ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΡΑΣΙΝΕΣ ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ ΝΤΟΜΑΤΕΣ

H γκάιντα των VIC ή η πίπιζα των Grave Digger;

Πριν λίγες εβδομάδες είχα την ευκαιρία να μιλήσω με τον καθηγητή Simon Springer του πανεπιστημίου Newcastle της Αυστραλίας με αφορμή το διδακτορικό που προσέφερε πάνω στην κοινωνική βιογραφία του Heavy Metal. Από τη συγκεκριμένη κουβέντα, εκτός από το ότι ανακάλυψα ότι υπάρχουν εκπαιδευτικά ιδρύματα που παίρνουν στασοβαρά τη σκληρή μουσική,…

Πριν λίγες εβδομάδες είχα την ευκαιρία να μιλήσω με τον καθηγητή Simon Springer του πανεπιστημίου Newcastle της Αυστραλίας με αφορμή το διδακτορικό που προσέφερε πάνω στην κοινωνική βιογραφία του Heavy Metal.

Από τη συγκεκριμένη κουβέντα, εκτός από το ότι ανακάλυψα ότι υπάρχουν εκπαιδευτικά ιδρύματα που παίρνουν στασοβαρά τη σκληρή μουσική, επιβεβαίωσα απόψεις τις οποίες για να αποδεχθούμε, πολλές φορές χρειάζεται έναςακαδημαϊκός να επιβεβαιώσει.

Ο Simon Springer τότε μου είχε πει: «Νομίζω, ότι έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον όταν συγκροτήματα ενσωματώνουν στη μουσική τους ήχους και εικόνες από θέματα της περιοχής που ζουν. Για παράδειγμα ένας από τους λόγους που συγκροτήματα όπως οι Amon Amarth είναι τόσο επιτυχημένα είναι ότι υπάρχει κάποια αυθεντικότητα στην ενσωμάτωση θεμάτων για Vikings στη μουσική τους αντλώντας από τη Σουηδική κληρονομιά. Όταν τα συγκροτήματα βρουν τρόπους να συνδεθούν με το ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον από το οποίο προέκυψαν, δημιουργείται η τάση οι άνθρωποι να κολλάνε σε αυτό επειδή το αναγνωρίζουν ως πραγματικό, βρίσκοντας νόημα».

Σήμερα και μετά απ’ όλα αυτά συνειδητοποίησα ότι ίσως χρειάζεται ακόμα ένας ακαδημαϊκός για να μου εξηγήσει πως είναι δυνατόν στην Ελλάδα, να συνδεόμαστε περισσότερο με τις πίπιζες των Grave Digger, τους κέλτικους ρυθμούς των Dropkick Murphys, τους βραζιλιάνικους ρυθμούς των Angra ακόμα ακόμα και με το oriental metal των Orphaned Land παρά με τη μουσική των Villagers of Ioannina City.

Villagers of Ioannina City

Αρχικά,  για να μιλήσω προσωπικά, ο ελληνικός στίχος είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος να προσπεράσω αδιάφορα ένα rock-hard rock-metal album. Μπορεί να γίνομαι εριστικός αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν μου κάθεται με τίποτα. Από την άλλη βέβαια ποτέ δεν θεώρησα ότι η rock μουσική μπορεί να αποτελέσει τον άξονα που θα στηθεί γύρω τηςένα ελληνικό πανηγύρι. Όπως ακριβώς δεν θα πίστευα ποτέ ότι μπορεί να στηθεί ένα πανηγύρι στη βόρεια Ευρώπη υπό τους ήχους των Mumford and Sons. Πάντα θεωρούσα τη rock μουσική πιο εγκεφαλική. Γι’ αυτό και ίσως τόσα χρόνια προτίμησα να μείνω αποστασιοποιημένος από τη μουσική των VIC, αφήνοντας τα live τους να γίνονται sold out, από απόσταση.

Εδώ και λίγες μέρες όμως, μετά την κυκλοφορία του “Age of Aquarius”, δεν έχω καμία δικαιολογία να αφήσω να περάσει απαρατήρητο ένα διαμάντι της σύγχρονης rock ελληνικής ιστορίας.

Στο παρελθόν είχα εκστασιαστεί όταν οι Rotting Christ αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν παραδοσιακά ελληνικά όργανα στη μουσική τους. Ο συνδυασμός της ελληνικής παράδοσης με το extreme ήταν από μόνος του γοητευτικός, πόσο μάλλον όταν οι συνθέσεις υποστήριζαν με τον καλύτερο τρόπο τη συγκεκριμένη τελική σύμπραξη.

Αυτό ακριβώς γίνεται και με το “Age of Aquarius”. Δεν είναι η χρήση της γκάιντας ή του κλαρίνου. Δεν είναι απλά ο συνδυασμός της παράδοσης και του rock. Είναι το τελικό αποτέλεσμα ενός δίσκου που η συνθετική αρτιότητα δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ακόμα και από άμουσους αυτοαποκαλούμενος influencers που ακούνε τους δικούς τους δίσκους μέσα από τα δικά τους stories στο instagram.

dropkick murphys

Τις τελευταίες μέρες προσπαθώ να σκεφτώ τι μπορεί να είναι αυτό που μας κάνει να δενόμαστε περισσότερο με τις πίπιζες των Grave Digger παρά με την ελληνική γκάιντα.

Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι η εικόνα και όχι ο ήχος. Προφανώς έχουμε συνδέσει τις πίπιζες με τον William Wallace και τις επικές σκηνές μάχης μέσα στα καταπράσινα λιβάδια της Σκωτίας ενώ την ελληνική γκάιντα και το κλαρίνο τα έχουμε συνδέσει με τη φουστανέλα του βοσκού στα καταπράσινα λιβάδια της ελληνικής επαρχίας παρέα με μια φλογέρα και έναν ελληνικό ποιμενικό. Είναι φυσικό λοιπόν, η rock κουλτούρα να συνδέεται ευκολότερα με τα βαμμένα πρόσωπα και τις ιαχές των πολεμιστών.

Στις συναυλίες τους από εδώ και στο εξής θα συγκρούονται δυο διαφορετικοί κόσμοι που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.

Οι Rotting Christ κατάφεραν να ξεπεράσουν αυτή την εικόνα εύκολα λόγο της ιδιοσυγκρασίας της μουσικής και του image τους. To extreme, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας και η αλήθεια είναι ότι όση γκάιντα και αν χρησιμοποιήσουν σε ένα τραγούδι τους, δεν θα δεις σε καμιά συναυλία τους το κοινό να χορεύει τσάμικο. Και αυτό δεν είναι επιλογή του κοινού αλλά του ίδιου του συγκροτήματος. Αυτό είναι που θέτει τα όρια στη μουσική του.

Οι Villagers of Ioannina City κατ’ εμέ κυκλοφόρησαν ένα άρτιο δείγμα progressive folk rock που όμοιο του δεν έχουμε συναντήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Προφανώς και το συγκεκριμένο αποτέλεσμα έρχεται σε σύγκρουση με μέρος του κοινού τους που ο παραπάνω τίτλος δεν λέει απολύτως τίποτα. Το στοίχημα λοιπόν εδώ, είναι η επιθυμία του ίδιου του συγκροτήματος για το δικό του μέλλον. Στις συναυλίες τους από εδώ και στο εξής θα συγκρούονται δυο διαφορετικοί κόσμοι που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Δύο κόσμοι που θα παραμένουν αδιάφοροι και αποστασιοποιημένοι όταν θα παίζονται τα τραγούδια που δεν τους εκφράζουν, με αποτέλεσμα σταδιακά το ίδιο μουσικό περιβάλλον να τους ξεβράσει.

Grave Digger

Ένα πρώτο δείγμα για το τι θα επακολουθήσει είδαμε στην πρόσφατη συναυλία των VIC στο θέατρο βράχων. Ένα κοινό που παρακολουθούσε αμίλητο και αδιάφορο το “Cosmic Soul” γιατί περίμενε με ανυπομονησία τα“Karakolia” και ένα κοινό που κατάλαβε άμεσα την αξία του “Age of Aquarius” και έσπευσε να το απολαύσει ζωντανά αδιαφορώντας για την “Perdikomata”.

Η «μπάλα» βρίσκεται στα χέρια των VIC και αυτοί είναι που θα αποφασίσουν αν θα παίξουν βάσει σχεδίου ή αν θα την πετάξουν στην εξέδρα.

Το συγκρότημα έχει την ευκαιρία να δώσει για πρώτη φορά στο κοινό, ουσιαστική αφορμή να συνδέσει τα παραδοσιακά ελληνικά όργανα με τη rock μουσική. Το θέμα είναι αν αυτό το κοινό θα γίνει παγκόσμιο ή θα παραμείνει αμιγώς ελληνικό…

Ο Σάββας Στανής γεννήθηκε στην Κομοτηνή την χρονιά που οι AC/DC κυκλοφόρησαν το Back in Black και από τότε η σχέση του με την rock μουσική είναι μια σχέση εξάρτησης. Είναι δημιουργός του επίσημου ελληνικού fan club των Dream Theater “Infinite Dreams” (1999), βραβευμένο από την Warner Music και από την ifpi για την αύξηση των πωλήσεων του συγκροτήματος στην Ελλάδα. Υπήρξε συντάκτης των περιοδικών Rock On και Rock Hard με μόνιμες στήλες, συνεντεύξεις και studio reports συγκροτημάτων στο εξωτερικό. Έχει καθίσει πίσω από την κονσόλα του Atlantis Fm 105,2, αυτοαποκαλείται foodie και λατρεύει να αξιολογεί burger οπουδήποτε ανακαλύπτει ότι τα σερβίρουν. Αποκαλεί Άγιο τον Anthony Bourdain και θεωρεί τεράστιο πλήγμα που δεν κατάφερε να τον γνωρίσει από κοντά.

Latest from ΠΡΑΣΙΝΕΣ ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ ΝΤΟΜΑΤΕΣ

Go to Top