Ακούσαμε και βάλαμε από το λιγότερο καλό στο καλύτερα τα 12 albums των Ιρλανδών θεών.

Η ταινία «The Rocker: The Life And Music Of Phil Lynott» βρίσκεται προ των πυλών. Οι Black Star Riders, που προήλθαν από τις στάχτες των Thin Lizzy, ανανέωσαν τη συνεργασία τους με την Nuclear Blast και δείχνουν να σηκώνουν με σεβασμό και αξιώσεις την τεράστια κληρονομιά του Phil. Λίγο οι Dropkick Murphys και οι Flogging Molly που έχουν ιδιαίτερη επιτυχία εδώ και χρόνια, λίγο η επικαιρότητα που βάζει την Ιρλανδία ξανά στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, ήταν η κατάλληλη στιγμή για ένα crisis point των Ιρλανδών θεών Thin Lizzy.

Με τις προσωπικές υπερβολές του καθενός, να συγχωρούνται σε μικρό ή μεγάλο βαθμό… η δισκογραφία των Thin Lizzy από το χειρότερο προς το καλύτερο τους album.

Shades Of A Blue Orphanage (1972)
Το δύσκολο δεύτερο album των Thin Lizzy πήρε τον τίτλο του από την ένωση των groups από τα οποία προήλθαν οι Ιρλανδοί, Orphanage και Shades Of Blue. Χαρακτηρίστηκε ως απογοητευτικό από τον τύπο της εποχής και πραγματικά αν δεν ακολουθούσε το «Vagabonds Of The Western World», το «Shades Of A Blue Orphanage» θα ήταν σίγουρα η ταφόπλακα των Lizzy. Με ελάχιστες στιγμές να ξεχωρίζουν, και μια γενικότερη αίσθηση ότι επρόκειτο για leftovers που δεν κατάφεραν να βρουν μια θέση στο ντεμπούτο τους, το album θα μνημονεύεται για το ομώνυμο 7λεπτο πολύ καλό κομμάτι, τα δύο εναρκτήρια (κυρίως το «Buffalo Gal» είχε κάτι ουσιαστικό να πει), άντε και το «Call The Police» στο τέλος. Στο δίσκο συναντάμε το πρώτο τραγούδι των Thin Lizzy με τον τίτλο «Sarah» (το δεύτερο στο «Black Rose» του 1979), που γράφτηκε από τον Phil για τη γιαγιά του. Τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμα, οπότε ας κρίνουμε το «Shades Of A Blue Orphanage» για αυτό που κατέληξε να είναι. Ένα δύσκολο μάθημα για μια μπάντα που ήθελε να πετύχει και έπρεπε να δείξει επαγγελματισμό.

Thin Lizzy (1971)
Πρώτη εμφάνιση για το Ιρλανδικό τρίο σε μια άγουρη ακόμα προσέγγιση των δυνατοτήτων τους. Για τους φανατικούς του group, το κάθε album έχει τη δική του περίοπτη θέση και ακόμα και στο ντεμπούτο των Lizzy μπορεί κάποιος να βρει αγαπημένα τραγούδια, όπως το πανέμορφο «Dublin» που σιγοτραγουδιέται μέχρι σήμερα, ειδικά από όσους έχουμε ταξιδέψει στη μαγευτική Ιρλανδική πρωτεύουσα και τα -ας μου επιτραπεί ο όρος- «ροκάκια» «Return Of The Farmer’s Son» και «Things Ain’t Working Out Down At The Farm», με την όμορφη θεματολογία τους και την ακόμα πιο τίμια rock προσέγγιση. Ο δίσκος κυμαίνεται στα όρια του folk rock, ο Lynott έχει πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του, τόσο μουσικά και στιχουργικά όσο και φωνητικά. Παρόλα αυτά, πρόκειται για ένα δίσκο που δε γίνεται να μην αγαπηθεί καθώς ο κάθε οπαδός του group θα βρει ψήγματα και σημεία τα οποία δουλεύτηκαν ώστε στη συνέχεια να χτιστεί ο hard rock ογκόλιθος που κυριάρχησε στα τέλη των 70s.

Nightlife (1974)
Σταθεροί στο ετήσιο ραντεβού τους με τη δισκογραφία, οι Thin Lizzy κυκλοφορούν το 1974 το «Nightlife» βρισκόμενοι πλέον στο δυναμικό της Vertigo, και με τον Eric Bell πλέον παρελθόν. Στη θέση του έχουμε πλέον αυτό που θα γινόταν ένα από τα πλέον γνωστά κιθαριστικά δίδυμα στην ιστορία του rock, τους Scott Gorham (USA)-Brian Robertson (Scotland). Η τριάδα Lynott/Gorham/Robertson δείχνει ικανή για πολύ μεγάλα πράγματα, αλλά απ ότι φαίνεται θα κάνει συντήρηση δυνάμεων για τα επόμενα πονήματα της. Η μπαλάντα «Still In Love With You» θα αποτελεί μέχρι το τέλος τη χαρακτηριστική αντίστοιχη των Thin Lizzy, όπως κάθε μεγάλο group έχει μια χαρακτηριστική μπαλάντα, ενώ θα ξεχωρίσουν τα «Frankie Caroll», «She Knows», «It’s Only Money» και το «Philomena» που ήταν αφιερωμένο στη μητέρα του Lynott. Στο εξώφυλλο συναντάμε για δεύτερη φορά (μετά το Vagabonds) τον τεράστιο Jim Fitzpatrick. Εκτός από τα εξώφυλλα των Thin Lizzy, o Fitzpatrick είναι ο καλλιτέχνης που ευθύνεται για το πορτραίτο του Che Guevara που συναντάμε εδώ και χρόνια σε μπλούζες, δίσκους, πανεπιστημιακούς τοίχους, σαλιάρες κλπ.

Chinatown (1980)
Έχοντας περάσει την προηγούμενη τετραετία κυκλοφορώντας τη μία δισκάρα μετά την άλλη, ο πήχης ήταν ήδη πολύ ψηλά για τους Lizzy. Στις αρχές των 80s κυκλοφορούν ένα δίσκο αντάξιο της ιστορίας τους αλλά σίγουρα όχι ισάξιο με τις προηγούμενες απόπειρες τους. Είναι φυσικά όλα εδώ, οι δισολίες της κιθάρας (με τον Snowy White αντί του Robertson πλέον), τα ιδιαίτερα φωνητικά του Lynott και ο πάντα σταθερός (κι απόλυτα παρεξηγημένος για τη συνολική επιρροή του) Brian Downey στα τύμπανα. Αλλά εδώ θα βρούμε και fillers. «Didn’t I», «Hey You», το αδύναμο «Sweetheart» δε θυμίζουν το ζόρικο hard παρελθόν του group. Θα ξεχωρίσουν πάντως τα «Killer On The Loose», «Genocide», το ομώνυμο και το «Sugar Blues», με το τελευταίο να είναι το -κατά τη γνώμη μου- πιο αδικημένο τραγούδι στην ιστορία των Thin Lizzy. Τα δε προβλήματα του Lynott και του Gorham με τα ναρκωτικά έκαναν ακόμα πιο δύσκολη την περίοδο των ηχογραφήσεων κι ευτυχώς το πράγμα έστρωσε λίγο κατά την ηχογράφηση του επόμενου «Renegade». Το συγκεκριμένο αποτελεί ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου καθώς ήταν το πρώτο album της μπάντας που αγόρασα σε ηλικία 15 ετών, αν και καμιά οι συγκρίσεις είναι αμείλικτες.

Vagabonds Of The Western World (1973)
Τελευταίο album για την Decca και για τον Eric Bell και η κατάσταση μετά το απογοητευτικό «Shades Of A Blue Orphanage», σώζεται πανηγυρικά. Το album δίνει τουλάχιστον τρία κλασικά τραγούδια, ενώ ο τύπος της εποχής μιλάει ξεκάθαρα για το πρώτο σούπερ ικανοποιητικό album των Thin Lizzy. Με blues rock προσανατολισμό στο μεγαλύτερο μέρος του, το «Vagabonds» θα χαρακτηριστεί από ποιοτικά σφιχτοδεμένα τραγούδια, πολύ καλή κιθαριστική δουλειά από τον Bell, ενώ κι ένας folk άνεμος θα υπάρξει εδώ κι εκεί, ώστε να μετουσιωθεί τα επόμενα χρόνια σε hard rock εποποιία. Το «The Rocker» στέκει αγέρωχο μέχρι σήμερα ως ένας κλασικός rock ύμνος, το ομώνυμο τυγχάνει να είναι το αγαπημένο του γράφοντα με την Ιρλανδογεννή εισαγωγή, το ζόρικο μελωδικό riff του Bell αλλά και τη συνολική δομή του. Τέλος είτε προτιμάτε Metallica, είτε Dubliners, είτε Thin Lizzy, το «Whiskey In The Jar» είναι «Whiskey In The Jar», ένας εναλλακτικός εθνικός ύμνος, ένα από εκείνα τα τραγούδια που μπορούν να ενώσουν τις μεγαλύτερες μάζες ανθρώπων. Ο θρύλος είχε μόλις ξεκινήσει.

Renegade (1981)
Δεύτερος και τελευταίος δίσκος με τον Snowy White στη δεύτερη κιθάρα, το «Renegade» ήταν ένα εξαιρετικό album που μετρίασε σε μεγάλο βαθμό τις αρνητικές εντυπώσεις από το σχετικά αδύναμο «Chinatown». Με έναν πιο 80s προσανατολισμό να γίνεται εμφανής, το album βρίθει από στιβαρά hard/heavy τραγούδια με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, κάτι που έκανε το «Renegade» ένα πολύ ξεχωριστό ως άκουσμα album. Το ατμοσφαιρικό «Angel Of Death» και το ομώνυμο στέκουν ως σήμερα δύο από τα καλύτερα Lizzy τραγούδια, τα «Leave This Town» και «Hollywood», ενδεικτικά του heavy rock ήχου που χαρακτήριζε το album, ενώ ιδανικό και το κλείσιμο από τα νοσταλγικά «Mexican Blood» και «It’s Getting Dangerous». Ιδανική και η χρήση των πλήκτρων με τον Darren Wharton στο δεύτερο δίσκο του με τη μπάντα. Πολύ καλό album που δυστυχώς κυκλοφόρησε σε μια κρίσιμη για το rock περίοδο, με πολλά να αλλάζουν γύρω και τους Thin Lizzy να προσαρμόζονται στις επιταγές της εποχής, δύο χρόνια αργότερα. Προσωρινά όμως, όπως δυστυχώς αποδείχτηκε.

Fighting (1975)
Δεύτερο album για την Αγία Τετράδα Lynott/Gorham/Robertson/Downey και έχουμε να κάνουμε με έναν πάρα πολύ καλό δίσκο, ο οποίος είχε την ατυχία να ξεχαστεί σχετικά, κάτω από το βάρος και τη φήμη των εκπληκτικών μεταγενέστερων κυκλοφοριών του group. Εν μέρει αυτό γίνεται καθώς είναι ο πρώτος δίσκος στον οποίον συμμετέχουν στη σύνθεση και τα υπόλοιπα μέλη εκτός του Phil. Ένα εκπληκτικό blues rock μείγμα, μαζί με κάποιες πιο δυνατές και φοβερές hard στιγμές, και τελικό αποτέλεσμα ένα χαρμάνι τραγουδιών που ακούγονται πολύ ευχάριστα από την αρχή ως το τέλος. Εκπληκτικά και κλασικά τα «Suicide», «Ballad of A Hard Man», «Wild One», από κοντά τα «Silver Dollar» και «Fighting My Way Back», ενώ πολύ δυνατή κι η διασκευή στο «Rosalie» του Bob Seger, απο εκείνες τις διασκευές που τελικά ταυτίζουν το τραγούδι με το διασκευαστή του. Εκπληκτικό και παρεξηγημένο επίσης το «Kings Vengeance», σίγουρα δε βρήκε που του άξιζε στον κατάλογο με τις επιτυχίες των Lizzy. Σε κάθε περίπτωση το «Fighting» ήταν η απαρχή στο σερί των μεγάλων δίσκων της μπάντας.

Thunder & Lightning (1983)
1983 και τα 80s έχουν μπει για τα καλά. Όλες οι παλιές μπάντες ψάχνουν ταυτότητα. Οι οπαδοί των Lizzy ανυπομονούν να δουν πως θα προσαρμοστεί η αρμάδα του Phil. Ο τελευταίος θα κάνει την κίνηση ματ και θα φέρει στις τάξεις του group τον πολύ John Sykes που τότε είναι ήδη γνωστός από τις riffάρες που έχει γράψει για τους φοβερούς Tygers Of Pan Tang. Με τα πολλά, το «Thunder And Lightning» κυκλοφορεί και κολλάει όλο τον κόσμο στον τοίχο. Πρόκειται για ατόφιο heavy metal με φοβερή κιθαριστική δουλειά, δύο οργισμένους Lynott και Downey, και μια παραγωγή διαμάντι από τον Chris Tsangarides (του «Painkiller» ντε). Το ομώνυμο είναι όνομα και πράμα κεραυνός σκέτος, το «Cold Sweat» έχει διασκευαστεί απ όλη τη metal κοινότητα, το «Someday She’s Going to Hit Back» μπαίνει και αυτό στη λίστα με τα υπεραδικημένα Lizzy τραγούδια, γενικότερα μιλάμε για το ιδανικό φινάλε. Μέσω του εξαιρετικού αυτού δίσκου, οι Thin Lizzy μας αποχαιρέτησαν δισκογραφικά, γράφοντας μια για πάντα το όνομα τους με χρυσά γράμματα στη Βίβλο του rock.

Bad Reputation (1977)
Η ιστορία είναι γνωστή. Στο «Bad Reputation» έχουμε τρία από τα τέσσερα μέλη στο εξώφυλλο, καθώς ο… φιλήσυχος Brian Robertson έπαιξε κάτι ωραία μπουνίδια στο εξώφυλλο μια μέρα πριν την φωτογράφηση, με συνέπεια να μην τολμά φακός να τον κοιτάξει. Σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές τους, εδώ οι Thin Lizzy κοιτάνε λιγότερο προς τα blues, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι, μιας και το momentum που είχαν τότε οι Βρετανοί, η επιτυχία ήταν σχεδόν δεδομένη. Τα «Opium Trail» και «Killer Without A Cause» είναι σεμινάρια κιθαριστικού hard rock, ενώ το συναίσθημα είναι παρόν στο μεγαλύτερο μέρος του album, όπως φαίνεται από τα «Southbound» και «That Woman’s Gonna Break Your Heart». Και φυσικά ποιος δεν έχει ερωτευτεί με το αξεπέραστο «Dancing In The Moonlight»; Παρά την έκρηξη του punk εκείνη την περίοδο, ο δίσκος βρήκε θέση τόσο στα charts όσο και στο πικάπ της πλειοψηφίας των ακροατών της εποχής, ενώ ήταν κι η τελευταία κομβική κυκλοφορία πριν από το» Live And Dangerous», το απόλυτο live των Lizzy κι ένα από τα 10 καλύτερα live albums που κυκλοφόρησαν ποτέ στη rock μουσική.

Johnny The Fox (1976)
Η «αγία τριάδα» των Thin Lizzy albums ξεκινάει με το δεύτερο κατά σειρά album του 1976, το θρυλικό «Johnny The Fox». Εντελώς κατασταλαγμένοι τόσο σε σύνθεση όσο και σε συνθετικό ύφος, θα γράψουν μια πλειάδα από κλασικά hard rock τραγούδια, όχι μόνο για τη μπάντα καθεαυτή αλλά για ολόκληρο το ιδίωμα. Η χημεία μεταξύ των Gorham Robertson και του Lynott είναι στα καλύτερα της, ο Brian Downey σταθερότατος, και το «Johnny The Fox» πιάνει από τα μαλλιά τους ροκάδες της εποχής, σε μια εποχή που οι τρεις μεγάλοι του είδους Purple, Zeppelin και Sabbath είναι ήδη στα πρόθυρα του να πάρουν την κάτω βόλτα. «Don’t Believe A Word», «Massacre» και το ομώνυμο τα υπερκλασικά του δίσκου, από κοντά τα «Johnny», «Rocky» και «Fools Gold». Τέλος η μπαλάντα «Borderline», ένοχη απόλαυση πολλών fans μέχρι σήμερα. Στα συν και η συμμετοχή του γίγαντα Phil Collins σε κάποια μέρη τυμπάνων που όλως παραδόξως μέχρι σήμερα κανείς από τη μπάντα δε μπορεί να θυμηθεί σε ποιο τραγούδι χρησιμοποιήθηκαν. Η μπάντα περιοδεύει συνεχώς γιγαντώνοντας το ήδη μεγάλο της όνομα.

Black Rose: A Rock Legend (1979)
Τα τερτίπια του Robertson έχουν κουράσει τον Phil ο οποίος φωνάζει τον παλιόφιλο Gary Moore για την ηχογράφηση του «Black Rose». Το αποτέλεσμα ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Κάποια από τα καλύτερα riffs, μερικά από τα καλύτερα solos και δισολίες, ορισμένες από τις καλύτερες μελωδικές γραμμές υπάρχουν σε αυτόν τον δίσκο, όλα μαζί σαν ποτ πουρί. «Waiting For An Alibi», «Toughest Street In Town», το ενδοσκοπικό «I’ve Got To Give It Up», συνθέτουν ένα πολύ δυνατό και στιβαρό πλαίσιο ενός δίσκου καταδικασμένου να μείνει κλασικός. Κι αν τα 8 πρώτα τραγούδια είναι η πρόγευση, το κυρίως πιάτο έρχεται με τον αθάνατο ύμνο «Róisín Dubh (Black Rose: A Rock Legend)» που κλείνει το δίσκο. Όλη η τεράστια παράδοση της μουσικομάνας Ιρλανδίας περασμένη μέσα από τα πιο όμορφα riffs και leads που ακούσαμε ποτέ από τους Lizzy, στο πλέον αριστουργηματικό τραγούδι τους. Με την αναφορά στους θρύλους της χώρας στο τέλος, από τον Oscar Wilde και τον James Joyce, μέχρι τον George Best, να νοστιμίζει ακόμα περισσότερο την όλη απόλαυση. Απαραίτητο όσο και κλασικό.

Jailbreak (1976)
Το ένα και μοναδικό «Jailbreak» ήταν το κρίσιμο τρίτο album, όπως συνηθίζουμε να λέμε, της μαγικής τετράδας (με το ντουέτο Gorham/Robertson φυσικά). Και ως τέτοιο κατέληξε να είναι πιο επιτυχημένο και πιο κλασικό για τη rock μουσική, από ότι τα τσαρούχια για την Ελλάδα. Filler ούτε για πλάκα, μεθυστικά riffs κι ακόμα πιο μεθυστικές μελωδίες στις δισολίες και στα φωνητικά, τουλάχιστον 5 κλασικά τραγούδια ανάμεσα στα 9 του δίσκου, και τέλος ένα single, ένας αιώνιος rock ύμνος, ισάξιος των «Highway To Hell», «Born To Be Wild», «Smoke On The Water» και βάλτε με το μυαλό σας όποιο υπερκλασικό κομμάτι θέλετε. Μιλάμε φυσικά για το «Boys Are Back In Town». Ύμνοι τα «Warriors», «Cowboy Song», «Jailbreak», και ένα κάτι παραπάνω από ιδανικό κλείσιμο με το epic metal το ίδιο, πριν καν εφευρεθεί ο όρος epic metal. Το υπεραγαπημένο «Emerald» θα καρφωθεί στα καημένα εφηβικά αυτάκια μας και θα λατρεύεται με το ίδιο πάθος μέχρι σήμερα. Δίσκος που θέλει συνεχείς ακροάσεις και το μεγαλείο του θα ξεδιπλωθεί ολόκληρο. Οι Thin Lizzy στην αιωνιότητα.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.