The Black Masses Of the Electric Wizard

ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΟΛΙΚΑΣ
Posted on Φεβρουάριος 11, 2019, 3:20 μμ
3 mins

Τα albums των Άγγλων doomsters από το λιγότερο καλό στο καλύτερο.

Οι Electric Wizard ετοιμάζονται για ακόμα μια επίσκεψη στην χώρα μας το Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019, σε ένα αποκλειστικό show για το κοινό της Αθήνας.

Φυσικά, για εμάς ήταν η τέλεια ευκαιρία να ακούσουμε ξανά και να βάλουμε σε σειρά από το λιγότερο καλό στο καλύτερο την full-length δισκογραφία των Άγγλων, τα albums των οποίων αποτελούν σημείο αναφοράς σε ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα.

Time To Die (2014)
Τέσσερα χρόνια μετά το καταπληκτικό «Black Masses», οι Άγγλοι από το Dorset προσπαθούν να κρατηθούν στην κορυφή με έναν δίσκο που μοιάζει να είναι το «αδύναμο sequel» ενός εμπνευσμένου προκατόχου. Ο χαρακτηρισμός αυτός ίσως και να αδικεί κάπως το «Time To Die», το οποίο αν και βρίσκεται στην χαμηλότερη θέση αυτής εδώ της λίστας, έχει ορισμένες αξιόλογες στιγμές. Οι πειραματισμοί με τα πλήκτρα και τα εφέ στο ομώνυμο κομμάτι αλλά και στο επιλογικό «Saturn Dethroned» είναι δύο άξια σημεία αναφοράς, ενώ το «I Am Nothing» αποτελεί τον ογκόλιθο του δίσκου, με το εναρκτήριο riff του να βγαίνει μέσα από τις καλύτερες ημέρες της μπάντας. «Και τότε που είναι το πρόβλημα εδώ;» θα αναρωτηθεί κάποιος. Η επανάληψη αλλά -κυρίως- το προβλέψιμο των συνθέσεων θα απαντήσω. Και προφανώς δεν αναφέρομαι στο μονολιθικό riffing που έτσι και αλλιώς αποτελεί την σφραγίδα του συγκροτήματος. Τα «Funeral Of Your Mind», «SadioWitch» και «We Love The Dead» παρότι έχουν όλα τα συστατικά που αγαπάς στους Electric Wizard, δεν πείθουν πως δεν αποτελούν B-sides του «Black Masses». Ακούγοντας και χωνεύοντας το album, θαρρείς πως η μπάντα μπήκε στο studio απλώς «για μια ακόμα μέρα στην δουλειά» κάτι που δεν μπορείς να ανεχτείς από τους Electric Wizard. Το γεγονός πως είναι έμπειροι παίχτες τους γλιτώνει από διασυρμό, με το τελικό αποτέλεσμα να παίρνει οριακά πάνω από την βάση και την ανάγκη για άνοιγμα ενός νέου δρόμου και μιας νέας συνθετικής προσέγγισης να φωνάζει από χιλιόμετρα. Κρίμα που η προσωρινή επιστροφή του Mark Greening στο σχήμα δεν στέφθηκε από την επιτυχία που όλοι προσδοκούσαν.

Wizard Bloody Wizard (2017)
Επιτέλους η αλλαγή ήρθε! Οι Electric Wizard πιάνουν την κουτάλα, ανακατεύουν το καζάνι και μας σερβίρουν κάτι «νέο». Έπειτα από τρία albums με αρκετές ομοιότητες , οι Jus Oborn και Liz Buckingham φέρνουν στο προσκήνιο για πρώτη φορά στην μακρόχρονη πορεία του θρυλικού συγκροτήματος περισσότερα hard rock και proto metal στοιχεία, βάζοντας σε δεύτερο πλάνο το κλασικό μονολιθικό doom. Η σπουδή πάνω στον ήχο του Jimi Hendrix, των Led Zeppelin και των Blue Cheer αποτυπώνεται στην παραγωγή (με λιγότερη λάσπη και σαπίλα στον ήχο), στις συνθέσεις όπου οι φωνητικές μελωδίες και τα leads κερδίζουν περισσότερο έδαφος, αλλά και στην διάρκεια του album το οποίο ακολουθεί την κλασική βινυλιακή οδό (6 συνθέσεις – 43 λεπτά). Το «Hear The Sirens Scream» είναι ό,τι καλύτερο θα ακούσεις στο «Wizard Bloody Wizard» ενώ το organ στο 3λεπτο ψυχεδελικό «The Reaper» κερδίζει επίσης τις εντυπώσεις. Ακόμα και η υποβόσκουσα blues αισθητική στο εναρκτήριο «See You In Hell» δείχνει τις ξεκάθαρες προθέσεις της μπάντας εδώ. Το μεγάλο μειονέκτημα του «Wizard Bloody Wizard» είναι τα φωνητικά, με τον Oborn να μην μπορεί να υποστηρίξει απόλυτα αυτό το κλασικό ύφος που απαιτεί ο δίσκος. Από την άλλη, η αλλαγή φόρμουλας δείχνει πως η μπάντα έχει σφυγμό και πως αντιλαμβάνεται την μεγάλη ανάγκη για νεωτερισμούς, χωρίς όμως να αλλοιώσει το DNA της. Το γεγονός ότι οι Electric Wizard δεν ανακυκλώνονται περισσότερο και βγαίνουν από την μαύρη τρύπα που δημιούργησαν οι ίδιοι με τις ομοιότητες των τριών προηγούμενων δίσκων τους είναι θετικό. Το ζητούμενο είναι πλέον το μέλλον και ο επόμενος δίσκος, αλλά αυτή η συζήτηση μπορεί να περιμένει…

Let Us Prey (2002)
Κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, καθώς το «Let Us Prey» είναι ο πιο μπερδεμένος δίσκος των Wizard. Έχω μάλιστα την αίσθηση πως και οι ίδιοι οι Άγγλοι πρέπει να μην είχαν κατασταλάξει στο τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν εδώ. Το album ανοίγει με το «A Chosen Few», κομμάτι σήμα κατατεθέν για τον ήχο της μπάντας, όμως η συνέχεια είναι λίγο διαφορετική και αντιφατική. Από την μια έχουμε το «Night Of The Shape» με το πιάνο, το βιολί και τα πιο περίπλοκα -για το ύφος των Electric Wizard- ρυθμικά μέρη στα τύμπανα, και από την άλλη το punk ξέσπασμα του αγαπημένου μου «We, The Undead». Ο Jus Oborn είχε δηλώσει πως το «Let Us Pray» ήταν δίσκος που δουλεύτηκε αρκετά στο studio, κάτι που φαίνεται και από τις παραφορτωμένες κιθάρες. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα του «Let Us Prey» είναι η απαράδεκτη μίξη στα φωνητικά (στην μεγαλύτερη διάρκεια του album ο Oborn δεν ακούγεται καν), κάτι που αφαιρεί πόντους από την προσπάθεια να ακούσουμε εδώ το πιο τεχνικό επιθυμητό αποτέλεσμα. Κάπως έτσι, φτάνουμε στο να θεωρούμε κορυφαία σύνθεση του album τον instrumental ογκόλιθο «Master Of The Alchemy», ένα από τα πιο heavy κομμάτια που έχουν γράψει ποτέ οι Άγγλοι. Απόδειξη του «μπερδέματος» και των αλχημειών που επιχειρήθηκαν εδώ είναι η φυγή του μπασίστα Tim Bagshaw και του drummer Mark Greening, οι οποίοι αναχώρησαν για άλλες πολιτείες (Ramesses). Η συνέχεια φέρνει στο προσκήνιο την Liz Buckingham και τους Electric Wizard αντιμέτωπους με την δεύτερη φάση της καριέρας τους, η οποία θα ξεκινήσει δύο χρόνια αργότερα.

We Live (2004)
Το «We Live» αποτέλεσε το μεγαλύτερο στοίχημα στην μέχρι τότε πορεία των Electric Wizard. Η προσθήκη της Liz Buckingham αναζωογονεί τον Oborn σε όλα τα επίπεδα και αυτό αποτυπώνεται στο εξαιρετικό αυτό πέμπτο album. Κάποιοι παλιότεροι fans ίσως κατακρίνουν την απόφαση της μπάντας να «γυαλίσει» τον ήχο της στην παραγωγή, όμως προσωπικά είναι κάτι που δεν με χάλασε καθόλου, καθώς έτσι οι Wizard ανέδειξαν εδώ όλα τα συνθετικά χαρτιά τους αλλά και τις αλλαγές που επιχείρησαν να κάνουν. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στο εναρκτήριο «Eko Eko Azarak: Invocation/Ritual» θα ακούσετε τα πιο «γήινα» και καθαρά φωνητικά που έχουν ηχογραφήσει μέχρι εκείνο το σημείο οι Electric Wizard, διορθώνοντας έτσι εν μέρει την ανορθογραφία του «Let Us Pray». Κατά τα άλλα, το riffing εδώ είναι πειστικότατο, με τον Oborn να μοιράζει δίκαια τον ρόλο του με την Buckingham, ενώ και οι επίσης νεοφερμένοι Justin Greaves (drums) και Rob Al-Issa (μπάσο), αφήνουν τις καλύτερες εντυπώσεις με το μεστό παίξιμο τους. Αναμφίβολα εδώ την παράσταση κλέβει το 15λεπτο doom έπος «Saturn’s Children», με το μαγικό κιθαριστικό lead του, που μαζί με το επίσης εξαιρετικό «The Sun Has Turned To Black» αποτελούν τα δύο highlights του δίσκου. Δυνατή στιγμή και το γκαζιάρικο και πιο rock n roll επιλογικό «The Living Dead At Manchester Morgue». Προσωπικά θεωρώ το «We Live» το πιο αδικημένο album των Wizard καθώς ουσιαστικά συμπιέζεται ανάμεσα στην πρώιμη εποχή των τεσσάρων πρώτων δίσκων και την μετέπειτα πορεία των τεσσάρων τελευταίων. Δεν παύει ωστόσο να αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ τους αλλά και το καλύτερο album που θα μπορούσαν να γράψουν οι Άγγλοι εκείνη την δεδομένη στιγμή.

Electric Wizard (1994)
Ο πρώτος σπόρος… το ομώνυμο ντεμπούτο της μπάντας από την Νότιο-Δυτική Αγγλία δίνει κάποια λίγα δείγματα του τι πρόκειται να ακολουθήσει, έστω και αν εδώ οι Oborn/Bagshaw/Greening περισσότερο προσπαθούν να μοιάζουν στους μουσικούς τους ήρωες (βλ. Black Sabbath) και λιγότερο να πρωτοτυπήσουν. Με αρκετά «καθαρά» φωνητικά, χωρίς το κινηματογραφικό στοιχείο που θα συναντήσουμε στις μετέπειτα δουλειές τους, οι Electric Wizard υπογράφουν στην δισκογραφική εταιρία του Lee Dorrian των Cathedral, Rise Above, με τον πολύπειρο frontman να βλέπει ενδεχομένως στην τριάδα από το Dorset το group που θα παραδώσει την σκυτάλη. Με αρκετά ψυχεδελικά στοιχεία αλλά και κλισέ στον ήχο, το «Electric Wizard» δεν έρχεται να αλλάξει την μουσική μας, αλλά προσπαθεί να δημιουργήσει ένα hype μπλεντάροντας τον κλασικό ήχο των Black Sabbath («Stone Magnet») με το doom metal των 90s όπως αυτό εκφραζόταν από τους Cathedral και τους Count Raven («Devil’s Bride») και την κλασική ψυχεδέλεια των 70s («Mountains Of Mars»), φτάνοντας σε σημεία μέχρι και τις παρυφές του ακραίου metal. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα του ομώνυμου κομματιού αλλά και η σαπίλα του «Behemoth» είναι τα δύο κομμάτια που δείχνουν ίσως με μεγαλύτερη σαφήνεια το που θα κινηθούν στους 2 επόμενους δίσκους τους οι Electric Wizard. Σε κάθε περίπτωση εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα εκπληκτικό ντεμπούτο από μια μπάντα που έχει μελετήσει και σπουδάσει τις επιρροές της, επιχειρώντας να τις επικαιροποιήσει κάτω από το δικό της πρίσμα. Και αυτό θα φανεί ξεκάθαρα στα «Come My Fanatics…» και «Dopethrone» που θα ακολουθήσουν και θα κάνουν το όνομα των Electric Wizard κλασικό.

Black Masses (2010)
Το δίδυμο αδερφάκι του «Witchcult Today» έρχεται δεύτερο μόνο και μόνο επειδή ο προ τριετίας προκάτοχος του είχε έντονο το στοιχείο της έκπληξης και του αιφνιδιασμού. Αυτό δεν σημαίνει πως το «Black Masses» δεν είναι ένας σπουδαίος δίσκος. Άλλωστε στην αρχή της δεκαετίας μας οι Electric Wizard βρίσκονται στον θρόνο του ψυχεδελικού doom και κανείς δεν δείχνει ικανός να τους εκθρονίσει, αφού και οι Sleep βρίσκονται ουσιαστικά σε παρατεταμένη χειμερία νάρκη. Οι Βρετανοί εδώ μοιάζουν να έχουν βρει την ιδανική συνθετική φόρμουλα, με τον δίσκο να είναι γεμάτο highlights και κορυφές. Το «Black Mass» αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι στα live shows των Wizard, το «Venus In Furs» είναι κολλητικό μέχρι αηδίας, το «Scorpio Curse» φλερτάρει έντονα με τα blues, ενώ ακόμα και το ορχηστρικό «Crypt Of Drugula» που κλείνει το album φανερώνει την δαιμονιώδη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το group. Η εξαιρετική παραγωγή που αναδεικνύει τόσο τα τεράστια και ανεξάντλητα riffs όσο και την σκοτεινή ατμόσφαιρα, κάνουν την ακρόαση ακόμα πιο εθιστική, με το στοιχείο του μυστηρίου να πλανάται πάνω από όλες τις συνθέσεις. Το πιο θετικό όμως εδώ είναι η εξαιρετική δουλειά που έχει γίνει στα φωνητικά, με τον Jus Oborn να επενδύει πολλά στις ερμηνείες και τις φωνητικές μελωδίες. Ακούστε ένα προς ένα όλα τα refrains του album και θα καταλάβετε την δουλειά που έχει γίνει σε όλα τα επίπεδα, με τους Wizard να γράφουν ίσως το πιο μοχθηρό album της καριέρας τους. Η συνέχεια μπορεί να μην ήταν ανάλογη, όμως η ιστορία έγραψε μια χρυσή δεκαετία για την μπάντα.

Come My Fanatics… (1997)
Όταν ο ίδιος ο Lee Dorrian αλλά και πλήθος εντύπων από την Αγγλία και τον υπόλοιπο κόσμο χαρακτηρίζουν το «Come My Fanatics…» ως το album που έδωσε το φιλί της ζωής στο doom και ως «την αρχή κάτι νέου» για την σκληρή μουσική, δεν μένουν πολλά ακόμα να προσθέσεις. Αν στο ντεμπούτο τους οι Electric Wizard δήλωσαν παρουσία κυρίως μέσω των επιρροών τους, εδώ αφήνουν το πρώτο σπουδαίο αποτύπωμά τους, με έναν δίσκο που ανοίγει δρόμους σε μια νέα μουσική έκφραση. Το fuzz τείχος που υψώνει μπροστά σου το «Return Trip» μοιάζει απροσπέλαστο, με τον Oborn να βρωμίζει τα φωνητικά του και να ακούγεται πιο ακραίος σε σχέση με το «Electric Wizard». Στο «Come My Fanatics…» το μονολιθικό riffing παγιώνεται, το πεδίο που στιχουργικά θα κινηθούν οι Άγγλοι συστήνεται πιο ξεκάθαρα, με τον Oborn να δημιουργεί στο δεύτερο μέρος του album ένα αξιοπρόσεκτο concept, επηρεασμένος βαθύτατα από το έργο του Arthur C. Clarke. Ακούγοντας τον δίσκο αδυνατείς να πιστέψεις πως τρία άτομα καταφέρνουν να βγάλουν ένα τόσο βαρύ αποτέλεσμα, με τον παραγωγό Rolf Startin να στήνει στο studio vintage εξοπλισμό ειδικά για τις ανάγκες αυτής της ηχογράφησης. Ο ίδιος ο Oborn έχει χαρακτηρίσει το «Come My Fanatics…» ως το αγαπημένο του της πρώτης περιόδου των Wizard, γεγονός που έχει να κάνει με τα τεράστια βήματα προόδου που έγιναν σε σχέση με το ομώνυμο ντεμπούτο, αλλά και με το γεγονός πως ουσιαστικά ο δίσκος αυτός αποτέλεσε τον οδικό χάρτη για να έρθει τρία χρόνια αργότερα το magnum opus της μπάντας… «Dopethrone». Instant classic!

Witchcult Today (2007)
Ο δίσκος No.6 που ανοίγει την νέα περίοδο των Electric Wizard είναι και αυτός που μέχρι σήμερα την στιγματίζει. Με την Liz Buckingham για δεύτερο σερί album στην σύνθεση, το συγκρότημα δημιουργεί ένα πιο προσβάσιμο, πιο άμεσο και σαφώς πιο εξωστρεφές -αν υπάρχει κάτι τέτοιο στην μουσική της μπάντας- album σε σχέση με ότι μας έχει συνηθίσει στο παρελθόν, με την διάρκεια των συνθέσεων να παραμένει στα επίπεδα των προηγούμενων δουλειών του. Αυτό επιτυγχάνεται με περισσότερες μελωδίες («Dunwich»), λίγες αλλά στρατηγικά τοποθετημένες κιθαριστικές εναλλαγές («Saturnine»), λιγότερο παραμορφωμένα φωνητικά και φυσικά λιγότερα drone και μονολιθικά στοιχεία. Μην γελιέστε όμως, οι Electric Wizard ούτε «νέρωσαν» αλλά ούτε αλλοίωσαν τον ήχο τους. Αντιθέτως παραμένουν απόκοσμοι και doom, συνεχίζοντας να κρατούν απλές δομές στις συνθέσεις τους («The Chosen Few»), να παίζουν αρκετά με vintage εξοπλισμό και μεθόδους ηχογράφησης και να παραμένουν πιστοί στους μουσικούς τους ήρωες. Έτσι, χτίζουν μια εφιαλτική ατμόσφαιρα με στοιχεία από το απόκρυφο, τις ταινίες τρόμου των 70s και φυσικά… μπόλικη μαριχουάνα. Τι και αν τα riffs που θα ακούσεις σε τουλάχιστον 5 από τα 8 κομμάτια του album είναι σχεδόν ίδια ή έστω παραλλαγές της ίδιας κεντρικής ιδέας; Οι Oborn/Buckingham αποδεικνύουν σπουδαία αντανακλαστικά και χαρίζουν στους fans τους έναν δίσκο που έχει πολύ ζουμί και θα αποτελέσει το εφαλτήριο της επίθεσης τους για τα επόμενα δέκα χρόνια. Προσωπικά θεωρώ το «Witchcult Today» το απόγειο της συνθετικής και εκτελεστικής δυνατότητας των Electric Wizard και ως το ιδανικό album για να ξεκινήσει κανείς την «άβολη» μουσική του περιπλάνηση στον αφιλόξενο πλανήτη τους.

Dopethrone (2000)
Τρία χρόνια μετά το «Come My Fanatics…» οι Electric Wizard ρίχνουν στην αγορά εν αγνοία τους (;) ένα album που ως σήμερα, μαζί με το «Dopesmoker» των Sleep, αποτελούν την πυξίδα της σύγχρονης doom σκηνής. Για να αντιληφθείτε το πόσο σημαντικός είναι αυτός ο δίσκος, αρκεί να σκεφτείτε τις αγαπημένες σας doom μπάντες από το 2000 και μετά. Σωστά, αν δεν έχουν κλέψει το όνομα τους από το πρώτο συνθετικό του τίτλου, οφείλουν πολλά τόσο στο μουσικό όσο και στο στιχουργικό ύφος τους σε αυτόν ακριβώς τον δίσκο. Το «Dopethrone» είναι η επιτομή της τελειότητας μέσα στην επιτηδευμένη του ατέλεια. Η λασπωμένη παραγωγή, οι σκατένιες παραμορφώσεις, οι ηχητικές «ατέλειες» είναι πολλές. Όμως αυτή ακριβώς είναι και η μαγεία του. Το «Funeralopolis» αποτελεί το αρχετυπικό doom metal κομμάτι, το «We Hate You» συνδέει το χτες με το σήμερα και το αύριο, ενώ πάνω στην ατμόσφαιρα, την σαπίλα και την δυσοσμία που βγαίνει από τα υπόλοιπα κομμάτια του album έχουν χτιστεί καριέρες και ολόκληρες δισκογραφίες από μετέπειτα μιμητές. Μονότονο, επιβλητικό, καθηλωτικό και θορυβώδες, είναι μερικοί κλισέ τίτλοι που σίγουρα έχεις ξαναδιαβάσει σε παρόμοια αφιερώματα για αυτό το σπουδαίο δημιούργημα ακραίας τέχνης. Ας είμαστε ειλικρινείς, το «Dopethrone» δεν είναι απλώς ο καλύτερος δίσκος των Electric Wizard. Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος μιας μουσικής που γεννήθηκε με τους τέσσερις πρώτους δίσκους των Black Sabbath, συνεχίστηκε με τις δουλειές των Pentagram και των Saint Vitus και σήμερα συνεχίζεται από το νεότερο ρεύμα των εκατοντάδων συγκροτημάτων που βασίζονται σε αυτό. Υπάρχει μεγαλύτερη δόξα και τιμή για έναν δίσκο;

 

 

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΟΛΙΚΑΣ
Κολλημένος με τις λεπτομέρειες, οι οποίες πιστεύει πως κάνουν τη διαφορά, ο Νικόλας ξεκίνησε το 2009 με το rockyourlife.gr να ασχολείται λίγο πιο σοβαρά με τις αγαπημένες του μουσικές, προσπαθώντας να πείσει ότι το rock είναι καλύτερο στις πιο απλές μορφές του.