Οι δίσκοι του Nick Cave και των Κακών Σπόρων από τον λιγότερο καλό στον καλύτερο

Στέλιος Βογιατζάκης
Posted on Νοέμβριος 16, 2017, 7:00 πμ
3 mins

Λίγες ώρες πριν ο Nick Cave ανέβει στη σκηνή του Κλειστού Παλαιού Φαλήρου, σας βάζουμε στο κλίμα ακούγοντας ξανά ολόκληρη τη δισκογραφία του βάζοντας τα σε σειρά προτίμησης από το λιγότερο καλό στο απόλυτα αγαπημένο μας.

«Nocturama» (2003)
Το καινούριο με το «Nocturama» είναι ότι ποτέ άλλοτε μέχρι τώρα δεν έχουμε ακούσει τον Nick Cave και τους Bad Seeds τόσο καλογυαλισμένους, τόσο προβλέψιμους και τόσο ρηχούς. Όλες ανεξαιρέτως οι -υπερβολικά πολλές- μπαλάντες μοιάζουν να είναι γραμμένες στον αυτόματο πιλότο, οι κιθάρες στο «Bring It On» και στο «Dead Man In My Bed» είναι διάφανες και χωρίς ένταση, ενώ στο «Babe I’m On Fire», που είναι το μοναδικό τραγούδι με κάποιο σφυγμό, θα ήταν μια πολύ διασκεδαστική κακοφωνία αν διαρκούσε δέκα λεπτά λιγότερα.

Push The Sky Away (2013)
Ο Nick Cave γίνεται αντικείμενο συζήτησης στην Ελλάδα, επειδή το «Lightning Bolts» αναφέρεται στις διαδηλώσεις κατά των Μνημονίων, αλλά κανένας δεν λέει ότι το τραγούδι είναι ένα από τα πιο βαρετά που έχει γράψει και δικαίως μένει έξω από το τελικό tracklist του «Push The Sky Away». Πάντως, ούτε όσα βρήκαν μια θέση στον δίσκο εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα, παρά τις ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις τους και την απειλή που υποβόσκει κάτω από το συχνά εύθραυστο εξωτερικό περίβλημα τους. Από έναν δίσκο που στερείται μελλοντικών classics, το «Jubilee Street» και το «Higgs Boson Blues» ξεχωρίζουν με άνεση.

Kicking Against The Pricks (1986)
Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο διασκευών, ο οποίος ως τέτοιος δε μπορεί να μπει στους κορυφαίους της καριέρας του, αλλά κρύβει μερικές εκπλήξεις. Οι Bad Seeds διασκευάζουν John Lee Hooker, Velvet Underground και Johnny Cash, κάτι που μάλλον είναι αναμενόμενο. Ωστόσο, οι πολύ ενδιαφέρουσες εκτελέσεις στο «By The Time I Get To Phoenix» του Jimmy Web και στο «Something’s Gotten Hold Of My Heart» του Gene Pitney δείχνουν ότι ο Nick Cave μετατρέπεται σε τραγουδιστή με ερμηνευτικό βάθος και ότι δε κερδίζει τις εντυπώσεις μόνο χάρη στη θεατρική του παράνοια. Αυτές οι δύο διασκευές είναι σημαντικές γιατί από τον επόμενο κιόλας δίσκο θα καθορίσουν το στιλ του για τα επόμενα πολλά χρόνια.

The Boatman’s Call (1997)
Για πρώτη φορά ένας δίσκος του Nick Cave ακούγεται τόσο λιτός, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι η οικονομία στις ενορχηστρώσεις -που συχνά μεταφράζεται σε φωνή, πιάνο και διακριτική rhythm section- βοηθά το «The Boatman’s Call» να αποφύγει την μονοτονία. Αναγνωρίζω ότι το «Into My Arms» είναι πλέον ένα από τα αγαπημένα τραγούδια των οπαδών του Cave και ότι τα θέματα των τύψεων, της μετάνοιας και της θρησκείας ως καταφύγιο για την σωτηρία ζητούν αυτή την ηχητική εσωστρέφεια, αλλά ομολογώ ότι αυτό είναι ένα ταξίδι που εδώ και 20 χρόνια δυσκολεύομαι να ακολουθήσω μέχρι το τέλος του.

The Firstborn Is Dead (1985)
Όταν μιλάμε για το «The Firstborn Is Dead» μιλάμε για το «Tupelo». Είναι το τραγούδι που μέσα σε επτά λεπτά περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τον κόσμο του Nick Cave, έναν κόσμο θρησκευτικής έξαψης και θεϊκής εκδίκησης, έναν κόσμο όπου ο Elvis Presley είναι ο Βασιλιάς αλλά η βασιλεία του χτίστηκε στο αίμα του δίδυμου αδερφού του και έναν κόσμο στον οποίο ο ουρανός είναι κατάμαυρος, οι βροντές εκκωφαντικές και η βροχή πέφτει για να ξεπλύνει τις αμαρτίες. Το «Tupelo» επισκιάζει τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου, και είναι κρίμα επειδή περνάει κάπως απαρατήρητο ότι με το «Blind Lemon Jefferson» και το «Black Crow King» ο Cave αποδομεί τα blues αλλά συλλαμβάνει το αυθεντικό πνεύμα τους καλύτερα από τον καθένα.

No More Shall We Part (2001)
Το «No More Shall We Part» ακολουθεί τα ίχνη του «The Boatman’s Call» αλλά εδώ το τελικό αποτέλεσμα είναι πιο ενδιαφέρον. Tην προσοχή κερδίζουν αμέσως η απόφαση του Cave να πειραματιστεί με την έκταση της φωνής του και η επιλογή του να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιολί του Warren Ellis σε τραγούδια όπως το «God Is In TheHouse» και το «Sweetheart Come». Το ομώνυμο τραγούδι με τις jazz αποχρώσεις του, το πυρετώδες ηλεκτρικό gospel του «Oh My Lord» και του «Hallelujah» με τα αγγελικά δεύτερα φωνητικά των αδερφών McGarrigle και η extravaganza που λέγεται «Fifteen Feet Of Pure White Snow» συνθέτουν έναν πολύ καλό δίσκο που εξαφανίζει αμέσως το μούδιασμα από τον προκάτοχο του.

Dig, Lazarus, Dig!!! (2008)
Ηχογραφημένο μόλις σε πέντε ημέρες, το 14ο album των Bad Seeds είναι ακριβώς αυτό που κατά βάθος θέλει να ακούσει όποιος θεωρεί ότι ο Nick Cave έχασε την αιχμή του όταν άρχισε να ανακατεύεται με τις μπαλάντες, τα έγχορδα και τα πιάνα. Εδώ δεν υπάρχει καμία επιμονή στη λεπτομέρεια αλλά μόνο παθιασμένο rock n’ roll από αυτό που ηχογραφεί σχεδόν παράλληλα στο project των Grinderman, διακριτικές επιρροές από τον Bob Dylan και μερικές πινελιές από τη Νέα Υόρκη των Velvet Underground και του κιθαριστικού θορύβου. Δεν είναι ακριβώς μια επιστροφή στις ρίζες, αλλά είναι το πιο ακατέργαστο album των Bad Seeds από την εποχή του «The Firstborn Is Dead».

Henry’s Dream (1992)
Ο έβδομος δίσκος των Bad Seeds πατάει με το ένα πόδι στο «The Good Son» και με το άλλο στο «Your Funeral.. My Trial». Η αλήθεια είναι ότι δεν καταφέρνει να σε ρουφήξει στον κόσμο του με τον τρόπο που το κάνουν αυτοί οι δύο δίσκοι, αλλά οι μεγάλες στιγμές του είναι αξέχαστες. Το «Christina The Astonishing» είναι το θρησκευτικό παραλήρημα που ακούγεται από έναν ερημωμένο καθολικό καθεδρικό ναό, το «Loom Of The Land» είναι το cinemascope μελόδραμα που γίνεται σιγά-σιγά σήμα κατατεθέν τους και το «Straight To You» είναι μια αξιαγάπητη out of character ερωτική μπαλάντα. Το μοναδικό πρόβλημα του δίσκου είναι ότι στο ασύλληπτης έμπνευσης σερί μεγάλων δίσκων του Nick Cave από το 1986 έως το 1995, το πολύ καλό είναι το χειρότερο του.

From Her To Eternity (1984)
Το καταραμένο φάντασμα των Birthday Party πλανάται ακόμα πάνω από το ντεμπούτο των Bad Seeds. Στο «Cabin Fever» και το «Saint Huck» ο Cave μοιάζει σαν να έχει καταληφθεί από ένα τυραννικό πνεύμα που τον οδηγεί στην άβυσσο, αλλά αυτή τη φορά έχει τα σταθερά χέρια του Blixa Bargeld και του Barry Adamson που τον σώζουν από την τελική πτώση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τον βοηθούν να χαράξει τον μελλοντικό του δρόμου. Η κατασκότεινη διασκευή του «Avalanche» δείχνει ότι ο Cave έχει τη φιλοδοξία να περπατήσει στο δρόμο του Leonard Cohen, ενώ τα σπουδαία «Well Of Misery», «A Box For Black Paul» και «From Her To Eternity» ξεκαθαρίζουν από νωρίς ότι η δημιουργικότητα αυτής της εκρηκτικής και οριακά αυτοκαταστροφικής προσωπικότητας διοχετεύεται στην πιο ξεχωριστή ανάγνωση της αμερικάνικης μουσικής παράδοσης που έχουμε γνωρίσει τις τελευταίες δεκαετίες.

Murder Ballads (1996)
Το «Murder Ballads» είναι πνιγμένο στο αίμα και θα ήθελα κάποια στιγμή, έτσι από διεστραμμένη περιέργεια, να κάνω καταμέτρηση των ανθρώπων που, στα δέκα τραγούδια του δίσκου, πεθαίνουν από πέτρα, όπλο ή οτιδήποτε άλλο. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία παρανόηση όμως. Αυτό είναι το πιο διασκεδαστικό album της καριέρας του, επειδή αντιμετωπίζει τον θάνατο με χιούμορ και σαρκασμό. Ακούστε το «O’ Malley’s Bar» και το «The Curse Of Millhaven», στα οποία οι εκατόμβες νεκρών συνδυάζονται με το χαλαρό και ανάλαφρο παίξιμο των Bad Seeds ή αυτόν το άμοιρο τον «Henry Lee» που το καλύτερο πράγμα που του συνέβη είναι ότι τον κουτσούλησαν τα πουλιά. Άλλωστε ο Cave, η Kylie Minogue, η PJ Harvey, ο Shane McGowan, ο Blixa Bargeld, η Anita Lane και ο Thomas Wydler το λένε μαζί εν χορώ στο τέλος του δίσκου, όταν διασκευάζουν παιχνιδιάρικα Bob Dylan: «Death Is Not The End». Το «Murder Ballads» είναι ένα υπέροχο album που γίνεται ακόμα καλύτερο αν δε το πάρουμε πολύ στα σοβαρά.

Skeleton Tree (2016)
Με τον καιρό αυτός ο δίσκος μπορεί να πάρει μια άλλη θέση στη δισκογραφία του Nick Cave, αλλά ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του οι πληγές παραμένουν ορθάνοιχτες και η συναισθηματική συντριβή δεν έχει υποχωρήσει. Αυτός που τόσες πολλές φορές έγραψε για τον θάνατο βγάζοντας του τη γλώσσα, καταρρέει -όπως κάθε γονιός- μετά τον θάνατο του δικού του παιδιού και θρηνεί στο «Jesus Alone» και το «I Need You». Τo «Skeleton Tree» δεν μπορεί παρά να είναι το πιο πένθιμο album της καριέρας του Cave και μας κάνει χίλια κομμάτια την καρδιά επειδή είναι και το πιο αληθινό του.

Abbatoir Blues / The Lyre Of Orpheus (2004)
Μετά την ψυχρολουσία του «Nocturama» θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε με καλά επιχειρήματα ότι έφτασε η ώρα και του Nick Cave να γίνει ένας μεσήλικας ανώδυνος rocker. Αλλά έρχεται αυτό εδώ και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Το «Abbatoir Blues» είναι ένας rock n’ roll δίσκος που εκλύει τρομακτικές ποσότητες ενέργειας και, ταυτόχρονα, ένα ισοπεδωτικό blues ολοκαύτωμα. Οι Bad Seeds μοιάζουν σαν να έχουν εντοπίσει ξανά τα αρχέγονα ένστικτα τους και παίζουν με το volume στο τέρμα σε τραγούδια όπως το «There She Goes My Beautiful World», το «Get Ready For Love» και το «Hiding All Away» ενώ ακόμα και οι μπαλάντες του μοιάζουν έτοιμες να εκραγούν. Το «The Lyre Of Orpheus» είναι πιο συγκρατημένο, αλλά ξεφεύγει εύκολα από την ισοπεδωτική ανία χάρη στο αεράτο «Breathless», την country μπαλάντα «Babe, You Turn Me On» και τα ουράνια φωνητικά του London Community Gospel Choir στο «Easy Money» και του «O Children». Όσο για το ομώνυμο τραγούδι; Αν βρισκόταν στο «Nocturama» θα ήταν άλλο ένα τραγούδι χαμένης αγάπης. Αλλά ο Cave βρίσκει ξανά το κυνικό χιούμορ και βάζει την Ευρυδίκη να απειλεί τον Ορφέα ότι θα του βάλει τη λύρα στον πισινό αν τολμήσει να ξαναπαίξει.

Your Funeral… My Trial (1986)
Το «Your Funeral… My Trial» είναι ο δίσκος που διαμορφώνει οριστικά τους Bad Seeds που ξέρουμε σήμερα. Πρόκειται για ένα αριστούργημα που βάζει σε δεύτερο ρόλο τις post punk καταβολές του χωρίς να κόβει οριστικά τον ομφάλιο λώρο με αυτές, και αναδεικνύει τον Cave σε ερμηνευτή που ισορροπεί αξιοθαύμαστα ανάμεσα στην γοτθική americana του «Stranger Than Kindness» και στις πυρετώδεις απαγγελίες του «Jack’s Shadow» ή του «Hard On For Love». Οι ερμηνείες του δεν είναι πλέον για εγκλεισμό σε ψυχιατρείο, αλλά δεν χάνουν καθόλου το τεράστιο συναισθηματικό και ψυχολογικό φορτίο τους και φυσικά οι άνθρωποι για τους οποίους γράφει εξακολουθούν να περπατούν στα όρια -και λίγο πιο πέρα- της ηθικής και της λογικής. Όσο για τους υπόλοιπους; Στο «The Carny» ο Mick Harvey δημιουργεί ένα ηχητικό soundtrack βγαλμένο από τους πιο απαίσιους παιδικούς εφιάλτες, ενώ ο Blixa Bargeld διαστρέφει με απαράμιλλο στιλ τις κλασικές αμερικάνικες μελωδίες των τραγουδιών.

The Good Son (1990)
«Ο θείος Nick θα παίξει πιάνο και θα μας πει τρομακτικές ιστορίες» μοιάζουν να λένε τα τέσσερα κοριτσάκια του εξωφύλλου του «The Good Son» και η αλήθεια είναι ότι αυτός είναι ο πιο ανάλαφρος και προσιτός δίσκος της μέχρι στιγμής καριέρας του. Το 1990 είναι μια καλή χρονιά για την προσωπική ζωή του Nick Cave και είναι η πρώτη φορά που ακούμε τα τραγούδια του και τον αντιλαμβανόμαστε μόνο ως storyteller και όχι ως κάποιον που μπορεί και να μοιάζει επικίνδυνα με τους χαρακτήρες των τραγουδιών του. Kουκουλωμένες με ζεστά έγχορδα και πλήκτρα, το «Lament», το «Sorrow’s Child», το «The Ship Song», το “Lucy» και το «Foi Na Cruz» είναι σπουδαίες noir μπαλάντες, το «The Weeping Song» παραμένει το πιο παράδοξο sing along song που έχει γραφτεί ποτέ, ενώ το «The Hammer Song» και το «The Witness Song» ρίχνουν μια ματιά στο πρόσφατο παρελθόν του Cave αλλά τη συνοδεύουν με ένα πονηρό χαμόγελο.

Let Love In (1994)
Με το «Let Love In» ο Nick Cave έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με μεγαλύτερο κοινό, που δεν τον γνώριζε ή δεν ενδιαφερόταν για τη μουσική του. Συνήθως τέτοια breakthroughs διχάζουν τους παλιούς πιστούς, αλλά αυτός ο δίσκος είναι τόσο ισοπεδωτικός που δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο για παράπονα. Η αγάπη ως τιμωρία διαπερνά το ομώνυμο τραγούδι και το «Do You Love Me» χαρίζοντας στον δίσκο τη θεματική και συναισθηματική ραχοκοκκαλιά του, το «Red Right Hand» είναι μια συγκλονιστική ελεγεία εκδίκησης, ενώ το εκρηκτικό refrain του «Loverman» ακούγεται τόσο μοχθηρό που ακόμα και οι Metallica αισθάνθηκαν την ανάγκη να το διασκευάσουν. Ακόμα και οι αμετανόητοι νοσταλγοί του ανεξέλεγκτου ήχου των Birthday Party θα βρουν στο «Jangling Jack» ένα τραγούδι για να κουνήσουν καταφατικά το κεφάλι τους.

Tender Prey (1988)
Όταν ο Nick Cave κάθεται στο πιάνο και παίζει το «Watching Alice», το «Mercy» και το «Slowly Goes The Night» είμαστε βέβαιοι ότι είναι ένας crooner μεγάλης κλάσης που παίρνει τη σκυτάλη από τον Leonard Cohen και τον Scott Walker. Όταν τραγουδάει το «Up Jumped The Devil», το «Deanna» και το «Sunday’s Slave» ξέρουμε ότι η Μούσα που τον οδηγεί σε ανήλιαγα μονοπάτια και του ψιθυρίζει στο αυτί καταραμένες ιστορίες δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ. Αρκούν αυτά για να πούμε ότι το «Tender Prey» είναι ο καλύτερος δίσκος της καριέρας του; Από μόνα τους ίσως όχι, αλλά εδώ υπάρχει το «The Mercy Seat», αυτό το ηχητικό σπιράλ θανάτου, όπου η ηλεκτρική καρέκλα μετατρέπεται σε θεϊκό θρόνο και ο κατάδικος αντιμετωπίζει τη μοίρα του με προσμονή και θρησκευτική έκσταση. Και αυτό είναι αρκετό.

Στέλιος Βογιατζάκης
Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.