Το αιώνιο debate των φανατικών «μακάρι να είχε δεύτερο μέρος» ενάντια στο «μα γιατί να πειράξουν κάτι που είναι ήδη τέλειο». Καταλαβαίνετε που το πάμε. Blade Runner εν έτει 2019 ή Blade Runner εν έτει 2049; Με άλλα λόγια το Blade Runner του 1982 και του Ridley Scott ή το Blade Runner του 2017 και του Denis Villeneuve;

Ας ξεκινήσουμε με μία μικρή αναδρομή σε παρελθόν και μέλλον. Το έτος είναι 2019. Το μέρος είναι ένα δυστοπικό Los Angeles. Ο πρώην αστυνομικός Rick Deckard (Harrison Ford)καλείται και πάλι στο καθήκον ως blade runner με σκοπό να εντοπίσει και να «αποσύρει» id est. σκοτώσει 4 ανδοειδή, ρεπλίκες για το σύμπαν της ταινίας, που κυκλοφορούν παράνομα. Ο τρόπος που ξεχωρίζει ένας blade runner μία ρεπλίκα από έναν πραγματικό άνθρωπο είναι το infamous πια Voight-Kampff τεστ το οποίο μετράει τη συναισθηματική απόκριση του αντικειμένου στις ερωτήσεις του blade runner. Για να δουν πρώτα το τεστ να αποτυγχάνει και να έχουν μία εικόνα για το τι να περιμένουν από μία ρεπλίκα, καλούν τη Rachael (Sean Young) να πάρει μέρος στην εξέταση. Ο Deckard εξετάζει τη Rachael και καταλήγει πως είναι μία ρεπλίκα που θεωρεί τον εαυτό της άνθρωπο. Εκεί κάπου έρχεται η εξήγηση περί πραγματικών ανθρώπινων αναμνήσεων που εμφυτεύθηκαν στη Rachael σα μέρος ενός πειράματος που της προσφέρει ένα συναισθηματικό «μαξιλαράκι». Και λίγο αργότερα φτάνουν και οι μονόκεροι. . .

Είναι το Blade Runner 2049 αντάξιο του αδιαμφισβήτητου πια αριστουργήματος του Riddley Scott; Για να το απαντήσουμε αυτό νομίζω είναι εύστοχο να εστιάσουμε ακριβώς σε εκείνα τα κομμάτια που κάνανε το πρώτο Blade Runner αριστούργημα. Φωτογραφία, σκηνοθεσία, soundtrack, και τόνος.

Μετά από την αρχική παταγώδη αποτυχία του Blade Runner (1982), μετά από 7 διαφορετικές εκδοχές που μόνταρε και έδειξε ο Scott λίγο εξαιτίας των πιέσεων από το studio λίγο από δική του δυσαρέσκεια με το αρχικό, μετά από το director’s cut και το final cut του 2007 που καθιέρωσαν το Blade Runner ως αριστούργημα και μετά από περίπου 120 εκατομμύρια δολάρια που προστέθηκαν στο budget της πρώτης ταινίας φτάνουμε στο έτος 2049. Το μέρος συνεχίζει να είναι ένα δυστοπικό Los Angeles. O blade runner αυτή τη φορά είναι ο πράκτορας-ρεπλίκα K (Ryan Gosling) που έχει σαν αποστολή να εντοπίσει και να αποσύρει ρεπλίκες παλαιότερου τύπου που κρύβονται για να προστατευτούν. Πάνω στο καθήκον ανακαλύπτει μία θαμμένη ρεπλίκα η οποία φέρει τα σημάδια εγκυμοσύνης και καισαρικής τομής. Τώρα η αποστολή του αλλάζει και ο σκοπός της αστυνομίας είναι να βρουν αυτό το παιδί-θαύμα που γεννήθηκε από μία ρεπλίκα και  να το εξοντώσουν ώστε να μην υπάρξει ποτέ η ελπίδα ύπαρξης ψυχής, όπως λέει ο K, στον γεμάτο από κόπιες κόσμο τους.


Να περάσουμε τώρα στο αιώνιο ερώτημα. Είναι το Blade Runner 2049 αντάξιο του αδιαμφισβήτητου πια αριστουργήματος του Riddley Scott; Για να το απαντήσουμε αυτό νομίζω είναι εύστοχο να εστιάσουμε ακριβώς σε εκείνα τα κομμάτια που κάνανε το πρώτο Blade Runner αριστούργημα. Φωτογραφία, σκηνοθεσία, soundtrack, και τόνος.

Θα ξεκινήσω από το τελευταίο. Ο τόνος, αλλιώς το ύφος μιας ταινίας είναι ουσιαστικά και η ψυχή της. Αυτή η ψυχή από κάτι που γεννιέται στην οποία αναφέρεται και ο Κ μιλώντας όμως για ανθρώπους και ρεπλίκες. Ο τόνος της πρώτης ταινίας ήταν βαθειά φιλοσοφικός και γεμάτος αιώνια ερωτήματα χωρίς διδακτικές απαντήσεις. Σε αυτό βοήθησε πολύ και ο τρόπος που ο Scott πλάσαρε τους χαρακτήρες του, μέσα σε ένα απόλυτο πέπλο μυστηρίου που επαγρυπνεί το θεατή και δεν του σερβίρει ποτέ μασημένη τροφή. Ο φιλοσοφικός τόνος της πρώτης ταινίας είναι κάτι το τόσο γνώριμο στην ανθρωπότητα που συγκινείσαι χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί. Και ο λόγος είναι πως η ταινία αναρωτιέται για πράγματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη οντότητα και σκέψη. Για πράγματα που έκαναν τους αρχαίους έλληνες να κοιτάξουν τον ουρανό και τους σύγχρονους απανταχού ανθρώπους να συνεχίζουν να πιστεύουν στο θεό ενώ θέλουν απεγνωσμένα να μάθουν τα μυστικά του σύμπαντος. Η πρώτη ταινία αναρωτιέται για το θεό, αλλά πάνω από όλα αναρωτιέται για τον άνθρωπο και διχάζεται σχετικά με την οντότητά του ως καθαρό θαύμα της φύσης ή καθαρό τεχνητό δημιούργημα κάποιου δημιουργού. Η ταινία ανησυχεί επίσης για το αστικό περιβάλλον, για τον πολιτισμό, για τα όρια του νόμου. Και φυσικά ο φιλοσοφικός τόνος της είναι τόσο εύστοχος που δεν μπαίνει ποτέ στο τρυπάκι να δώσει απαντήσεις. Ρεπλίκα ή άνθρωπος; Η ταινία μόνο ρωτάει. Ρωτάει συνεχώς. Και καταλήγει πως ο μόνος αληθινός ορισμός είναι αυτός που δίνει ο καθένας από εμάς για τον εαυτό του αλλά και για τους γύρω του. Μετρήστε αλήθειες δηλαδή…  Το Blade Runner 2049 τα πάει καταπληκτικά από άποψη τόνου. Συνεχίζει να αγωνιά για τα ίδια πράγματα με τον προκάτοχό του χωρίς να σερβίρει διδακτικά συμπεράσματα. Και πιστό στον τόνο αυτό επικοινωνεί υπαρξιακές ανησυχίες μέσα από έναν βασικό χαρακτήρα, γεμάτο μυστήριο και πάλι, ο οποίος τελικά είναι περισσότερο το βαγόνι που περνάει από το σταθμό παρά ο οδηγός που επηρεάζει απόλυτα την πορεία του τρένου της πλοκής.

Οι ειδικοί λένε πως αν διαβάζεις τις παρτιτούρες του soundtrack του Blade Runner μοιάζουν με «ασυνάρτητες ανοησίες» που αποκτούν νόημα μόνο αν τα ακούς

Ο τόνος φυσικά από μόνος του δεν κάνει πολλά γιατί δε μιλάμε για ένα βιβλίο αλλά για μία οπτικοακουστική εμπειρία. Και εδώ έρχονται η φωτογραφία και το soundtrack. Η φωτογραφία της πρώτης ταινίας είναι πλέον εικονική. Νέον πινακίδες με χρώματα στις αποχρώσεις ζαχαρωτών, ένας άξονας βασικού φωτισμού και φώτων στο background δίνουν στο Blade Runner του 1982 αυτό το στοιχείου το εντελώς καινούριου και φουτουριστικού από τη μία και του προσγειωμένου σε μία οικεία πραγματικότητα από την άλλη. Και ενώ η φωτογραφία του Jordan Cronenweth το 1982 επηρέασε την φωτογραφία του σύγχρονου σινεμά σε τεράστιο βαθμό, η φωτογραφία του Roger Deakins στο Blade Runner 2049 θα του χαρίσει ένα μεγαλόπρεπο όσκαρ το Μάρτη του 2018. Και αυτό γιατί δεν έμεινε θρησκευτικά προσκολλημένος στην ιδέα να αναπαράγει τα εικονικά χρώματα της πρώτης ταινίας, αλλά έκανε νέα βήματα μαζί με την ιστορία έχοντας κατά νου ότι διαδραματίζεται 30 χρόνια αργότερα. Η ομίχλη που σκεπάζει τα πάντα φαίνεται να εμπνέει την πλοκή της ταινίας και να λειτουργεί σα σύμβολο της σύγκρουσης του αληθινού και του εικονικού. Ενώ οι εικόνες του χιονιού, του σκουπιδότοπου αλλά και της κίτρινης άγονης γης φέρνουν την ταινία στις σύγχρονες περιβαλλοντικές ανησυχίες της ανθρωπότητας. Το νέον και το εικονικό ροζ και μπλε βρίσκονται όμως και πάλι εκεί στις διαφημίσεις του αστικού τοπίου. Φωτογραφία τόσο καλά μελετημένη που φαντάζει αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης ταινίας που απλώς εξελίχτηκε στα 30 χρόνια που μεσολάβησαν.

Το soundtrack… Άλλη μία αριστουργηματική πτυχή της πρώτης ταινίας, το soundtrack του Vangelis που πραγματικά άφησε εποχή. Η μουσική αυτή αποτελεί την άρθρωση των μεγαλόπνοων θεμάτων του Blade Runner. Τότε η σχεδόν πρωτάκουστη ηλεκτρονική μουσική έδωσε στο Los Angeles του 2019 τη φουτουριστική νότα που χρειαζόταν. Για να γίνει αυτό ο Vangelis απέφυγε μία κλασσική ενορχήστρωση κάθε σκηνής και αποφάσισε ένα ανελέητο μουσικό brainstorming ενώ έβλεπε τις εικόνες του Scott σα βινιέτες. Το αποτέλεσμα ήταν η μουσική να ανυψώσει την εικόνα αλλά και η εικόνα τη μουσική, καθώς οι ειδικοί λένε πως αν διαβάζεις τις παρτιτούρες του soundtrack του Blade Runner μοιάζουν με «ασυνάρτητες ανοησίες» που αποκτούν νόημα μόνο αν τα ακούς. Στο Blade Runner 2049 από την άλλη, η μουσική είναι σχεδόν ανύπαρκτη ή καλύτερα αραιώς διασκορπισμένη στα 154 λεπτά της ταινίας. Μοιάζει με ψιθύρους στο κενό με σκοπό είτε να απομακρυνθεί εντελώς από τις προσδοκίες του πρώτου soundtrack είτε να επιτελέσει φόρο τιμής στο σαφέστατα ανεπανάληπτο μουσικό αριστούργημα του πρώτου φιλμ. Και αυτό πραγματικά συμβαίνει τις λίγες στιγμές που ακούς στο παρασκήνιο τις νότες του Vangelis όπως για παράδειγμα στην τελευταία σκηνή με τον K στα χιονισμένα σκαλιά, όπου αρχίζει να παίζει διακριτικά και ευλαβικά το Tears in The Rain του Vangelis. Σίγουρα, δηλαδή, η δεύτερη ταινία δεν ακουμπάει την πρώτη σε μουσική, αλλά δεν το επιδιώκει και ποτέ. Αντιθέτως αισθάνεσαι πως κάνει ένα βήμα πίσω από σεβασμό και φέρνει το soundtrack του Vangelis και πάλι στη συζήτηση ως πιθανώς ένα από τα καλύτερα soundtrack του παγκόσμιου σινεμά.

Και ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τους μαέστρους που βρίσκονται πίσω από όλες αυτές τις αποφάσεις. Ή καλύτερα για το μαέστρο της δεύτερης ταινίας καθώς τα λόγια για τη σκηνοθεσία της πρώτης είναι χιλιοειπωμένα και ίσως περιττά. Ο Scott πέρασε το Blade Runner του 1982 από 40 κύματα όπως ήταν λογικό για έναν τόσο νέο σκηνοθέτη και για μία τόσο νέα ιδέα για να καταλήξει τελικά στη μορφή που τον ικανοποιούσε περισσότερο και που τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες της γενιάς του. O Denis Villeneuve δεν χρειάζεται να περάσει από αυτή την εξαντλητική σχεδόν «μετά θάνατον» αναγνώριση και βουτάει σε μία επιτυχία η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην τεράστια κατανόηση του έργου χάρη στο Scott. Από την άλλη ο Villeneuve έχει να αντιμετωπίσει μία στρατιά φανατικών, κριτικών και κοινού που μπαίνουν στην αίθουσα με το ρόπαλου του baseball υψωμένο πριν καν δουν το παραμικρό. Και σε αυτούς απαντάει με μία καινούρια ιδέα καλογραμμένη, καλοδουλεμένη, καλογυρισμένη, με καινούριες αισθητικές προτάσεις, με έναν εξαιρετικό κεντρικό χαρακτήρα στο πρόσωπο του Ryan Gosling και με πολλούς γυναικείους χαρακτήρες που δεν κάνουν ακριβώς το σύμπαν του Blade Runner λιγότερο ανδροκρατικό, αλλά σχολιάζουν με μία εσωτερικευμένη δύναμη που συχνά ξεσπάει πως ακόμα και σε ένα παράλληλο μηχανοποιημένο, δυστοπικό μέλλον ο σεξισμός θα είναι μάλλον μία από τις βασικές σταθερές. Μαζί με τη Κόκα Κόλα. Ο Villeneuve δε φοβήθηκε λοιπόν το ρόπαλο. Αντίθετα είπε σηκώστε το, και το αντιμετώπισε με μία πυκνόφυλλη και οπτικά συγκλονιστική ανακαίνιση του original που κρατάει τα υπαρξιακά και επιστημολογικά θέματα του πρώτου, αναβιώνει το μακροχρόνιο θέαμα και γεμίζει την οθόνη με καινούρια concept sci-fi προτάσεων, συνεχίζοντας την παράδοση που ξεκίνησε ο Scott μετατρέποντας τη mainstream κινηματογράφηση σε υψηλή τέχνη προς, όμως, βορά των πολλών.

Σαφέστατα στην ερώτηση αν το Blade Runner 2049 είναι καλύτερο η απάντηση είναι πως αυτή, συγγνώμη, αλλά είναι μία ηλίθια ερώτηση. Ο ενθουσιασμός που προκάλεσε η πρώτη ταινία δύο δεκαετίες πριν το τέλος του 20ου αιώνα θα είναι πάντα ανεπανάληπτος και αξεπέραστος. Αλλά κανείς δεν προσπάθησε ποτέ να ξεπεράσει το Blade Runner του 1982. Ο Villeneuve και η ομάδα του όμως προσφέρουν μία αντάξια κινηματογραφική εμπειρία που κάνει τα πρώτα της βήματα μέσα στο σύμπαν του πρώτου Blade Runner αλλά προσφέρει και πολλές καινούριες προτάσεις. Κατεβάστε, λοιπόν, το ρόπαλο και απολαύστε μία ταινία που διδάσκει στα μπαμ μπουμ blockbuster της δεκάρας τι σημαίνει σινεμά. Και αν δεν σας αρέσει, δεν σας άρεσε. Το αιώνιο ερώτημα, πάντως, παραμένει: αλήθεια ή κόπια.

Με σπουδές στις αγγλοφωνες λογοτεχνίες και με αδυναμία σε οτιδήποτε αμερικάνικο. Χόμπι της το cinema και το daydreaming… Αγαπημένη ταινία το Pulp Fiction. Αγαπημένη ταινία στην πραγματικότητα, το Breakfast at Tiffany’s. Εύχεται να κατασκηνώσει κάποτε έξω από το Kodak Theater. Ενθουσιάζεται με μια καλή ταινία του Tarantino αλλά και με ένα juicy χολιγουντιανό κουτσομπολιό. Είναι trivia freak!!!