ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ CRISIS POINT

Η δισκογραφία του David Bowie στο μικροσκόπιο

Με αφορμή τον θάνατο του εμβληματικού David Bowie, το rockyourlife.gr κάνει ένα αφιέρωμα στη μουσική του και εξετάζει την τεράστιας σημασίας για την εξέλιξη της pop κουλτούρας δισκογραφία του, κατατάσσοντας τα album του από το λιγότερο καλό προς το καλύτερο. Για πρακτικούς λόγους αφήσαμε έξω τα live albums, τα soundtracks και τους…

Με αφορμή τον θάνατο του εμβληματικού David Bowie, το rockyourlife.gr κάνει ένα αφιέρωμα στη μουσική του και εξετάζει την τεράστιας σημασίας για την εξέλιξη της pop κουλτούρας δισκογραφία του, κατατάσσοντας τα album του από το λιγότερο καλό προς το καλύτερο. Για πρακτικούς λόγους αφήσαμε έξω τα live albums, τα soundtracks και τους δίσκους των Tin Machine.

neverletmedownNEVER LET ME DOWN (1987)
Ο Bowie δεν έπεσε απλά σε δημιουργικό τέλμα μετά το Let’s Dance. Έχασε τελείως το δρόμο του, αποπροσανατολισμένος από την τεχνητή λάμψη των 80’s. Ενώ, για παράδειγμα, στο Ziggy Stardust και το Scary Monsters χρησιμοποιούσε το κλίμα της εποχής ως όχημα για να προχωρήσει εκεί που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να φτάσουν, στο Never Let Me Down παραδίνεται ολοκληρωτικά σε αυτό με καταστροφικά αποτελέσματα. Υποτίθεται ότι αυτός είναι ένας rock δίσκος αλλά είναι rock με πολύ αδύναμα πόδια, ακριβώς όπως αυτά μιας γυάλινης αράχνης.

tonightTONIGHT (1984)
Είναι το ίδιο κακό με το Never Let Me Down αλλά ξεκολλά από τον βυθό μόνο χάρη στο Blue Jean. Κατά τα άλλα στο Tonight ο Bowie μοιάζει χαμένος για πρώτη φορά στην καριέρα του και δεν αποφεύγει ούτε μια από τις ηχητικές, συνθετικές και ενορχηστρωτικές υπερβολές που καταδίκασαν πολλούς δίσκους των mid 80’s. Εδώ δεν ψάχνουμε τις καλύτερες στιγμές, είπαμε υπάρχει μόνο το Blue Jean, αλλά μένουμε με ανοιχτό το στόμα με τις χειρότερες. Αυτές είναι η ψευδό reggae διασκευή στο Don’t Look Down του Iggy Pop και η εν ψυχρώ δολοφονία από το ένα μέτρο του God Only Knows των Beach Boys.

blacktieBLACK TIE WHITE NOISE (1993)
Οτιδήποτε κι αν ερχόταν μετά το Never Let Me Down θα αντιμετωπιζόταν με χαμόγελα αν ήταν απλά αξιοπρεπές. Αυτό ακριβώς συνέβη με το Black Tie White Noise το οποίο, χωρίς να είναι καλός δίσκος με κανένα μέτρο σύγκρισης, έδειξε τουλάχιστον πως ο Bowie είχε ακόμα δημιουργικό παλμό. Όταν ανακουφίζεσαι με τη μετριότητα ξεπερνάς πιο εύκολα το κουρασμένο funk του ομώνυμου τραγουδιού και τα χωρίς φαντασία electronics του Pallas Athena.

bowiealbumDAVID BOWIE (1967)
Ο πρώτος δίσκος του βρίσκει τον Bowie να ακροβατεί, όχι πετυχημένα πάντα, ανάμεσα σε μια εποχή της βρετανικής μουσικής που πέρασε και σε αυτή που έρχεται. Αν ήταν το μοναδικό έργο του θα έχαιρε μεγαλύτερης εκτίμησης, αλλά στη γενική εικόνα τόσο της καριέρας του όσο και των τεκτονικών αλλαγών που συνέβαιναν τότε στη μουσική δικαίως υποβαθμίζεται σε ένα απλά συμπαθητικό pop δίσκο που περνάει απαρατήρητος.

pinupsPIN UPS (1973)
Ο Bowie υπήρξε ελάχιστες φορές προβλέψιμος στην καριέρα του. Ακόμα λιγότερες ήταν οι φορές που υπήρξε διεκπαιρεωτικός. Οι διασκευές σε τραγούδια των Who, των Kinks, των Pink Floyd και άλλων που επιχειρεί στο Pin Ups είναι και τα δύο. Η αλήθεια είναι ότι καμία δεν είναι ενοχλητική, εκτός ίσως από αυτή στο See Emily Play των Pink Floyd, αλλά αλήθεια είναι επίσης ότι το Pin Ups αγκομαχεί ανάμεσα σε αριστουργήματα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν. Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να το αντιμετωπίσουμε είναι να το θεωρήσουμε ως ένα απαραίτητο διάλειμμα μέχρι την επόμενη φάση της καριέρας του.

heathenHEATHEN (2002)
Η νέα χιλιετία βρίσκει τον Bowie να απολαμβάνει τις δάφνες που έδρεψε τις προηγούμενες δεκαετίες. Το Heathen, όπως και το Hours που είχε προηγηθεί, δεν απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση παρά το γεγονός ότι η συνεργασία με τον Tony Visconti, τον παραγωγό πολλών αριστουργημάτων του από τα 70’s, αφήνει ελπίδες για κάτι περισσότερο φιλόδοξο. Αυτό που προκύπτει τελικά είναι ένας καλοβαλμένος, ευπρεπής rock δίσκος από αυτούς που βγάζουν οι βετεράνοι όταν συνεχίζουν την καριέρα τους με αξιοπρέπεια αλλά και όταν πλέον δεν έχουν πολλά να πουν.

thenextdayTHE NEXT DAY (2013)
Μετά από μια δεκαετία δισκογραφικής απουσίας ο Bowie επιστρέφει και από το εξώφυλλο κιόλας κλείνει το μάτι στους οπαδούς του αφήνοντας να εννοηθεί ότι επιστρέφει στην ατμόσφαιρα της τριλογίας του Βερολίνου. Δεν τα καταφέρνει άσχημα, αλλά μου φαίνεται ότι οι αποθεωτικές κριτικές για το The Next Day οφείλονται περισσότερο στο σύνδρομο στέρησης παρά στην ίδια την αξία του αφού τελικά ο Bowie δεν πραγματοποιεί όσα αφήνει να εννοηθούν. Είναι μια από αυτές τις φορές που η μουσική του μου φαίνεται ότι είναι ενδιαφέρουσες ασκήσεις ύφους και λίγα πράγματα παραπάνω.

spaceSPACE ODDITY (1969)
Ο Bowie ψάχνει ακόμα το βηματισμό του και περιπλανείται μεταξύ folk, ψυχεδέλειας και pop αλλά ακόμα τα κομμάτια του παζλ δεν κουμπώνουν σωστά. Οι Hey Jude-ισμοί του Memory Of A Free Festival και οι hard rockin’ κιθάρες του Unwashed And Somewhat Slightly Dazed δείχνουν το ανήσυχο πνεύμα του αλλά τελικά η εικόνα μένει ημιτελής. Φυσικά όλοι ξέρουμε ότι το ομώνυμο τραγούδι είναι το πρώτο μεγάλο αριστούργημα του Bowie και αυτό είναι που ανεβάζει το Space Oddity λίγο πιο ψηλά από τον προκάτοχο του.

earthlingEARTHLING (1997)
Μετά από αναρίθμητους θριάμβους ο Bowie έχει ελευθέρας να δοκιμάζει οτιδήποτε χωρίς να ανασηκώνεται φρύδι. Επομένως αυτή η περιπέτεια του στην clubland δεν προκαλεί ερωτήματα για τη σκοπιμότητα της και το ότι δεν πετυχαίνει το κέντρο του στόχου είναι μια μικρή λεπτομέρεια. Το Earthling ακούγεται σήμερα με ενδιαφέρον λόγω του συγκερασμού του drum ‘n’ bass με τον βιομηχανικό κιθαριστικό ήχο που ο Bowie έμαθε από τον Trent Reznor και, ως πιο πετυχημένο εμπορικά album από το 1.Outside, τον έκανε γνωστό σε μια νέα γενιά εφήβων η οποία τον γνώριζε ως ξεπερασμένο δεινόσαυρο.

hoursHOURS (1999) Ο κανόνας είναι να μας εκπλήσσει ένας καλλιτέχνης –ευχάριστα ή δυσάρεστα- όταν ανατρέπει τις προσδοκίες και δοκιμάζει κάτι διαφορετικό βγάζοντας το κοστούμι που του έχουν φορέσει οι οπαδοί του και ο τύπος. Με τον Bowie συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε συνηθίσει τόσο τις ανατροπές, τις καινοτομίες και τις εκπλήξεις που μας κάνει τρομερή εντύπωση όταν βγάζει ένα συμβατικό δίσκο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το Hours, το οποίο ακολουθεί τη μέση οδό μετά από τους χορευτικούς και industrial πειραματισμούς του 1.Outside και του Earthling. Με αυτό το δίσκο συμβαίνει κάτι παράξενο. Δεν είναι αριστούργημα, δεν είναι καν πολύ καλός, αλλά με τραγούδια όπως If I’m Dreaming My Life και το Seven αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου.

dogsDIAMOND DOGS (1974)
Πριν τις ηχογραφήσεις του Diamond Dogs ο Bowie απέλυσε τους Spiders From Mars και νωρίτερα είχε «σκοτώσει» τον Ziggy επί σκηνής αλλά για κάποιο λόγο το κοκκινομάλικο κεφάλι του κάνει ξανά την εμφάνιση του στο εξώφυλλο. Μου φαίνεται ότι σε αυτό το δίσκο η κατάσταση είναι λίγο μπερδεμένη. Ο Bowie θέλει και δεν θέλει τον Ziggy, εμπνέεται αλλά αφήνει ημιτελές ένα concept βασισμένο στο 1984 του Orwell και αρνείται να εγκαταλείψει τον rock ήχο των προηγούμενων δίσκων αν και, εξαιρουμένου του Rebel Rebel, το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει. Αυτό που μένει τελικά ως πιο αξιοσημείωτο από αυτό το δίσκο είναι το trailer για την επόμενη φάση της καριέρας του που δεν είναι άλλο από τα blaxploitaion έγχορδα και τη funky κιθάρα του 1984.

realityREALITY (2003)
O Bowie πίνει δύο γουλιές από το ελιξήριο της νεότητας και μοιάζει αναγεννημένος. Χωρίς να καινοτομεί, το Reality έχει ζωντάνια και αποφεύγει τη βαρετή ηχητική ομοιομορφία. Είναι επίσης ένας ανταγωνιστικός δίσκος και όχι μια δουλειά στην οποία ο δημιουργός της αρκείται στην ιστορία του κοιτώντας αφ’ υψηλού τους νεότερους. Το New Killer Star θυμίζει κάτι από Ziggy, το Bring Me The Disco King είναι ένα noir κομψοτέχνημα, το Looking For Water τρέχει με σπασμένα φρένα και το Never Get Old τα λέει όλα με τον τίτλο του.

outside1.OUTSIDE (1995)
Ήταν καλοδεχούμενη η νέα συνεργασία του Bowie με τον Brian Eno και η επιστροφή στο περιπετειώδες πνεύμα της τριλογίας του Βερολίνου μετά από μια δεκαετία στην οποία βρέθηκε από την πρωτοπορία στην ουρά των εξελίξεων. Αν και συχνά φλύαρο το 1.Outside χαρακτηρίζεται από ικανές δόσεις electronica και industrial καθώς και από συνθετική φρεσκάδα σε τραγούδια όπως το εξαιρετικό Hallo Spaceboy.

letsdanceLET’S DANCE (1983)
Εδώ θα μιλήσει ο δεκάχρονος που το 1983 αγάπησε παράφορα το Let’s Dance και το αγαπάει ακόμα γνωρίζοντας ότι δεν είναι πολύ καλός δίσκος και η πραγματική θέση του είναι κάτω από το Diamond Dogs. Για να είμαστε ειλικρινείς τα μισά τραγούδια αυτού του υπερβολικά καλογυαλισμένου album δεν ακούγονται με τίποτα. Τα υπόλοιπα όμως δικαιώνουν ακόμα αυτόν τον παιδικό έρωτα. Στο Let’s Dance ο Stevie Ray Vaughan είναι απολαυστικός, το Modern Love είναι ένα ευφορικό pop διαμαντάκι και η επιβλητική ερμηνεία του Bowie στο Cat People το κάνει το καλύτερο AOR τραγούδι από καταβολής κόσμου. Και για κάποιο λόγο προτιμώ να ακούω το China Girl από αυτό το δίσκο και όχι από την εκτέλεση του Iggy Pop.


soldtheworldΤHE MAN WHO SOLD THE WORLD (1970)

Χρειάζεται μόνο μια ματιά στο εξώφυλλο για να καταλάβουμε ότι αυτός είναι ο δίσκος στον οποίο ο Bowie αφήνει όλες τις συμβάσεις στην άκρη και διαπιστώνει ότι είναι διαφορετικός σε όλα τα επίπεδα από τον pop κόσμο που τον περιβάλλει. Το The Man Who Sold The World είναι η πρώτη απόπειρα του στο σκληρό ήχο -θα ακολουθούσαν πολλά χρόνια αργότερα οι λιγότερο ελκυστικοί Tin Machine- και μπορεί να μην είναι ακριβώς εφάμιλλο των αριστουργημάτων που έβγαλαν οι Led Zeppelin, οι Black Sabbath και οι Deep Purple την ίδια χρόνιά αλλά μας συστήνει πολύ πειστικά ένα εξαιρετικό ήρωα της κιθάρας, τον Mick Ronson, ο οποίος αστράφτει σε τραγούδια όπως το The Width Of A Circle και το Saviour Machine.

loogerLODGER (1979)
Ίσως επειδή δεν έχει τόσο άγριες διαθέσεις πειραματισμού ή ίσως επειδή τα τραγούδια υπερισχύουν της ατμόσφαιρας η γενική άποψη παραμένει πως το Lodger είναι το λιγότερο ενδιαφέρον album της τριλογίας του Βερολίνου. Αυτή η άποψη είναι σωστή, αλλά, για να βάλουμε τα πράγματα στη σωστή διάσταση τους, το «χειρότερο album της τριλογίας του Βερολίνου» δεν παύει να είναι ένας θαυμάσιος δίσκος. Έχει πιο κλασικότροπο rock χαρακτήρα από τους προκατόχους του και τραγούδια όπως το DJ και το Boys Keep Swinging που διαπνέονται από έξω καρδιά διάθεση. Ξύνοντας, ωστόσο, την επιφάνεια γίνονται ευδιάκριτες οι αποκλίσεις από τους κανόνες σε τραγούδια όπως τα περιπετειώδη αλλά καθόλου τουριστικά African Night Flight και Yassassin.

youngamericansYOUNG AMERICANS (1975)
Ο Bowie δεν εφηύρε τον όρο “plastic soul” αλλά στο Young Americans τον αποθέωσε όσο κανένας άλλος. Σε αυτό το αριστοτεχνικά φτιαγμένο κομψοτέχνημα επιστρατεύει τον νεαρό τότε Luther Vandross και γράφουν μαζί το ρομποτικό funk του Fascination, ενώ για πρώτη φορά παίζει μαζί του ο κιθαρίστας Carlos Alomar ο οποίος θα παραμείνει δίπλα του για τα επόμενα 30 χρόνια. Το Fame δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το funk του James Brown, ενώ το σπουδαίο ομώνυμο τραγούδι πιάνει με ακρίβεια το πνεύμα της Philly Soul χωρίς να μοιάζει καθόλου με άσκηση ύφους. Δεν ζούσα το 1975 και δεν ξέρω πως ακριβώς αντιμετωπίστηκε το Young Americans από τους rockers οπαδούς του Ziggy αλλά είμαι σίγουρος ότι μια νέα γενιά Βρετανών άκουσε χιλιάδες φορές αυτό το δίσκο και στη συνέχεια έφτιαξε συγκροτήματα όπως οι ABC και οι Blow Monkeys.

alladinALADDIN SANE (1973)
Ο Bowie το περιέγραψε ως το «ο Ziggy πηγαίνει στην Αμερική» album του. Τα τραγούδια γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της περιοδείας του στις ΗΠΑ το 1972 και τόσο μουσικά όσο και θεματικά είναι επηρεασμένα από όσα είδε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Στο Panic In Detroit οι Spiders From Mars πλέκουν ένα θανατηφόρο hard rock shuffle ιστό στον οποίο ο Bo Diddley θα έδινε ένα εμφατικό thumbs up, ενώ στο The Jean Genie και στη διασκευή του Let’s Spend The Night Together των Rolling Stones παίζουν με πρωτοφανή ενέργεια γνωρίζοντας ίσως ότι οι μέρες τους ως backing band του Bowie είναι μετρημένες. Οι jazz πινελιές που προσθέτει ο πιανίστας Mike Garson στο Aladdin Sane και το κοστούμι του doo wop τραγουδιστή που φορά ο Bowie στο Drive-In Saturday και το The Prettiest Star δεν φαίνονται καθόλου αταίριαστες προσθήκες σε ένα δίσκο που ελάχιστα υπολείπεται του προκατόχου του.

stationsSTATION TO STATION (1976)
Στο Station To Station γεννιέται ο Thin White Duke και το αίμα που κυλάει στις φλέβες του είναι πιο κρύο από τους πάγους της Ανταρκτικής. Σε αυτό το δίσκο ο Bowie επανέρχεται στη soul και το funk του Young Americans αλλά η αποστασιοποιημένη και ψυχρότερη ευρωπαϊκή ματιά του κερδίζει κατά κράτος. Σε αυτό το αριστούργημα δεν υπάρχει ίχνος από τον ιδρώτα του dancefloor αλλά μια διαφορετική αισθητική με βαθιά μονοχρωματικά φωνητικά, νευρικές κιθάρες και ξερά τύμπανα. Ακούστε, για παράδειγμα, το Stay και θα καταλάβετε τι άκουσαν σε αυτό το δίσκο συγκροτήματα όπως οι Josef K και οι A Certain Ratio λίγο αργότερα.

heroes“HEROES” (1977)
Αυτά που θα διαβάσετε λίγο παρακάτω για το Low ισχύουν μέχρι κεραίας και για το “Heroes”, τον δεύτερο δίσκο της τριλογίας του Βερολίνου και μάλλον τον πιο «βερολινέζικο» αφού είναι ο μοναδικός που ηχογραφήθηκε εξ’ ολοκλήρου εκεί. Στο ομώνυμο τραγούδι, ένα από τα πιο αγαπημένα της καριέρας του, ο Bowie πιάνει με μεγαλύτερη ακρίβεια από κάθε άλλη φορά σε αυτούς τους δίσκους το σφυγμό του ψυχροπολεμικού κλίματος της πόλης και διηγείται την ερωτική ιστορία ενός ζευγαριού με φόντο το μισητό τείχος. Όσο για τις χαρακτηριστικές κιθάρες του Robert Fripp αυτές δίνουν ιδιαίτερο χρώμα σε ένα ήδη πολυδιάστατο δίσκο.

doryHUNKY DORY (1971)
Στιλιστικά -και σε σύγκριση με το The Man Who Sold The World- το Hunky Dory αποτελεί ένα μικρό πισωγύρισμα στη μουσική των πρώτων δίσκων του Bowie. Μακάρι όμως όλα τα πισωγυρίσματα να γεννούσαν τέτοια αριστουργήματα. Πλέον μιλάμε με βεβαιότητα για ένα ώριμο συνθέτη με λαμπερό προσωπικό στίγμα που γνωρίζει τέλεια τους κανόνες της pop κουλτούρας και τους εκμεταλλεύεται άψογα. Σε μια εποχή στην οποία το βρετανικό rock είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνα υπερφίαλο, η συγκλονιστική απλότητα του Changes και του Life On Mars? αποτελεί το τέλειο αντίδοτο και αποτελεί ιδανικό εφαλτήριο για αυτό που θα ερχόταν την επόμενη χρονιά.

scarySCARY MONSTERS (1980)
Ο Bowie είναι εξαιρετικά οξυδερκής. Στις αρχές των 80’s παρακολουθεί προσεκτικά την επελαύνουσα νεοκυματική γενιά της πατρίδας του και μπορεί να μην τη συμπαθεί ιδιαίτερα αλλά προσαρμόζεται πανεύκολα. Το Scary Monsters είναι ο δίσκος με τον οποίο επιστρέφει θριαμβευτικά στον pop στίβο και το τελευταίο αριστούργημα της καριέρας του. To Fame, το Because You’re Young και το Scream Like A Baby αποτελούν εμφατικές απαντήσεις του Bowie στις μουσικές προκλήσεις των πνευματικών παιδιών του, ενώ το Ashes To Ashes δεν είναι μόνο ένα υπέροχο τραγούδι, αλλά και το συγκινητικό κλείσιμο ενός δημιουργικού κύκλου. Η νεορομαντική pop του παντρεύεται με την «ανάσταση» του Major Tom από το Space Oddity στους στίχους, σε ένα τετράλεπτο που θυμίζει απολογισμό ζωής. Για να μην λέμε πολλά, με το Scary Monsters έπεσαν οι τίτλοι τέλους στην καλύτερη δεκαετία που είχε ποτέ καλλιτέχνης τον τελευταίο μισό αιώνα.

lowLOW (1977)
Μπορεί να έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια από την κυκλοφορία του αλλά ο πρώτος δίσκος της περίφημης “τριλογίας του Βερολίνου” είναι μπροστά από την εποχή του ακόμα και σήμερα. Με την πολύτιμη βοήθεια και τις ηχητικές αλχημείες του Brian Eno, ο Bowie πατάει στους Kraftwerk, στους Neu!, το ambient και το avant garde και δημιουργεί ένα πρωτοποριακό έργο στο οποίο μεταλλάσσει ολοκληρωτικά το DNA της pop. Ακόμα και στην, υποτίθεται πιο συμβατική, πρώτη πλευρά του δίσκου το κλασσικό songwriting του Sound And Vision και του A New Career In A New Town παραμορφώνεται από γωνιώδεις κιθάρες, αναπάντεχα synths και αποστασιοποιημένα φωνητικά. Όσο για τα τέσσερα τραγούδια της δεύτερης πλευράς αυτά συνθέτουν μια ηλεκτρονική ελεγεία, η οποία αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για χιλιάδες στουντιακούς πειραματιστές που ακολούθησαν.

ziggyTHE RISE AND FALL OF ZIGGY STARDUST AND THE SPIDERS FROM MARS (1972)
Η περσόνα του bisexual εξωγήινου που έρχεται σε μια μελλοντική παρηκμασμένη Γη δεν ήταν απλά ένα novelty το οποίο συνεπήρε την Αγγλία για μια διετία την εποχή της ακμής του glam rock. Ο Bowie έσβησε μονοκοντυλιά όσα γνωρίζαμε μέχρι τότε και επαναπροσδιόρισε την έννοια του rock star για τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Ακόμα και αυτοί που δεν πιστεύουν στην εικόνα και τη θεματολογία αλλά μόνο στην ίδια την μουσική –μέγα λάθος όταν μιλάμε για την pop κουλτούρα- θα θαυμάσουν το ιδανικό hard rock του Suffragette City, τον pop ρομαντισμό του Starman και τις κινηματογραφικές ενορχηστρώσεις του δίσκου. Με λίγα λόγια, αν έρθει κάποιος και μου πει ότι το Ziggy Stardust είναι ο σημαντικότερος δίσκος της δεκαετίας του 1970 δεν θα βρω πολλά επιχειρήματα για να τον αντικρούσω.

Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.

Latest from CRISIS POINT

We Are All… Disturbed

Ακούμε ξανά τα albums των Disturbed λίγο πριν την πρώτη τους εμφάνιση…

Go to Top