Η ανησυχία μας κάθε φορά που κατηφορίζουμε στο κλειστό του Φαλήρου επιβεβαιώθηκε.

Διαβάζω εδώ και μέρες τις ανταποκρίσεις για τη συναυλιακή επιστροφή των Villagers Of Ioannina City στην Αθήνα, πέντε μήνες μετά τη θριαμβευτική εμφάνισή τους στο Θέατρο Βράχων. Τα διθυραμβικά ως επί το πλείστον σχόλια αναδεικνύουν όλα εκείνα τα στοιχεία που δεν επιδέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση και έχουν να κάνουν με την δυναμική που έχει αναπτύξει το συγκρότημα, το επαγγελματικό στήσιμο πάνω στη σκηνή, το διεθνών προδιαγραφών show που συνοδεύει τις εμφανίσεις του, το δέσιμο με το παλιό κοινό που τους ακολουθεί από το «Riza», αλλά και το νέο που τους έμαθε μέσα από το συγκλονιστικό «Age Of Aquarius». Φυσικά οι ανταποκρίσεις ορθώς στάθηκαν και στον τρόπο με τον οποίο οι VIC επιλέγουν να περάσουν τα μηνύματα τους προς πάσα κατεύθυνση.

Αυτό όμως που δεν έχει αναφερθεί πουθενά είναι ότι το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου επιβεβαιώθηκε περίτρανα το μεγάλο και διαχρονικό πρόβλημα που υπάρχει στο κλειστό του Φαλήρου με τον ήχο. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα διάβασα ότι «οι VIC είχαν σύμμαχο έναν πολύ καλό ήχο» και πραγματικά αναρωτήθηκα αν ήμουν σε άλλη συναυλία, αν έχω μεγαλώσει πολύ ή αν οι απαιτήσεις μου από ένα μεγάλο live είναι παράλογα αυξημένες. Με την παρέα μου παρακολουθήσαμε τη συναυλία από ένα σημείο που θεωρητικά τουλάχιστον είναι ιδανικό, χαμηλά στις κερκίδες απέναντι ακριβώς από τη σκηνή και πίσω από τον ηχολήπτη. Από νωρίς τα σχόλια για ένα ηχητικό αποτέλεσμα που μετρίαζε τις εντυπώσεις από το στήσιμο και την απόδοση του συγκροτήματος έδιναν και έπαιρναν (τουλάχιστον στο κατά τα άλλα προνομιακό από πλευράς ακουστικής σημείο που βρισκόμασταν), ενώ υπήρχαν στιγμές που ο ήχος ήταν πιο μουντός και από τις συννεφιασμένες κορυφές της Πίνδου. Από περιέργεια και μόνο έκανα μια βόλτα γύρω από τις κερκίδες, κατέβηκα στην αρένα όπου η ουρά στα μπαρ ήταν μικρότερη, όμως το αποτέλεσμα δεν άλλαξε.

Την ίδια κατάσταση, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την έχουμε βιώσει πολλές φορές στο κλειστό του Τάε Κβον Ντο. Από τον Gary Moore και το Rocking Athens Festival μέχρι τους ZZ Top και τους Madrugada. Τόσο που απορείς με την επιμονή στη χρήση του συγκεκριμένου χώρου. Κακά τα ψέματα, το κλειστό του Φαλήρου, μια από τις λίγες ολυμπιακές εγκαταστάσεις που δεν πρόλαβαν να ρημάξουν, φαντάζει ιδανικό από πολλές απόψεις. Εντός αστικού ιστού με εύκολη πρόσβαση, γρήγορη είσοδο και έξοδο και εσωτερικό που δίνει στον εκάστοτε διοργανωτή τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί τους άπλετους χώρους του. Φαίνεται όμως ότι αυτή η κατασκευαστική ιδιομορφία που το καθιστά εξαιρετικά λειτουργικό αποτελεί ταυτόχρονα και αχίλλειο πτέρνα του, αφού σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση. Και είναι πραγματικά κρίμα να μην μπορείς να εισπράξεις το αποτέλεσμα της απόδοσης ενός συγκροτήματος και να το ανταποδώσεις στον βαθμό που του αξίζει. Το περασμένο Σάββατο ήταν οι VIC, παλιότερα κάποιοι άλλοι, αύριο ποιοι;

Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι μια κριτική που εστιάζει σε οποιοδήποτε πρόβλημα μπορείς να εντοπίσεις είναι πολύ πιο χρήσιμη και εποικοδομητική από εκείνη που θα το υποβαθμίσει για να μην στενοχωρήσουμε κάποιον ή για να μην χάσουμε την πρόσκληση για το επόμενο live του εκάστοτε διοργανωτή.

Κι επειδή έρχονται και άλλες προγραμματισμένες συναυλίες στο Φάληρο (Editors και Judas Priest είναι δύο που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό) ας ελπίσουμε ότι μέχρι τότε θα έχει γεννηθεί ο ηχολήπτης που θα καταφέρει να τιθασεύσει το τέρας που αντανακλά στα τοιχώματα του γηπέδου και επιστρέφει μπουκωμένο στα αυτιά μας μετριάζοντας την ηχητική μας απόλαυση.

Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...