Είναι άδικο που η τελευταία μας ανάμνηση από τον Chris Cornell ήταν η εμφάνιση του στο πλευρό της Άννας Βίσση, και είναι κρίμα που την τελευταία φορά που ασχοληθήκαμε μαζί του ήταν μόνο για να τρολάρουμε ανελέητα αυτήν την επιλογή.

Φυσικά, κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί πριν από ένα μήνα τι θα συνέβαινε σήμερα, αλλά όσο ξαναδιαβάζω όσα γράφαμε τότε στο Facebook τόσο πιο άβολα αισθάνομαι. Αλλά τουλάχιστον καταλαβαίνω ότι πίσω από τα απαξιωτικά σχόλια κρυβόταν πραγματικός θαυμασμός και σεβασμός. Τι κάνει και που το πάει η μεγαλύτερη rock φωνή των 90‘s, ήταν το αγωνιώδες ερώτημα που κρυβόταν πίσω από τα οργισμένα κείμενα. Γιατί, τώρα που έπεσε η αυλαία, μπορούμε να το πούμε με ασφάλεια: ο Chris Cornell ήταν ο καλύτερος τραγουδιστής της γενιάς του.

Πάντα είχαμε στο μυαλό μας τον Chris Cornell ως τον συνοδοιπόρο του Kurt Cobain, του Eddie Vedder, του Layne Staley και του Mark Arm στηνgrunge εμπροσθοφυλακή που σάρωσε τον πλανήτη στα τέλη των 80‘s και στις αρχές των 90′s. Έτσι είναι, με μια μεγάλη διαφορά. Από όλους τους, ο Cornell ήταν αυτός που εξέφραζε λιγότερο την grunge αισθητική και αυτός που έμοιαζε λιγότερο πρόθυμος να αφήσει πίσω του το ιδεώδες του κλασικού rock star των προηγούμενων δεκαετιών. Αν έκανε διαφορετικά θα πρόδιδε το χάρισμα του.

Προικισμένος με μια τεράστια φωνή που παρέπεμπε σε έναν περισσότερο μεταλλικό Robert Plant, ο Chris Cornell δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους υπόλοιπους τραγουδιστές της σκηνής του Seattle. Δεν ήταν ενδοσκοπικός όπως ο Vedder, δεν ήταν οργισμένος punk όπως ο Arm, δεν ήταν αυτοκαταστροφικός όπως ο Staley και σίγουρα δεν είχε τον συνδυασμό όλων των παραπάνω όπως ο Cobain. Ήταν ένας frontman από το παρελθόν, από αυτούς που το grunge έμοιαζε έτοιμο να καταβροχθίσει. Είχε ωστόσο το καλό γούστο και την αίσθηση του μέτρου για να δημιουργήσει τους Soundgarden, μια μπάντα με βαθιές ρίζες στο heavy metal που δεν είχε καμία σχέση με τις υπερβολές που κόντεψαν να διαλύσουν τη σκληρή μουσική στα τέλη των 80’s.

Ακούγοντας δίσκους όπως το “Louder Than Love”, το “Badmotorfinger” και το “Superunknown” συνειδητοποιούμε ότι ο Cornell δεν ήταν ο τραγουδιστής με τον οποίον μπορούσε κάποιος να ταυτιστεί. Το ταλέντο του δεν ήταν γήινο όπως του Cobain. Ήταν ο rock ημίθεος, που ενσάρκωνε τον Κανόνα και γι’ αυτό έμοιαζε απρόσιτος. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε συναίσθηση ότι όλο αυτό το παιχνίδι δεν ήταν τίποτα άλλο από εικόνα. Μιλώντας για το “Jesus Christ Pose” είχε πει ότι “το βλέπεις σε πολλούς όμορφους ή διάσημους που χρησιμοποιούν αυτό το σύμβολο για να δηλώσουν ότι είναι θεότητες ή ότι με κάποιο τρόπο καταδιώκονται από το κοινό τους”. Ο Cornell γνώριζε πολύ καλά ότι ο rock κόσμος ήταν ένα μεγάλο θέατρο και απέφυγε συνειδητά να απορροφηθεί από αυτό.

Πάντως, έπαιξε πολύ καλά το παιχνίδι και στην πορεία της καριέρας του έκανε ό,τι θα έκανε κάθε μεγάλος rock star που σέβεται τον εαυτό του. Τραγούδησε στους Audioslave, ένα supergroup που είχε τη μοίρα των περισσότερων supergroups, δηλαδή ήταν πολύ ενδιαφέρον στην αρχή αλλά κάηκε γρήγορα, ηχογράφησε προσωπικούς δίσκους κάποιοι εκ των οποίων ήταν ευπρεπείς και φυσικά συμμετείχε στην επανένωση του συγκροτήματος με το οποίο έγινε διάσημος. Ίσως η πιο μεγάλη αναγνώριση της βιομηχανίας του θεάματος προς το πρόσωπο του, όμως, ήταν όταν κλήθηκε να γράψει με τον David Arnold και να τραγουδήσει το “You Know My Name”, το οποίο ήταν το τραγούδι των τίτλων της ταινίας “Casino Royale”. Όπως ξέρουμε όλοι πλέον, τα τραγούδια των ταινιών του James Bond είναι μια αποστολή που αναλαμβάνουν μόνο οι κορυφαίοι ή οι πιο δημοφιλείς της κάθε εποχής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η καριέρα του Cornell μακριά από τους Soundgarden είχε και τις αποτυχίες της. Στα μάτια πολλών, αυτές οι αποτυχίες σε συνδυασμό με το όχι και τόσο διακριτικό φλερτ του με τον κόσμο της pop -θυμηθείτε το “Scream” και την παραγωγή του Timbaland- τον έφεραν ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα στην κλίμακα της αξιοπιστίας σε σύγκριση με “μάρτυρες” όπως ο Cobain και ο Staley ή με αυτούς που ακολουθούν με συνέπεια το αρχικό τους όραμα, όπως ο Vedder και ο Arm. Ίσως έχουν δίκιο, αλλά τον Chris Cornell δεν θα τον θυμόμαστε γι’ αυτά. Θα τον θυμόμαστε επειδή οι Soundgarden μαζί με μερικούς άλλους έδωσαν στο rock το φιλί της ζωής ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε και επειδή φωνή σαν τη δική του θα ακούσουμε ξανά σε 20 χρόνια.

Στέλιος Βογιατζάκης
Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.