Η νέα οικογενειακή τραγωδία στο Μαρκόπουλο Αττικής προφανώς και δεν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αλλά δεν παύει να είναι μια υπενθύμιση της τοξικότητας που αποπνέει πλέον σε σημαντικό βαθμό το μοντέλο της ελληνικής οικογένειας που ακολουθήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.

Το μοντέλο δηλαδή της ψευδαίσθησης μιας ελευθερίας με το γονικό μαξιλάρι να είναι πάντα παρόν και ενίοτε να επιβαλλόταν με ξεκάθαρο ή μη τρόπο. Τοξικές εξαρτημένες σχέσεις, τόσο στα πλαίσια μιας άρρωστης οικονομίας που σχηματίζεται από μια σκουριασμένη ανθρώπινη αλυσίδα βρωμικων συσχετισμών, αλλά και λόγω των ίδιων των κοινωνικών δομών, του ψευτοπροοδευτισμού των 80s ο οποίος ήταν καλός για τα ξενοπηδήματα αλλά εξαφανίστηκε μόλις το παιδί μας εμφανίστηκε με τσιγάρο ή με γκόμενο να κάνει βόλτα στη γειτονιά, του χριστιανοταλιμπανισμού ο οποίος λειτούργησε ως άλλοθι πίσω από το οποίο κρυβόταν η κοινωνία για τη απότομη σοδομοποίηση της σε όλους τους άλλους τομείς. Οικογενειακές καταστάσεις που διατηρήθηκαν, δε δουλεύτηκαν διότι κανείς δε γνώριζε πως να τις δουλέψει – ήταν αρκετή έτσι κι αλλιώς η ικανοποίηση της κοινωνικής επιταγής για γάμο και παιδί σε «νορμάλ» ηλικία -, κι έτσι από την οικογενειακή θαλπωρή περάσανε στο άλλο άκρο της ακραίας ίσως αλλά δικαιολογημένης σε μεγάλο βαθμό παρομοίωσης με φυλακή.

Με την κρίση δεν χρεοκόπησε μόνο η ελληνική οικονομία αλλά και αυτό το οικογενειακό πρότυπο καθώς είναι πλέον ολοφάνερο πως κάτι καινούριο πασχίζει να γεννηθεί ως οικογενειακό μοτίβο, απροσδιόριστο ακόμα

Η ενδοοικογενειακή βία, είτε ψυχολογική είτε σωματική, οι εντάσεις, οι υπερβολικοί καβγάδες κατά το μεγάλωμα των παιδιών, είναι συχνότατα φαινόμενα στην ελληνική κοινωνία τα οποία όμως δεν πρόκειται να γίνουν άμεσα αντιληπτά από όσους έχουν ένα σχετικά σταθερό και νορμάλ οικογενειακό περιβάλλον, καθώς θα τους ακουστούν απλά ως στατιστικά μεγέθη που βρίσκουν εφαρμογή σε κάποιο άλλο «μακρινό» σπιτικό περιβάλλον. Η οικονομική κρίση και τα αντίστοιχα προβλήματα, η χειραφέτηση της γυναικείας παρουσίας που ακόμα είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή από το μέσο συντηρητικό Έλληνα, η εφηβεία των παιδιών που αποτελεί ένα πάρα πολύ κρίσιμο στάδιο στη ζωή τους με την όποια λάθος διαχείριση από την πλευρά των γονιών να επηρεάζει τη μετέπειτα ψυχοσύνθεση τους. Όλα αυτά αποτελούν προκλήσεις για το κάθε ζευγάρι και αυτό που λίγο πολύ δε θέλουμε να καταλάβουμε ως κοινωνία είναι ότι απαιτείται τεράστια προετοιμασία, ψυχική και γνωσιολογική, για να αντεπεξέλθει κανείς σε έναν τέτοιο ρόλο. Έτσι ώστε οι σχέσεις γονιού-παιδιού να καταλήξουν ουσιαστικές, φιλικές αλλά όχι επιβλητικές, συμβουλευτικές αλλά όχι καταναγκαστικές. Διότι καλώς ή κακώς οι κοινωνικές αλλαγές προμηνύουν πως η οικογένεια-πυροσβέστης είναι κάτι που θα εκλείψει στο μέλλον και ίσως έρθει μια πιο απότομη ωρίμανση, τόσο στην κοινωνία σαν σύνολο όσο και στο κάθε μέλος της ξεχωριστά.

Με την κρίση δεν χρεοκόπησε μόνο η ελληνική οικονομία αλλά και αυτό το οικογενειακό πρότυπο καθώς είναι πλέον ολοφάνερο πως κάτι καινούριο πασχίζει να γεννηθεί ως οικογενειακό μοτίβο, απροσδιόριστο ακόμα. Έχει ίσως να κάνει και με το τσιτάτο της Άυν Ραντ που έλεγε πως για να πεις I love you πρέπει πρώτα να πεις I, ειδάλλως πρόκειται για αγάπη παρασιτική και εν μέρει καταστροφική και για τους δύο. Η χειραφέτηση του νέου ανθρώπου δε θα έρθει όχι με ένα αλλά ούτε με δέκα νομοσχέδια για κάνναβη και αλλαγή φύλου. Είναι μια επίπονη διαδικασία για την οποία πρέπει να γκρεμιστούν αντιλήψεις πολλών δεκαετιών και να υπάρξουν αναπόφευκτες συγκρούσεις. Και θα έρθει μόνο όταν το «σ’ αγαπώ» που ακούει κάποιος από την οικογένεια του θα λειτουργεί ως κίνητρο και παρότρυνση πάρα ως βάρος δέσμευση και υποχρέωση. Κι αυτό διότι μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες προτάσεις που θα ακούσεις ποτέ σου είναι το «Είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια».

Η ελληνική φαμίλια λειτουργούσε πάντα σε ανταλλακτικά πλαίσια. Υπήρχε πάντα ένα μοτίβο του στιλ «σ’ αγαπώ, τώρα δώσε μου κάτι» που είτε αφορούσε υλικές παροχές είτε κάποιου είδους ηθική ικανοποίηση. Λες και η αγάπη εκφράζεται πάντα με τον πνιγμό της προσωπικής επιθυμίας σε σχέση με κάποιο οικογενειακό «κοινό» καλό που σπανίως θα μας βρει σύμφωνους και δεν είναι απαραίτητο ότι μακροπρόθεσμα θα λειτουργεί πάντα υπέρ μας. Το μοτίβο αυτό χρεοκόπησε. Η απαλλαγή των συντηρητικών μυαλών από την πεποίθηση ότι τα παιδιά είναι ιδιοκτησία των γονιών, είναι το πρώτο βήμα ώστε να καθιερωθεί μια διαφορετική κουλτούρα χειραφέτησης που θα μεταμόρφωνε την ελληνική κοινωνία προς το καλύτερο. Καθώς θα είχε και άμεσες επιπτώσεις τόσο στην πολιτική όσο και κατά προέκταση στην οικονομική κουλτούρα του τόπου. Μακάρι να είναι αυτό το θετικό που θα αφήσει η κρίση που διέρχεται η χώρα μας. Καθώς είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο ιστορικός του μέλλοντος θα δει την παρούσα αρνητική συγκυρία ως μαγιά για το πλάσιμο των συνειδήσεων και τις βεβαιότητες των επόμενων γενεών. Οψόμεθα.

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.