Να γιατί Rock N Roll Hall Of Fame άργησε πολύ να εντάξει τους Journey στο πάνθεον των rock ηρώων.

Ας υποθέσουμε ότι το Rock N Roll Hall Of Fame είναι ένας σοβαρός rock θεσμός, και όχι ένα φαντεζί συμπλήρωμα της rock υποκουλτούρας. Τότε άργησε πολύ. Άργησε πολύ να εντάξει τους Journey καθώς η συνεισφορά αυτού του συγκροτήματος στη μουσική ξεφεύγει από τα στεγανά μιας καλής απόδοσης σε κιθάρα ή drums, μιας πολύ καλής ενορχήστρωσης, μιας γεμάτης αρένας, ενός δίσκου με κάποια εκατομμύρια πωλήσεων.

Οι Journey ήταν από εκείνα τα συγκροτήματα που κατάφεραν κάτι που αποδίδεται σε πολύ λιγότερα συγκροτήματα από όσα νομίζει ο καθένας μας. Για μια περίοδο οι Journey είχαν ενώσει το μουσικό κοινό. Την pop νεολαία, τους παλιοροκάδες που κάνανε τη μετάβαση στα 80s, τους metalheads που ένιωθαν πολύ ευχάριστα με το μελωδικό hard ήχο τους, τον κόσμο όλο με τα τόσο προσωπικά τραγούδια τους. Οι Journey ήταν και είναι ένα τεράστιο συγκρότημα. Και σαν τέτοιο, με την αφορμή της ένταξης του στο Rock N Roll Hall of Fame, θα επιχειρήσουμε μια κατάταξη των studio albums τους από το χειρότερο προς το καλύτερο. Πάντα μέσα από προσωπικό πρίσμα…

Arrival (2001)
Παρόλο που δεν υπάρχει αυτό που λέμε «κακό album των Journey» το «Arrival» χάνει σε σύγκριση με τα υπόλοιπα πονήματα του Αμερικανικού μεγαθηρίου καθώς αφενός βγαίνει σε μια κομβική περίοδο με τη μπάντα να ψάχνει τα πατήματα της στη μετά-Steve Perry εποχή, αφετέρου το μελωδικό hard rock τους πλέον είναι εκτός μόδας. Οι φανατικοί οπαδοί θα μείνουν ικανοποιημένοι αλλά πολύ δύσκολα θα προστεθούν νεότεροι καθώς ο δίσκος μετά από αρκετά ακούσματα θα καθιερωθεί ως ένα αρκετά καλό ως πολύ καλό AOR album και θα σκονίζει περήφανα κάποιο ράφι. Ο νέος Steve Augeri παρόλο που έχει την πιο δύσκολη αποστολή στον κόσμο θα τα καταφέρει αρκετά καλά, ενώ η μπάντα θα σταματήσει τη συνεργασία με την Columbia Records, συνεργασία που κρατούσε από το 1975. Σε καμία περίπτωση δε μιλάμε για κακό δίσκο αλλά Journey είσαι, απαιτήσεις δημιουργείς.

Generations (2005)
Στο δεύτερο album με τον Augeri στα φωνητικά, η μπάντα δείχνει να έχει καταλάβει την καινούρια της θέση στη μουσική πραγματικότητα, κάτι που μόνο θετικό αντίκτυπο έχει καθώς οι Journey ακούγονται πραγματικά απελευθερωμένοι. Κυκλοφορούν ένα δίσκο που παρόλο που δεν πιάνει τα standards του παρελθόντος, είναι φανερό ότι δημιουργήθηκε πρωτίστως για τη δική τους ευχαρίστηση. Ο Schon ροκάρει ασύστολα χωρίς να περιορίζεται από τις όποιες φόρμες τον ανάγκαζαν κατά καιρούς να συμμετέχει ο Jonathan Cain και κυρίως ο Perry, ενώ ο δίσκος δεν κουράζει παρά τα 73 λεπτά του. Χαρακτηριστικό και το γεγονός ότι τα lead φωνητικά μοιράζονται ενίοτε ο Ross Valory και ο πολύς Dean Castronovo. Δυστυχώς οι χαμηλές πωλήσεις και το απογοητευτικό πλασάρισμα στα charts σήμανε το τέλος της συνεργασίας με τον Steve Augeri κάτι που όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια δε σταμάτησε το τρένο των Journey.

Eclipse (2011)
Δεύτερο album με τον Arnel Pineda στα φωνητικά, ο οποίος συμμετέχει ενεργά και στη σύνθεση δίνοντας σημαντική χείρα βοηθείας στους Schon και Cain. Ιδιαίτερα ποιοτικό album θα χαρακτηριστεί από την αλλαγή του ήχου της κιθάρας του Neil Schon, καθώς μπορεί να παραμένει σε αυθεντικά hard rock μονοπάτια αλλά είναι φανερή η τάση προς πιο μοντέρνες φόρμες, στα χνάρια συγκροτημάτων που διαμόρφωσαν τον αμερικανικό rock ήχο στα 00s. Ταυτόχρονα όμως δείχνει να αναβιώνει η prog rock αισθητική των πρώτων χρόνων του group, με διάφορες πινελιές εδώ κι εκεί, κάτι που μόνο στα θετικά μπορεί να προστεθεί. Ακόμα ένα ατού του δίσκου, η παραγωγή του Kevin Shirley, του «ανθρώπου των σπηλαίων» όπως είναι γνωστός στη rock κοινότητα, με βιογραφικό που περιλαμβάνει Iron Maiden, Led Zeppelin, Rush και πολλούς άλλους.

Next (1977)
To «Next» είναι αυτό που συνηθίζουμε να λέμε το «δύσκολο τρίτο album» όπου ναι μεν οι prog διαθέσεις και τα πολύπλοκα θέματα του Rolie έχουν καθιερωθεί στη συνείδηση αρκετών οπαδών, φωνάζει όμως από μακριά το πράγμα ότι είναι ώρα για ανανέωση. Από τη μία η έλλειψη ραδιοφωνικού airplay, απαραίτητου συστατικού για την επιβίωση μιας μπάντας εκείνη την εποχή, κι από την άλλη η απουσία «κανονικού» τραγουδιστή που θα βοηθήσει στη δημιουργία τραγουδιών με αρχή μέση και τέλος και κατά προέκταση στην όποια εμπορική επιτυχία. Παρόλα αυτά το ταλέντο του Schon είναι για μια ακόμα φορά εδώ, κι ο δίσκος αποτελεί ιδιαίτερα ένοχη απόλαυση για τους παλαιοprogsters που ηδονίζονται με την πειραματική διάθεση των Deep Purple, των Uriah Heep και άλλων μεγαθηρίων της εποχής. Τα καλύτερα θα ερχόντουσαν σύντομα…

Trial By Fire (1996)
Μια ιδιαίτερη από κάθε άποψη επιστροφή. Όσο αθόρυβα και ύποπτα εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο οι Journey, το ίδιο αθόρυβα επέστρεψαν με ένα ιδιαίτερα αξιοπρεπές reunion album. Η θρυλική πεντάδα (Perry, Schon, Cain, μαζί με το rhythm section των Valory και του παικταρά Steve Smith), παρόλο που εν έτει 1996 περίμενες κανείς πως δε θα είχε ιδιαίτερη θέση στο μουσικό γίγνεσθαι, κυκλοφορεί το πολύ καλό «Trial By Fire», πιστή στο μελαγχολικό με ξεσπάσματα hard rock που την ανέδειξε στο μουσικό stardom. Η φωνή του Steve αψεγάδιαστη κι αλάνθαστη, απαραίτητο συστατικό μαζί με τα κέφια των Schon και Cain που προσθέτουν άλλο ένα λιθαράκι στο μύθο του group. Στα συν και η υποψηφιότητα για Grammy της εξαιρετικής μπαλάντας «When You Love A Woman», που έφτασε μέχρι το Νο.12 του Billboard. Από τα πολύ αγαπημένα albums επανένωσης.

Journey (1975)
Κάπου εδώ ξεκινάνε όλα σε μια μορφή της μπάντας πολύ διαφορετική από αυτήν με την οποία γέμιζε στάδια κάποια χρόνια αργότερα. Στις επιταγές του πολυσχιδούς prog rock της εποχής και με εμφανείς τις επιρροές από το songwriting των Santana, πρώην μπάντας των Neil Schon και Gregg Rolie, ο δίσκος αποτελεί ένα από τα τρία διαμαντάκια της πρώτης περιόδου, με έναν Schon να ξεδιπλώνει σιγά-σιγά το ταλέντο του στη ρυθμική κιθάρα και στη σύνθεση (ποτέ δεν ήταν ο καλύτερος σολίστας), ενώ ο Rolie αποτελεί τεράστιο κεφάλαιο καθώς και ποτέ να μην υπήρξε η περίοδος του Steve Perry, θα μιλούσαμε για εκείνο τo group των 70s που άφησε μεγάλη παρακαταθήκη στο prog rock, πλάι σε groups όπως οι Kansas και οι Atomic Rooster. Και σε μια περίοδο που τα πλήκτρα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο και ο πολύς Rolie (με θητεία στο φεστιβάλ του Woodstock) ήξερε πως να ανταποκριθεί.

Revelation (2008)
Παρά τις ποιοτικές κυκλοφορίες των Journey από το millenium και μετά, το «Revelation» του 2008 είναι ίσως το μοναδικό album που μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τους θρυλικούς δίσκους των προηγούμενων δεκαετιών. Ο δίσκος είναι Journey από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο, τα τραγούδια εδώ κι εκεί μπορούσαν να βρεθούν κάλλιστα σε ένα «Frontiers», ενώ το στοίχημα με τον νέο Arnel Pineda κερδίζεται πανηγυρικά. Ο Φιλιππινέζος δεν πέφτει στην παγίδα να αντιγράψει τον Perry (παρόλο που η χροιά της φωνής του μοιάζει) αλλά ντύνει τα τραγούδια με τις προσωπικές του πινελιές και δημιουργεί ιδιαίτερο εφησυχασμό στον Schon και τους υπόλοιπους για το μέλλον. Θριαμβευτική είσοδος στα charts, πλατινένιο το album σε χρόνο dt, η μπάντα δείχνει να έχει ξανά στέρεες βάσεις ώστε να συνεχίσει να δημιουργεί ποιοτικότατο arena rock για τους παλιούς αλλά και τους νέους πλέον οπαδούς.

Look Into The Future (1976)
Το «Look Into The Future» είναι το μεσαίο από την τριάδα albums της πρώτης περιόδου των Journey και έμελλε να είναι το καλύτερο. Αυτό έγινε καθώς η μπάντα ξέφυγε από τις περίπλοκες prog δομές του ντεμπούτου τους, για χάρη μιας πιο άμεσης προσέγγισης. Παρόλα αυτά οι πειραματισμοί και η fusion διάθεση των Rolie και Schon ήταν και πάλι εκεί κι έτσι με τα πολλά επιτεύχθηκε ο κατάλληλος συνδυασμός prog αισθητικής και άμεσου rock songwriting. Στα τύμπανα ο πολύς Aunsley Dunbar (μετέπειτα σε Whitesnake και UFO) δίνει το δικό του στίγμα στο album, ενώ από τα ηχεία θα παρελάσουν κάποιες πολύ όμορφες μελωδίες που θα θυμίσουν τους Boston, τους Kansas και άλλους παρόμοιους μεγάλους του αμερικανικού rock (χωρίς απαραίτητα να έχουν πάρει όνομα από πόλη..). Η μπάντα με το συγκεκριμένο album έφτιαξε το κοινό της που με πολλή επιτυχία αυγάτισε στο μέλλον που ερχόταν.

Raised On Radio (1986)
Οι Journey είναι πλέον ξεκάθαρα η μπάντα του Steve Perry. Είναι υπεύθυνος για τη μουσική κατεύθυνση, για το ποιος θα παίξει στο δίσκο, για τα πάντα. Το rhythm section απολύεται και στο μπάσο έχουμε πλέον τον Randy Jackson, τον γνωστό κριτή του American Idol. Επηρεασμένος κι από τον προσωπικό του δίσκο θα δώσει σε σημεία στο «Raised On Radio» του 1986 έναν pop προσανατολισμό, και πολλές φορές θα φέρει κανείς στο μυαλό του τα φωνητικά θέματα κάποιων Hall & Oates ή κάποιου Stevie Wonder! Σε άλλες όμως στιγμές, το μεγαλείο του «Journey Hard Rock» όπως το μάθαμε και το αγαπήσαμε είναι εδώ. Απόδειξη εκτός των άλλων το «Be Good To Yourself», ένα από τα καλύτερα και πλέον παραγνωρισμένα τραγούδια των Αμερικανών. Παρόλα αυτά οι αρχηγικές τάσεις του Perry εξοργίζουν τον manager Herbie Herbert και τους υπόλοιπους και το σχίσμα δε θα αργήσει να συμβεί.

Departure (1980)
Το πλέον μεταβατικό album των Journey καθώς αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ της ώριμης 70s περιόδου με το μεστό και συνθετικά άρτιο hard rock και της 80s περιόδου με το εμπορικό θαύμα που έκανε τη μπάντα superstars. Τελευταίο album του Gregg Rolie με το συγκρότημα, ο οποίος είχε καταλάβει το δρόμο που θα ακολουθούσαν οι Journey στο μέλλον κι ως μη σύμφωνος με αυτόν, αποχώρησε μετά από την κυκλοφορία του «Departure». Το εναρκτήριο «Any Way You Want It» παραμένει και σήμερα μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους, ενώ η συνέχεια ανήκει στο ύφος των «Evolution» και «Infinity» με πολύ καλές εδώ κι εκεί στιγμές που όμως δεν έφτασαν την ποιότητα των προαναφερθέντων μεγαθηρίων. Το πλέον μοσχοπουλημένο μέχρι τότε album της μπάντας, έθεσε τα θεμέλια και την επόμενη χρονιά ο απόλυτος θρίαμβος θα ήταν εκεί στον οδοστρωτήρα που λεγόταν «Escape».

Frontiers (1983)
Το μεγάλο στοίχημα για τους Journey καθώς μετά από την τεράστια επιτυχία του «Escape» όφειλαν να βγάλουν δίσκο αντάξιο και της προηγούμενης κυκλοφορίας αλλά και της ιστορίας τους συνολικά. Θα τα καταφέρουν με σχετική άνεση καθώς το «Frontiers» είναι ένα εξαιρετικό hard rock AOR album με την 80s αισθητική και κουλτούρα να έχει αφομοιωθεί πλήρως από τα μέλη της μπάντας και να γίνεται φανερή τόσο στο συνθετικό τομέα, όσο και στα video clips. Το «Seperate Ways» θα λατρευτεί από όλο τον κόσμο (το πιο δημοφιλές τραγούδι του group στην Ελλάδα) ενώ πολύ κοντά ακολουθούν και οι μεγάλες μπαλαντοειδείς στιγμές των «Send Her My Love» και «Faithfully». Το «Frontiers» ήταν κι αυτό ένα πολύ καλό και πετυχημένο album που όμως από ότι φάνηκε ήταν το top της κούρασης και της έντασης μεταξύ των μελών καθώς πολλές αλλαγές θα ακολουθούσαν στην συνέχεια.

Evolution (1979)
Έχοντας κεκτημένη ταχύτητα από το εκπληκτικό «Infinity», οι Journey στο ίδιο μοτίβο θα σχηματίζουν σιγά-σιγά τις βάσεις για τη φρενίτιδα που ακολούθησε με το «ζεστό» συναισθηματικό rock τους με τα ξεσπάσματα του Schon εδώ κι εκεί. Η χρήση του πιάνου από τον Rolie σε σεβαστά επίπεδα, αφήνει τα τραγούδια να αναπνεύσουν, παρόλο που είναι φανερό πως ο Gregg νιώθει περιορισμένος. «Lovin Touchin Squeezin», «Lovin Υou Ιs Easy», «Just the Same Way» (εκπληκτική φωνητική «μονομαχία» των Gregg Rolie και Steve Perry) η τριάδα που ίσως θα ξεχωρίσει σε έναν έτσι κι αλλιώς πολύ ποιοτικό δίσκο, τον πρώτο με τον Steve Smith στα τύμπανα, έναν βιρτουόζο που μέχρι και σήμερα κάνει μεγάλη καριέρα ως session-ας και practicioner. Απαραίτητο για τον κατάλογο της μπάντας σε κάθε σοβαρή δισκοθήκη. Ήταν και το αγαπημένο album του Kurt Cobain από εκείνη τη χρόνια, όσο relevant μπορεί να είναι αυτό το fact.

Infinity (1978)
Εδώ είμαστε. Το «Infinity» παρουσιάζει τον Steve Perry στο ευρύ κοινό και η rock κοινότητα έχει βρει το νέο της Θεό. Ένα αηδόνι με ανατριχιαστικές ερμηνείες, ιδίως στις ψηλές κλίμακες, από τις πιο συναισθηματικές φωνές που είχαν ακουστεί ως τότε, μαζί με το πλέον κατάλληλο πακέτο τραγουδιών για να τη στηρίξει. «Feeling That Way», «Winds Of March», το πανέμορφο Lights και φυσικά πάνω απ όλα ο αιώνιος rock ύμνος «Wheel In The Sky» θα κάνουν τον κόσμο να αγαπήσει πολύ το νέο σχήμα, και να ακολουθεί κατά πόδας αυτό το κάποτε prog συγκρότημα που τώρα έχει μετατραπεί σε ένα εν δυνάμει μεγαθήριο που απευθύνεται στο σύνολο των Αμερικανών μουσικόφιλων. Το δε «Patiently» εγκαινιάζει μια ομάδα τραγουδιών (το «Faithfully» πχ) που μιλάνε για τη ζωή στις περιοδείες και τα συναισθήματα που βίωνε το group από το αντίστοιχο εξαντλητικό πρόγραμμα.

Escape (1981)
Εννιά φορές πλατινένιο. Στο No.1 του Billboard και στο top 200 για τρία συνεχόμενα χρόνια. Μεθυστικά τραγούδια που μέχρι σήμερα προκαλούν ανατριχίλες στο άκουσμα τους. Ένας δίσκος απαραίτητος για κάθε δισκοθήκη, γενικότερα και όχι απλά rock. Οι Journey στρέφουν όλη την προσοχή του μουσικού κόσμου γύρω από το όνομα τους και αυτή η προσοχή θα κάνει πολύ καιρό να φύγει. Και πως να γίνει διαφορετικά όταν έχεις το «Open Arms» να ορίζει την power μπαλάντα και να σιγοτραγουδιέται σε όλο τον πλανήτη, το «Stone In Love» να είναι ένας straight rocker από τους λίγους, το «Who’s Crying Now» να αποτελεί ένα από τα καλύτερα τραγούδια χωρισμού ever. Και τέλος το «Don’t Stop Believing», το καλύτερο τραγούδι που έγραψε αυτό το συγκρότημα, ένας αιώνιος rock ύμνος, ένα τραγούδι που και μόνο αυτό να είχανε γράψει οι Journey, θα έπρεπε να μπουν στο Rock Ν Roll Hall Οf Fame. «Just a small town girl, livin’ in a lonely world, she took the midnight train going anywhere»…

Bonus: Dream After Dream (1980)
Δεν έχει πολύ σχέση με την υπόλοιπη δισκογραφία του group καθώς αποτελεί soundtrack για τη Γιαπωνέζικη ταινία «Yume, Yume No Ato», η οποία εκτός των άλλων δεν έκανε καμιά σπουδαία επιτυχία. Το album χαρακτηρίζεται από πειραματική διάθεση και δεν έχει ιδιαίτερη σχέση τόσο με αυτά που προηγήθηκαν όσο φυσικά και με το «Escape» που ακολούθησε. Απαραίτητο φυσικά για κάθε hardcore οπαδό των Journey που σέβεται το ράφι που έχει αποκλειστικά για αυτούς.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.