας από κοινού μια ‘’πραγματικότητα’’ ακαταμάχητη. Ο Χαρίτος βαθμιαία συνειδητοποιεί ότι είναι μάταιο να προσπαθείς ν΄αλλάξεις την άποψη ενός πιστού επικαλούμενος την λογική του · επειδή η πίστη δεν βασίζεται σε αποδείξεις αλλά στην βαθιά ανάγκη του να πιστεύει, πάνω στην οποία εξοστρακίζεται κάθε λογικό επιχείρημα. Επομένως, αφού η πίστη πηγάζει ως ψυχολογική ανάγκη, πρέπει να διερευνηθούν τα ψυχολογικά κίνητρα που προσδένουν τον κάθε πιστό σε αυτήν.

Παρουσιάζεις τον κόσμο των καναλιών και των μεσημεριανών εκπομπών που αγαπάνε το εύκολο κλάμα, σαν ένα τσίρκο ανθρώπινων τεράτων που πουλάνε τον εαυτό τους, για λίγη τηλεθέαση. Τους δε παραγωγούς σαν επαγγελματίες του θεάματος χωρίς αναστολές. Πιστεύεις ότι η τηλεόραση και ειδικά αυτού του είδους έχει βοηθήσει στην αποχαύνωση του Έλληνα και στην αναγωγή του ανθρώπινου πόνου σε θέαμα; Σε προβληματίζει η έντονη η τηλεθέαση τέτοιων εκπομπών και η αναγωγή των παρουσιαστών σε εθνικούς ήρωες, όπως γίνεται και με τον Χαρίτο;
Αυτές οι εκπομπές με τους κυνικούς παρουσιαστές και την εκμετάλλευση των απελπισμένων φιλοξενούμενων είναι ένα σαφές δείγμα της διαβρωτικής υποκουλτούρας που έχει επιβάλλει η τηλεόραση. Σαν κάποιο αδηφάγο είδος προσελκύει τα θηράματα της εκμεταλλευόμενη την απόγνωση, την ανοησία τους ακόμα και την ψυχοπαθολογία τους, και τα καταβροχθίζει σε δημόσια θέα. Βέβαια και τα θύματα δεν είναι αθώα · αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο του εξευτελισμού αλλά η δίψα της προβολής, το δόλωμα της εισόδου στον θαυμαστό κόσμο της οθόνης πλάι στην τηλεπερσόνα-πρότυπο, η ανάγκη τους να βιώσουν για λίγο την τηλεοπτική υπερέκταση του Εγώ τους, τους μαγνητίζει όπως τα έντομα και τελικά θυσιάζουν την αξιοπρέπεια τους. Έτσι, από μηδενικά γίνονται νούμερα. Επίσης δεν είναι άμοιροι ευθυνών κι οι τηλεθεατές που παρατηρούν με την σαδιστική περιέργεια του κουτσομπόλη αυτά τα λούμπεν άτομα, διασκεδάζοντας με την διαπόμπευση τους. Οι συγκεκριμένες εκπομπές αποτελούν ένα φαινόμενο κοινωνικής παθολογίας με στοιχεία τηλεοπτικού bullying έναντι αδυνάτων υπό την χαιρέκακη αποδοχή μερίδας του τηλεοπτικού κοινού.

Η ζωή του κεντρικού ήρωα βασίζεται στο ψέμα, την κατασκευή μύθων και προσωπικοτήτων. Είναι ένας παραλληλισμός με την επιτυχία στην μοντέρνα Ελλάδα;
Στα Μίντια παρελαύνουν απαστράπτοντα προφίλ διασημοτήτων φτιαγμένα από ψέμα, υπερβολές και μια ρηχή καταναλωτική ευδαιμονία. Μια σύνθεση από λίφτινγκ, επιθέματα σιλικόνης, μηδενική καλλιέργεια, ακριβά αυτοκίνητα και ξαπλώστρες στην Μύκονο. Αυτό είναι το πρότυπο της επιτυχίας που προβάλλει η τηλεόραση. Οι υπόλοιποι τρώνε πόρτα. Επιστήμονες, καλλιτέχνες, ακόμα κι οι επιχειρηματίες, δεν υπάρχουν πουθενά. Είναι υπερβολικά άνοστοι κι έχουν συγκροτημένες απόψεις άρα είναι δυνητικά επικίνδυνοι . Στην τηλεόραση δεν αρέσουν οι σαφείς απόψεις. Προτιμάει τον πολτό γενικοτήτων και τα ωραία χαμόγελα που δεν ενοχλούν κανένα. Έτσι αντιλαμβάνεται τους πετυχημένους.

Στρέφεσαι κατά οργανωμένων θεσμών όπως η Εκκλησία αλλά και άτυπων αλλά πανίσχυρων όπως η τηλεόραση. Δεν φοβήθηκες ότι η αυτή η θεματολογία θα δημιουργήσει θέματα στην προώθηση και την απήχηση του βιβλίου;
Ο δημιουργός οφείλει να ακολουθεί το ένστικτο του. Τι ικανοποίηση θα αντλούσα γράφοντας ένα βιβλίο που δεν έθιγε κανένα από τα κακώς κείμενα που με τσουρουφλίζουν όταν κοιτάζω γύρω μου; Ακόμα κι αν γινόταν μπεστ σέλλερ εγώ βαθιά μέσα μου θα ήξερα ότι είχα προδώσει τον εαυτό μου. Το βιβλίο έπρεπε να με εκφράζει αλλιώς δεν θα μπορούσα να του αφιερώσω όλα αυτά τα χρόνια. Όταν είσαι σίγουρος για την θεματολογία σου δεν σε νοιάζει αν θα συγκρουστείς εξαιτίας της ή αν δεν μπεις στα ευπώλητα. Κι εγώ ήθελα να μιλήσω για τη νοσηρότητα που μας περιβάλλει. Οι εκπτώσεις στο περιεχόμενο προκειμένου να αυξηθεί η απήχηση αναιρούν το ίδιο το κίνητρο της συγγραφής αφού το να γράφεις λογοτεχνία σημαίνει πρωτίστως να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου κι όχι να γίνεσαι αρεστός στην πλατιά μάζα του κοινού. Δεν ακολούθησα γνωστές συνταγές, άνοιξα τον δικό μου λογοτεχνικό δρόμο έχοντας εξ αρχής επίγνωση ότι οι Θεομπαίχτες απευθύνονται σε ψαγμένους αναγνώστες τους οποίους θα προσεγγίσουν μάλλον από underground παρά από mainstream κανάλια. Το στοίχημα είναι βρεθούν αυτά τα κανάλια επικοινωνίας.

Θίγεις το θέμα του τραφικινγκ αλλά και την «πορνεία» των μοντέλων και την «λαγνεία» της τηλεόρασης μπροστά στο γυναικείο ή ανδρικό κορμί. Περιγράφεις δυνατά την εξάρτηση των ανδρών και γυναικών από το σεξ και την χρήση του ως μέσο ανέλιξης και επίτευξης στόχων αλλά και ως μέσο εξουσίας στο κοινόβιο. Είμαστε τελικά μια κοινωνία που πλέον και ο έρωτας και η σεξουαλική πράξη έχουν κίνητρα πλέον του προφανούς;
Ως άτομο φρουδικών αντιλήψεων δίνω στο σεξ την θέση που του ταιριάζει. Λόγω της δύναμης του ανέκαθεν χρησιμοποιήθηκε ως μέσο ανέλιξης, δεν είναι σύμπτωμα της δικής μας κοινωνίας. Ίσως στα χρόνια μας, λόγω της σεξουαλικής απελευθέρωσης και των σεξιστικών προτύπων που μας πολιορκούν, να γίνεται πιο ανοιχτά κι απενοχοποιημένα. Επίσης ανέκαθεν λειτούργησε ως μέσο επιβεβαίωσης της εξουσίας. Θα θυμίσω τον άγραφο νόμο που εφαρμοζόταν σε ορισμένες περιοχές την περίοδο της τουρκοκρατίας με τον οποίο κάποιοι μπέηδες θεωρούσαν δικαίωμα τους να δοκιμάζουν τις γυναίκες των υποτελών πριν την πρώτη νύχτα του γάμου. Η ομορφιά, λόγω ότι συνδέεται με το σεξουαλικό μας ένστικτο, αποτελεί τη διαχρονική θρησκεία του ανθρώπινου είδους κι ενδεχομένως να γλιτώναμε πολλή υποκρισία και νευρώσεις εάν αποτελούσε και την μοναδική θρησκεία.

charalabouliasin1
Σε αντίθεση με το υπόλοιπο βιβλίο, ο αμοραλιστής ήρωας γνωρίζει την ισορροπία και την ευτυχία μέσα από την Ελένη που αποτελεί εν πολλοίς την κινητήριο δύναμη για όλο την μετέπειτα τηλεοπτική πορεία του. Στο τέλος βέβαια με την δική του πορεία ακόμα και αυτή την απορρίπτει. Είναι η γυναίκα η σωτηρία του άνδρα, ειδικά ενός ανθρώπου σαν τον Χαρίτο χωρίς ηθικά ερείσματα; Είναι ο ναρκισσισμός του Χαρίτου του μέσου νεο Έλληνα ισχυρότερος από κάθε ανθρώπινη σχέση;

Μιλώντας και από προσωπική εμπειρία, η αγαπημένη γυναίκα είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορείς να οικοδομήσεις την ζωή σου και μεταφέρω αυτή την οπτική και στο βιβλίο. Η ατυχία του Χαρίτου ήταν ότι την έχασε πολύ νωρίς με τραγικό τρόπο κι απέμεινε μετέωρος, χωρίς άλλη σταθερά. Το πρόβλημα του ως εκείνη την χρονική στιγμή δεν είναι η έλλειψη ηθικών ερεισμάτων αλλά η έλλειψη συναισθηματικών δεσμών με την οικογένεια του, με φίλους ή ακόμα και συναδέλφους. Η ανάγκη συντροφικότητας είναι που τον ωθεί στην φασματική αγκαλιά του τηλεοπτικού κοινού, ελπίζοντας ότι μέσω της τηλεόρασης θα γεμίσει το κενό της ζωής του. Βέβαια, στην συνέχεια, η εγωπάθεια που αναπτύσσει δεν αφήνει περιθώριο συναισθηματικής σύνδεσης με άλλο άτομο και το συνειδητοποιεί κι ο ίδιος στο τέλος, απομονωμένος στην τεράστια έπαυλη του.

Η δημιουργία του κοινοβίου ως σωτηρία των φτωχών αγροτών, δανειοληπτών, με την οργουελική προσέγγιση του Κοινοβίου κράτους, που παρέχει τα πάντα και ελέγχει τα πάντα, από πού πήγασε;
Τα μέλη του κοινοβίου –οι Ελεύθεροι-, υποτίθεται ότι επιλέγουν να ζήσουν με τους όρους της Αγίας τους αλλά στην πραγματικότητα απαρνούνται την ελευθερία τους για να αναλάβει το κοινόβιο την πληρωμή των ληγμένων δανείων τους. Σ΄ ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης λειτουργεί ως αλληγορία του κομματικού κράτους όπως το γνωρίσαμε στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Το κράτος αναλαμβάνει την εργασία και την ευνοϊκή συνταξιοδότηση των κομματικών μελών με αντάλλαγμα την θυσία της ελεύθερης σκέψης και την εφ όρου ζωής υποστήριξη τους ανεξαρτήτως παρανομιών και σκανδάλων. Επιπλέον, το κοινόβιο λειτουργεί ως παραστατικό εργαλείο της πνευματική φυλακής στην οποία αυτοεγκλωβίζονται οι θρησκόληπτοι αναθέτοντας τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής τους σε πνευματικούς καθοδηγητές οι οποίοι νοιάζονται μόνο για χρήμα κι εξουσία. Η διάρθρωση του Κοινοβίου καταστάλαξε από την μακροχρόνια μελέτη αμερικάνικων αιρέσεων που είχαν ως κοινό γνώρισμα την κοινοβιακή οργάνωση της ζωής των μελών με στόχο τον απόλυτο έλεγχο τους. Σε αντάλλαγμα οι πιστοί παραχωρούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στον «μεσσία» και την απόλυτη υπακοή τους. Ακούγεται εξωφρενικό αλλά υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έκαναν αυτή την επιλογή κι εξαιτίας της εξαπατήθηκαν οικονομικά, βασανίστηκαν ψυχολογικά, βιάστηκαν κι υπέστησαν σεξουαλική εκμετάλλευση, εντέλει έχασαν και την ζωή τους. Και για να μην νομίζουμε ότι αυτά συμβαίνουν μόνο στους ξένους, παρόμοια είναι και η περίπτωση της Αθανασίας του Αιγάλεω που είχε δημιουργήσει ένα κοινόβιο που λειτουργούσε με άτυπους θρησκευτικούς σκλάβους. Επομένως η περιγραφή του κοινοβίου εμπεριέχει πολλά στοιχεία από πραγματικά γεγονότα.

Οι σχηματικές αναφορές σου στον πάτερ Τιμόθεο, πρώην πορτιέρη και οπαδό της Θύρας 4, θέλουν να καταδείξουν ομοιότητες ανάμεσα στην «ποδοσφαιρική» και την οργανωμένη θρησκεία;
Μέσω του Τιμόθεου ήθελα να καταδείξω την ανάγκη του ατόμου να είναι μέρος μιας κοινής ταυτότητας-ιδεολογίας, μέσω της οποίας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένα ιδανικά αποκτώντας έτσι ένα νόημα στην ζωή του. Η θρησκεία, η ποδοσφαιρική ομάδα, η ιδεολογία, λειτουργούν ως βαλβίδες αποσυμπίεσης σε άτομα που αισθάνονται απόβλητα από την οικογένεια ή την κοινωνία κι έχουν ανάγκη να γεμίσουν το κενό της ζωής τους με μια ‘’αδιαμφισβήτητη’’ αξία που ασπάζονται κι άλλοι στον περίγυρο τους. Συνήθως όσο μεγαλύτερη η ανάγκη του ατόμου για κοινωνικοποίηση τόσο πιο φανατική η ταύτιση του με τα ιδανικά της ομάδας, ιδίως όταν η ομάδα του προσφέρει υποστήριξη στα καθημερινά προβλήματα του. Είναι γνωστό ότι μέσα από τους ποδοσφαιρικούς συνδέσμους γίνεται προσέγγιση και στρατολόγηση οπαδών σε ακροδεξιές οργανώσεις. Τα μέλη των συνδέσμων, όντας εξοικειωμένα με την πειθαρχία και την κατευθυνόμενη βία έναντι αντιπάλων, είναι πιο εύκολο να μεταπηδήσουν σε οργανώσεις με μιλιταριστικό χαρακτήρα .

Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός θίγονται σαν εν δυνάμει κίνδυνοι, που όμως αποσοβούνται από την ισοπέδωση Ελλήνων και ξένων από την φτώχεια. Τελικά είναι μια δικαιολογία, όταν ο πραγματικός ξένος στην χώρα του είναι ο Έλληνας και ο ρατσιστής ο πολιτικός.
Νομίζω ότι εως τώρα αποφύγαμε μαζικές εξάρσεις βίας έναντι μεταναστών-με την εξαίρεση βέβαια της Χρυσής Αυγής. Παρά το αυτομαστίγωμα και την τυφλή αντίδραση της πολιτικής ορθότητας που σπεύδει να καταδικάσει ως ρατσιστική κάθε κριτική τοποθέτηση έναντι των προσφύγων, εγώ παρατηρώ ότι το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας στέκει με ουδετερότητα απέναντι στους ξένους είτε στην χειρότερη περίπτωση επιδεικνύει έναν χαμηλής έντασης ρατσισμό που εκφράζεται κυρίως μέσω λεκτικής διαμαρτυρίας σε φίλους και όχι με την εκδήλωση βίαιων τάσεων. Αντιθέτως υπάρχει μια μερίδα του πολιτικού φάσματος που κάνει σπέκουλα με το θέμα λοξοκοιτάζοντας στα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στην παρούσα φάση οι πρόσφυγες που βρίσκονται στην Ελλάδα είναι in transit, δηλαδή έχουν εγκλωβιστεί εδώ, δεν επέλεξαν την χώρα μας ως τόπο διαμονής. Κι αυτό είναι κατά την γνώμη μου το πιο ανησυχητικό. Δηλαδή πως θα αντιδράσουν οι χιλιάδες των προσφύγων μόλις διαπιστώσουν ότι είναι αναγκασμένοι να συνεχίσουν την ζωή τους σε μια χρεοκοπημένη χώρα όταν η χρηματοδότηση από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις σταματήσει.

Στους Θεομπαίχτες αποτίεις φόρο τιμής στην αμερικάνικη φιλμογραφία καταγγελίας των 70ς και περιγράφεις συναντήσεις σε κανάλια και εκκλησιαστικές αίθουσες, με μαεστρία, ρεαλισμό και δυστυχώς η πραγματικότητα κάποιες φορές ωχριά. Το Βατοπέδι , μετά τον Αλεξάκη και το «μ.χ», βρίσκει εδώ μια νέα έκφανση, τόσο ρεαλιστική, που σου θυμίζει την ρήση, ότι η πραγματικότητα ξεπερνά και την πιο δημιουργική φαντασία. Παιχνίδια εξουσίας, της εκκλησίας στους πιστούς, των πολιτικών στους ψηφοφόρους, του Εκλεκτού στους τηλεθεατές και του Τιμόθεου στο χριστεπώνυμο πλήθος του κοινοβίου. Τα πάντα για την εξουσία που ο καθένας τους μεθερμηνεύει σε ψήφους, ακροαματικότητα, παρακλήσεις, πάντα με ενέχυρο την ζωή του «πιστού». Είναι τελικά η ζωή στην Ελληνική κοινωνία των μνημονίων ένα παιχνίδι ισχύος με λίγους παίκτες της πολιτικής εξουσίας και της εξουσίας των μιντια όπως ο Χάριτος;
Η απάντηση δίδεται από την τρέχουσα επικαιρότητα και συγκεκριμένα απ΄τον διαγωνισμό παρωδία για τις τηλεοπτικές άδειες. Εγώ δεν είμαι από εκείνους που θεωρούν τα κανάλια θύματα. Τα κανάλια εδώ κι είκοσι χρόνια λειτουργούσαν σε καθεστώς αυθαιρεσίας και μαζί με το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα του δικομματισμού είναι υπεύθυνα για την κατρακύλα της χώρας. Ωστόσο ο μυστικιστικός τρόπος διεξαγωγής του διαγωνισμού , η αυθαίρετη θεσμοθέτηση μόνο τεσσάρων αδειών, μα κυρίως η ύποπτες μεθοδεύσεις στην υπόθεση Καλογρίτσα, κατέδειξαν ότι η κυβέρνηση ενδιαφερόταν πρωτίστως να δημιουργήσει ένα φιλικό προς αυτήν νέο μιντιακό περιβάλλον , παρά να εξυγιάνει το υφιστάμενο. Άρα ο διαγωνισμός έτσι όπως έγινε ήταν η λάθος λύση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα. Συνεπώς το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ποτέ δεν θα ξεφορτωθούμε τους ολιγάρχες μας, απλά θα αλλάζουν ονόματα ανάλογα με την κυβέρνηση.

Περιγράφεις την φτωχοποίηση της Ελληνικής κοινωνίας, δοσμένη με ένα τρόπο καταιγιστικό που σπάει κόκαλα, καθώς τα θαυματουργά αντικείμενα της Αγίας αδυνατούν να συντηρήσουν το κοινόβιο και οι πωλήσεις πέφτουν, μαζί με το βιοτικό επίπεδο της της Ελλάδας, προς όφελος των πολιτικών ανεξαρτήτως κομμάτων. Σκληρή κοινωνική κριτική και αποστασιοποίηση από Εθνοσωτήρες, η άνοδος της Ακροδεξιάς και ο ξενοφοβικός χαρακτήρας του Έλληνα, που βγαίνει στην επιφάνεια είναι η τελευταία πινελιά σου σε ένα ζοφερό πίνακα, πριν ολοκληρώσει την ιστορία του. Το μυθιστόρημα εμπλουτίστηκε με νέα στοιχεία όσο το έγραφες, ή ο αρχικός κορμός αποτελεί μια δυσοίωνη πρόβλεψη για την Ελλάδα, που μετά μια δεκαετία πλέον βλέπουμε να πραγματοποιείται;
Το βιβλίο, στην αρχική μορφή του εστίαζε στον υπερδανεισμό και στα κοινωνικά προβλήματα που προέκυπταν εξαιτίας του. Έπειτα από τόσα χρόνια Κρίσης τείνουμε να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα προ Κρίσης δεν ήταν κανένας παράδεισος. Υπήρχαν και τότε καθυστερημένα δάνεια, κατασχέσεις, εισπρακτικές εταιρίες. Όμως η έλευση της Κρίσης με τις εκρηκτικές πολιτικοκοινωνικές εντάσεις που παρήγαγε δεν γινόταν να μείνει εκτός βιβλίου. Άρχισα να την ενσωματώνω στο τέλος του έργου ενώ το κύριο σώμα του είχε ήδη διαμορφωθεί, δίνοντας μορφή χρονικού από το 2003 των ολυμπιακών και της εθνικής ανάτασης ως το 2013 της κατήφειας και της παρακμής

Ο κεντρικός ήρωας ένας από εμάς, ρηχός, λάτρης της εικόνας, φλώρος όπως λέμε εμείς οι νότιοι, δίχως ηθικό έρμα, ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ αθεϊσμού όψιμου και λατρείας της αγίας σαν το εκκρεμές στο κενό. Διανύει αποστάσεις για να υπάρχει μέσα στο απόλυτο κενό, τον ενδιαφέρει μόνο να τον παρακολουθούν όλοι. Είναι τελικά ο Χαρίτος ο Έλληνας που μας οδήγησε στο σήμερα και όλοι εθελοτυφλούμε απέναντι του, σαν να είναι η σκωληκοειδίτιδα και την έχουμε, αλλά αχρείαστη στο σώμα μας;
Ο Χαρίτος είναι μια κλασσική περίπτωση τυχοδιώκτη σαν την συντριπτική πλειονότητα των ελλήνων πολιτικών και κομματικών μελών που μόλις τα πράγματα δυσκολέψουν και το επίπεδο διαβίωσης του αρχίσει να κλονίζεται δεν θα διστάσει να θυσιάσει την ιδεολογία του μεταπηδώντας στο αντίπαλο στρατόπεδο. Θα αποκηρύξει με κυνισμό το παρελθόν του και θα υπηρετήσει με αδίστακτη αποφασιστικότητα το νέο του ρόλο. Για παράδειγμα, μια πλειάδα κυβερνητικών στελεχών αφού υπηρέτησαν στο ΠΑΣΟΚ ως φανατικά κομματόσκυλα μεταπήδησαν στον ΣΥΡΙΖΑ μόλις το πλοίο άρχισε να βουλιάζει για να διατηρήσουν τα προνόμια των κρατικών θέσεων τους. Μου έρχεται στο νου ο αξιοθαύμαστος ΓΑΠ με το μνημειώδες ‘’ λεφτά υπάρχουν’’ και την τούμπα του μνημονίου μερικούς μήνες μετά. Ο κορυφαίος Αλέξης Τσίπρας που με την απύθμενη αναξιοπιστία και οπουρτουνισμό του προσέδωσε νέο βάθος στην λέξη δημαγωγός. Ο μεγάλος ηγέτης Κώστας Καραμανλής ο οποίος αφού επέτρεψε στην κομματική του συμμορία να καταληστέψει την χώρα επί οκτώ χρόνια μετά θυμήθηκε ότι τα ταμεία άδειασαν και ζήτησε ψήφο λιτότητας- αλλά στην πραγματικότητα απόδραση από την εξουσία. Δεν πάω πιο πίσω για οικονομία χώρου. Όλοι αυτοί λοιπόν καθώς κι εκατοντάδες άλλες χαμηλότερης ιεραρχίας περιπτώσεις , προβάλλονται στον Χαρίτο. Δυστυχώς οι κωλοτούμπες είναι κοινός τόπος. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πολιτικοί με τον αμοραλισμό τους δίνουν το παράδειγμα και στην υπόλοιπη κοινωνία.

Χαρακτήρισα τους Θεομπαίχτες ως το μεγάλο Βορειοελλαδίτικο μυθιστόρημα, που μυρίζει Χαλκιδική, σάντουιτς, θύρα 4, αλλά και Όμιλο, Τσιμισκή, και την βρώμα που φέρνει το λιμάνι, όταν αλλάζει ο άνεμος… Πόσο θεωρείς ότι εκφράζει το βιβλίο σου ένας τέτοιος χαρακτηρισμός;
Από σκηνική άποψη του ταιριάζει. Ήθελα μέσα από το βιβλίο ο αναγνώστης να αισθανθεί τον τόπο που ζω. Κι η βρώμα του ταιριάζει, μεταφορικά μιλώντας. Δεν μου αρέσουν οι ωραιοποιήσεις.

Δεν φοβήθηκες να ασχοληθείς τόσο έντονα με θέματα ταμπού, όπως η αγιοποίηση, η λατρεία και η σχέση εκκλησίας, τηλεόρασης, οργανωμένης λατρείας;
Μα ακριβώς αυτά ήταν τα θέματα που ήθελα να επεξεργαστώ και να προβάλλω. Δεν ήταν ζήτημα επιλογής. Με ωθούσε το ένστικτο μου.

Από την κυκλοφορία του βιβλίου και μετά πόσο ευχαριστημένος είσαι με την πορεία του; Ποια η αποδοχή από το κοινό και τους «κριτικούς»;
Το βιβλίο έλαβε πολύ κολακευτικές κριτικές και αναφορές αλλά κυρίως από εναλλακτικά Μέσα. Τα mainstream δίκτυα όπως οι πλατιάς κυκλοφορίας εφημερίδες δεν ασχολήθηκαν καθόλου. Ως προς την κυκλοφορία του, δεν διατηρούσα την φαντασίωση ότι ένα βιβλίο σαν τους Θεομπαίχτες θα γινόταν μπεστ σέλερ στους έξι μήνες, ελπίζω όμως ότι θα συνεχίσει να κινείται σε βάθος χρόνου. Ο φόβος μου είναι μήπως πνιγεί το βιβλίο από την πλημμυρίδα των συνεχόμενων εκδόσεων που κατακλύζουν την αγορά. Είναι πολύ ενθαρρυντικό ότι 1,5 χρόνο μετά την κυκλοφορία του συνεχίζει να ακούγεται από Μέσα σαν το Rockyourlife. Μου έχουν κάνει εντύπωση οι έλληνες που με προσεγγίζουν απ΄το εξωτερικό, οι οποίοι βρίσκουν μέσα από τις σελίδες του έργου μια διαφορετική εικόνα της κρίσης σε σχέση με εκείνη που τους σερβίρουν οι ειδήσεις στις χώρες που ζούνε.

Μαζί με τον «αγαπημένο ήρωα των παιδιών» του Βαγγέλη Γεωργάκη είστε από τα λίγα μοντέρνα Ελληνικά βιβλία άντε και το «μ.χ» του Αλεξάκη, που αναφέρεστε στην Ελλάδα της κρίσης. Είναι ίσως ενδεικτικό ότι μόνο νέοι συγγραφείς αναφέρονται στο σήμερα ,ενώ τα μεγάλα καταξιωμένα ονόματα, προτιμούν την σιωπή;
Αποτελεί μυστήριο και για μένα. Οι γνωστοί συγγραφείς δείχνουν εξίσου μουδιασμένοι με την υπόλοιπη κοινωνία αν και υποτίθεται ότι σε ένα τέτοιας εκρηκτικής έντασης γεγονός πρώτοι αυτοί έπρεπε να σκύψουν και να το μελετήσουν αναζητώντας τις αιτίες του. Νομίζω ότι σε άλλες χώρες, αν είχαν πληγεί με τόση σφοδρότητα, η κρίση θα αποτελούσε σημείο αναφοράς και όχι αποφυγής.

Θεωρείς ότι ένα βιβλίο μετά την κυκλοφορία του αποκτά την δική του οντότητα, σαν το παιδί που φεύγει από το σπίτι;
Φεύγει από τον έλεγχο σου κι ανοίγεται σε νέες ερμηνείες. Είναι ενδιαφέρον να βλέπεις πόσο διαφορετικά το εισπράττει ο κάθε αναγνώστης και που εστιάζει.

Υπάρχει κάτι άλλο συγγραφικά στα σκαριά;
Το μικρόβιο δεν σταματάει. Αλλά και δεν προβλέπεται να ολοκληρωθεί σύντομα.

Πρόσθεσε λίγα λόγια αν θες, για πράγματα που θα ήθελες αλλά δεν σε ρώτησα;
Δεν νομίζω να υπάρχει κάτι. Έπειτα από 32 απαιτητικές ερωτήσεις νιώθω απολύτως καλυμμένος. Κι εξαντλημένος επίσης.

Υγ. Η Ελένη έχει σαν πρότυπο κάποιο πραγματικό πρόσωπο;
Την γυναίκα μου, ως προς την καθοριστική επίδραση της στην ζωή μου.

Γεννημένος τo 1968, ο Στέλιος Μπασμπαγιάννης, διαφωνεί με όλους. Όσους έχουν άποψη ,που δεν είναι η δική του και όσους δεν έχουν, γιατί δεν ασπάζονται τη δική του. Ασχολείται εδώ και χρόνια με την τέχνη της προώθησης θεραπευτικών ουσιών. Παράλληλα ασχολείται με την ευγενή τέχνη της μουσικής, ως συντάκτης σε διάφορα μέσα από το 1986. Το βιβλίο είναι η άλλη του μεγάλη αγάπη, που του επιτρέπει το ταξίδι ακόμη και ελλείψει χρημάτων. Πολιτικά ακραίος αντιπαθεί τη διαφθορά της αστικής δημοκρατίας, τον λαϊκισμό των Ελλήνων και τον υποκριτικό χαρακτήρα τους. Αν ήταν ζώο (κάποιοι λένε ότι είναι ) θα ήταν λύκος.