Ελενα Χουσνή: «Εχει και η λογοτεχνία το πεντάγραμμό της»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΛΟΣ
Posted on Αύγουστος 30, 2018, 7:00 πμ
39 secs

Η συγγραφέας του βιβλίου «Καταραμένες Πολιτείες» μιλάει στο rockyourlife.gr για το νέο της μυθιστόρημα και εξηγεί γιατί η μουσική, από τον Leonard Cohen και τους Madrugada μέχρι τους U2 και τους Death, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της συγγραφής.

Φωτογραφίες: Ελεάννα Κωνσταντάκη

 

Καλησπέρα Ελενα. Ελπίζω να είσαι έτοιμη για μια συνέντευξη κάπως διαφορετική από αυτές που έχεις συνηθίσει να δίνεις.

Γουστάρω τρελά. Oh yeah! Ετσι δε λέτε εσείς οι ροκάδες;

Πες το κι έτσι, αλλά πριν από όλα θα ήθελα να μας ξεναγήσεις στις «Καταραμένες Πολιτείες» και να μας εξηγήσεις γιατί επέλεξες να ασχοληθείς με το ζήτημα της λέπρας στο νέο σου βιβλίο.

To ζήτημα τη λέπρας και η ζωή των Χανσενικών είναι το φόντο ενός σκηνικού διαχρονικού. Και αυτό δεν είναι άλλο από την τάση της εκάστοτε κοινωνίας να στοχοποιεί το διαφορετικό και αυτό που είναι μακριά από το κοινώς ονομαζόμενο μέσο όρο, αν και διαφωνώ πλήρως με τέτοιους όρους γιατί βάζουν μια ψυχρή στατιστική βάση στην προσέγγιση των ανθρώπων. Αφορμή ήταν το κτίριο του Λεπροκομείου στο Καρλόβασι της Σάμου που στέκει ερειπωμένο σε μια ειδυλλιακή περιοχή. Το κτίσμα αυτό μου ασκούσε μεγάλη γοητεία. Θέλησα να μάθω την ιστορία του. Ξεκίνησα με φίλους μια έρευνα για το ίδιο το κτίριο και τις ιστορίες των ασθενών που νοσηλεύτηκαν εκεί. Οι αφηγήσεις άνοιξαν μπροστά μου ένα σκηνικό, αποτρόπαιο και συνάμα γοητευτικό. Και με τον ιδιότροπο τρόπο που οι ιστορίες γεννιούνται στο μυαλό αυτού που γράφει, γεννήθηκαν και οι Καταραμένες Πολιτείες.

Πόση αλήθεια και πόση μυθοπλασία κρύβουν οι «Καταραμένες Πολιτείες»;

Πιστεύω ότι κρύβουν πολλή αλήθεια όχι με την έννοια της ανάπλασης αληθινών γεγονότων. Τίποτε από την ιστορία δεν είναι πραγματικό εκτός από μια μικρή δευτερεύουσα ιστορία. Η αλήθεια τους έγκειται στην προσπάθεια να προσεγγίσω, όσο το δυνατόν περισσότερο, την καθημερινότητα των ασθενών, την σκληρότητα της κοινωνίας, την πολύ όμορφη κοινότητα που αυτοί δημιούργησαν για να στηρίξουν ο ένας τον άλλον, την γενναιότητά τους, την μεγαλοψυχία τους. Το βαρύ ζύγι της ζωής που τους οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο αλλά αυτό έκανε την όση ζωή τους απέμενε βαρύτιμη και πολύτιμη. Μάθημα μεγάλο όλο αυτό για μένα!

Οι U2 και οι Death συνδέθηκαν με το θέμα του βιβλίου, οι μεν πρώτοι με το τραγούδι «One» που οι στίχοι καλούν τον κόσμο να γίνει αυτό που δεν είναι, και οι δεύτεροι λόγω του συγκεκριμένου τραγουδιού που έχουν γράψει το «Leprosy» από το ομώνυμο άλμπουμ τους

Η έρευνα που έκανες στο πλαίσιο της συγγραφής εκτός από τους ανθρώπους σε οδήγησε και στη μουσική. Πώς έφτασες στο σημείο να συμπεριλάβεις στίχους του Κοέν, των U2, του Iggy Pop, των Madrugada και των Death στο βιβλίο σου;

Η έρευνα ήταν αρκετά μεγάλη και θέλησα να δω πώς προσεγγίστηκε το θέμα της λέπρας στην λογοτεχνία, στα θρησκευτικά κείμενα, στον κινηματογράφο και στο τέλος και στη μουσική. Είναι πολύ ενδιαφέρον να κάνεις μια τέτοιου είδους περιπλάνηση γιατί ανακαλύπτεις στάσεις κοινωνικές αλλά και ατομικές. Η μουσική έχει κι ένα ειδικό βάρος, αφού ειδικά οι καλλιτέχνες που αναφέρεις έχουν μια πολύ ιδιαίτερη ματιά στον κόσμο, άλλοτε ποιητική, άλλοτε βαθιάς ενσυναίσθησης. Τολμώ να πω ότι στους στίχους που επέλεξα να χρησιμοποιήσω στο βιβλίο βρήκα μια αυθεντικότητα και μια ειλικρίνεια που ήταν λυτρωτική. Aπό εκεί και πέρα, όλο αυτό έχει να κάνει φυσικά και με τα δικά μου ακούσματα. Λατρεύω τον Κοέν, ένας πραγματικός ποιητής, την αναρχία του Iggy Pop, την μουσική των Madrugada. Οι U2 και οι Death από την άλλη συνδέθηκαν με το θέμα του βιβλίου, οι μεν πρώτοι με το τραγούδι «One» που οι στίχοι καλούν τον κόσμο να γίνει αυτό που δεν είναι, και οι δεύτεροι λόγω του συγκεκριμένου τραγουδιού που έχουν γράψει το «Leprosy» από το ομώνυμο άλμπουμ τους.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν γνώριζα ότι το «One» γράφτηκε για τους Χανσενικούς…

Ε, πόσα θα σας μαθαίνω πια; Ανοίξτε και καμιά μουσική εγκυκλοπαίδεια, χαχα!

Ομολογώ επίσης ότι ήταν ένα σοκ για μένα να βλέπω ένα κεφάλαιο να ξεκινά με στίχους των Death όταν το προηγούμενο φιλοξενούσε αποσπάσματα από την «Αρρωστη Πολιτεία» της Γαλάτειας Καζαντζάκη…

Είναι ίσως κι αυτό ενδεικτικό της σκληρότητας και της ευαισθησίας που είχε ο κόσμος που περιγράφεται. Οι δύο όψεις των κοινωνιών που αναπτύχθηκαν μέσα στα Λεπροκομεία. Από τη μια η απομόνωση και ο εγκλεισμός και από την άλλη η αλληλοϋποστήριξη και η βοήθεια του ενός προς τον άλλον. Εκεί που ο θάνατος ήταν το μόνο που περίμεναν, η ανθρωπιά ανάβλυζε ορμητική και σε κάθε στιγμή της καθημερινότητας. Ειδικότερα για την Γαλάτεια Καζαντζάκη ήταν και μια ευκαιρία να εκφράσω τον θαυμασμό μου για αυτή την σπουδαία κυρία των γραμμάτων και το βιβλίο της «Άρρωστη Πολιτεία», το πρώτο που γράφτηκε για την λέπρα και το οποίο πραγματικά είναι γενναίο, ευαίσθητο και λογοτεχνικά άρτιο..

«Οι στίχοι και το βιβλίο συνδέονται σε δύο επίπεδα. Πρώτον σε αυτό που περιγράφουν και δεύτερον στον ρυθμό, που άλλοτε είναι κοφτός, στακάτος, σκληρός, άκαμπτος και άλλοτε πιο εσωτερικός, λυρικός σχεδόν καθησυχαστικός»

Πάντως, όσο εύκολα μπορώ να σε φανταστώ να περιφέρεσαι στο Λεπροκομείο Καρλοβάσου ακούγοντας Λέοναρντ Κοέν άλλο τόσο δύσκολα μπορώ να σε φανταστώ να κάνεις το ίδιο ακούγοντας το Leprosy των Death. Τι θέση έχουν όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες στη μουσική βιβλιοθήκη σου;

Νομίζω ότι ο Κοέν είναι πιο κοντά στην ατμόσφαιρα του Λεπροκομείου και, όπως είπα πιο πριν, στα μουσικά ακούσματά μου. Οι Death πάλι, θα σε στενοχωρήσω, αλλά ομολογώ πως όχι. Ένα βιβλίο όμως όπως και μια μουσική βιβλιοθήκη έχει τον δικό του ρυθμό που άλλοτε είναι βελούδινος και άλλοτε εκκωφαντικά σκληρός. Έχει και η λογοτεχνία το πεντάγραμμό της. Την μουσικότητα της γραφής. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ένιωθα ότι οι παλμοί άλλοτε ήταν αυτοί ενός εν δυνάμει εμφράγματος και άλλοτε μιας απόλυτης ηρεμίας. Ίσως εκεί να οφείλεται και όλη αυτή η μουσική κλιμάκωση που αναφέρεις.

Η λέπρα ήταν μια μάστιγα της εποχής. Από την άλλη, για να σε μάθω κι εγώ κάτι, ο Chuck Schuldiner, ιθύνων νους των Death, πέθανε σε ηλικία μόλις 34 ετών από μια σύγχρονη μάστιγα, τον καρκίνο…

Δεν το ήξερα αυτό, αλλά τώρα που μου το λες με κάνει να νιώθω όμορφα που επέλεξα τραγούδι τους. Ο καρκίνος είναι και αυτός στις «ανομολόγητες αρρώστιες». Πόσοι ακόμη και σήμερα δεν λένε «πήγε από την κακιά αρρώστια;». Έχουμε γενικά μια δυσκολία να αναμετρηθούμε με τον θάνατο. Και βέβαια ο θάνατος από μια ασθένεια είναι πάντα πιο οδυνηρός γιατί διακόπτει βίαια μια ζωή, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για νέους ανθρώπους. Αλλά πρέπει να πω ότι η σχέση των Ελλήνων με τον θάνατο ήταν πάντα ιδιότυπη. Τον περιέβαλαν με σεβασμό και με οδύνη. Με φόβο και με δέος. Από την αρχαιοελληνική μυθολογία και την Κάθοδο στον Άδη μέχρι την χριστιανική θρησκεία, το τελετουργικό του αποχαιρετισμού είναι οργιαστικό. Καμιά φορά σχεδόν απάνθρωπα σύνθετο για αυτόν που πενθεί.

Εκτός από τα παραπάνω συγκροτήματα βρήκες και άλλα που έχουν αναφερθεί άμεσα ή έμμεσα στη λέπρα αλλά τελικά δεν βρήκαν θέση στο βιβλίο σου;

Όχι η αλήθεια είναι ότι τα υπόλοιπα μουσικά ακούσματα που είχα κατά την διάρκεια συγγραφής του βιβλίου ήταν πιο κοντά στην διάθεση της στιγμής ή σε σχέση με την καμπή της ιστορίας. Πάντα, ακούω μουσική όταν γράφω. Νιώθω ότι με κάποιο τρόπο αυτό καθαρίζει το μυαλό μου. Ας πούμε στις «Καταραμένες Πολιτείες», μια που ανέφερες πριν τους Μadrugada, άκουσα μυριάδες φορές το «This old house» και το «Ηoney Bee» όπως και το «Dead and lonely» του Tom Waits.

Τώρα που έμαθα πώς πέθανε ο ιθύνων νους των Death χαίρομαι που επέλεξα τραγούδι ους. Ο καρκίνος είναι και αυτός στις «ανομολόγητες αρρώστιες». Πόσοι ακόμη και σήμερα δεν λένε «πήγε από την κακιά αρρώστια;».

Έχω την εντύπωση ότι η επιλογή των στίχων με τους οποίους προλογίζεις κάποια κεφάλαια δεν είναι τυχαία. Και μιλάω για την ένταση που κρύβουν οι στίχοι, όχι η μουσική. Είναι έτσι;

Nαι έτσι είναι. Συνδέονται σε δύο επίπεδα. Πρώτον σε αυτό που περιγράφουν, εννοώ την σχέση των στίχων με το κάθε κεφάλαιο και δεύτερον στον ρυθμό που ανέφερα πριν και που άλλοτε είναι κοφτός, στακάτος, σκληρός, άκαμπτος και άλλοτε πιο εσωτερικός, λυρικός σχεδόν καθησυχαστικός. Είναι τα δύο πρόσωπα του βιβλίου, τα δύο πρόσωπα της ανθρώπινης φύσης, τα δύο, τελικά, πρόσωπα της ζωής. Και κάπου ανάμεσα το ρέμα που χώριζε τους ζωντανούς από τους οιονεί νεκρούς στο Λεπροκομείο και το σύνορο που χωρίζει αυτό που είμαστε από αυτό που θέλουμε να γίνουμε στην ζωή μας. Η ένταση στα λόγια αλλά και στη μουσική αυτό θέλει να υπονοήσει… Ή αντιστοίχως η απουσία έντασης.

Το ερειπωμένο κτίριο του Λεπροκομείο Καρλοβάσου στη Σάμο, στα χαλάσματα του οποίου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα της Ελενας Χουσνή.

Πολλές φορές όταν διαβάζουμε δημιουργούμε σκηνές στο μυαλό μας οι οποίες δυναμώνουν πολύ με την κατάλληλη μουσική. Εσύ έχεις επιχειρήσει να ακούσεις τα τραγούδια στα οποία αναφέρεσαι γράφοντας ή διαβάζοντας το βιβλίο;

Γράφοντας, πολύ συχνά. Όταν τραγούδια και κεφάλαια συνταιριάστηκαν και κυρίως στο στάδιο της επιμέλειας, της τελικής διόρθωσης, άκουγα και ξανάκουγα τα τραγούδια μέχρι που μουσική και κείμενο ένιωθα ότι γίνονταν ένα, ότι αποκτούσαν μια εσωτερική συνοχή, μια σχέση, μια σύνδεση. Το ξέρω ότι ίσως αυτό ακούγεται περίεργο αλλά έτσι το βίωσα εγώ συγγραφικά. Όσο για το διαβάζοντας, δυστυχώς τελειώνοντας ένα βιβλίο, μου είναι αδύνατον να επανέλθω και να το διαβάσω. Θεωρώ ότι αφενός έχει πάρει το δρόμο του, έχει αυτονομηθεί πια από μένα και ανήκει στους αναγνώστες και αφετέρου φοβάμαι ότι θα δω όλες εκείνες τις αδυναμίες που θα μπορούσα να αποφύγω, όλα τα σημεία που θα μπορούσα να έχω δουλέψει ακόμη περισσότερο και αυτό με στενοχωρεί. Βέβαια, ούτως ή άλλως τα θετικά και οι αδυναμίες θα φτάσουν σε σένα μέσω των αναγνωστών και της κριτικής τους και έτσι έμμεσα θα ξαναδείς κάποια σημεία του βιβλίου.

Γενικά, όταν διαβάζεις σου αρέσει να ακούς μουσική. Και αν ναι τι προτιμάς;

Όταν διαβάζω ακούω μουσική ανάλογα με αυτό που διαβάζω. Είναι αυτό που σου είπα ότι σε κάθε βιβλίο υπάρχει ένας ρυθμός, μια μουσικότητα του κειμένου. Έχω διαπιστώσει ότι συνήθως ακούω μουσική όταν αυτός ο ρυθμός είναι πιο ήπιος, πιο απαλός, πιο soft. Όταν όμως είναι πιο καταιγιστικός, νιώθω ότι η μουσική θα με αποπροσανατολίσει και το αποφεύγω. Αλλά πάλι δεν υπάρχει κανόνας σε αυτό γιατί είναι και ζήτημα διάθεσης.

Στην παρουσίαση του βιβλίου σου στη Σάμο οι δύο κυρίες που κοσμούν το εξώφυλλο του βιβλίου σου τραγούδησαν κομμάτια που έλεγαν στους αρρώστους του λεπροκομείου για να τους διασκεδάσουν. Θα μπορούσες, θα ήθελες, θα φανταζόσουν μια… εναλλακτική παρουσίαση που θα ακούγονται ως «χαλί» τα τραγούδια στα οποία κάνεις αναφορά στο βιβλίο;

Αυτό είναι μια εξαιρετική ιδέα την οποία δεν είχα σκεφτεί και, ναι θα ήθελα πολύ να συμβεί. Μακάρι να τα καταφέρω, έστω και με κάποια από τα μουσικά κομμάτια. Όσο για τις δύο κυρίες πρέπει να πω ότι ήταν ασύλληπτα συγκινητικό να τις βλέπεις και να σκέφτεσαι, με φόντο το ερειπωμένο κτίριο του Λεπροκομείου σε ένα σκηνικό ομορφιάς και εγκατάλειψης ότι το ίδιο έκαναν 65 χρόνια πριν. Και ήταν μια στιγμή που πέτρωσε τις καρδιές όλων μας αλλά και μας δημιούργησε μια πρωτόγνωρη γλύκα. Ανεπανάληπτη στιγμή για μένα που ίσως δεν θα ξαναζήσω με τέτοια ένταση σε παρουσίαση βιβλίου μου.

Σκέψου το λοιπόν για την παρουσίαση στην Αθήνα, όπου ελπίζω να έχουμε την ευκαιρία να τα πούμε από κοντά.

Κι εγώ θα χαρώ πολύ. Η παρουσίαση θα γίνει την Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου και ώρα 20:00, στο Polis Art Café (Πεζμαζόγλου 5, στο αίθριο της Στοάς του Βιβλίου).

Το βιβλίο της Ελενας Χουσνή με τίτλο «Καταραμένες Πολιτείες» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΥΦΑΝΤΑ ISBN: 978-618-82233-8-7 Σελ.: 388 Τιμή: € 13.00

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΛΟΣ
Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...