Posted On 7 Ιουλίου 2017 By In ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Προτεινόμενα With 2516 Views

Το “Images And Words” μέσα από τα μάτια ενος ανθρώπου που έχει πάψει να ακούει Dream Theater

25 χρόνια μετά την κυκλοφορία ενός άλμπουμ – σταθμό για το progressive metal, ο συντάκτης του rockyourlife.gr Στέλιος Βογιατζάκης ξανακούει το “Images And Words” και εξηγεί γιατί αποτέλεσε την αρχή του τέλους στη σχέση του με τους Dream Theater

Θέλω να ξαπλώσω στον καναπέ του ψυχαναλυτή και να σας μιλήσω για την προβληματική σχέση μου με τους Dream Theater. Είναι μια σχέση που ξεκίνησε ως δυνατό αίσθημα με τους δύο πρώτους δίσκους τους. Το “When Dream And Day Unite” και το “Images And Words” έκαναν μεγάλη εντύπωση στον πιτσιρικά που μόλις είχε ενηλικιωθεί και δεν είχε βγει ποτέ από τα σύνορα του metal. Το “Awake” μου άρεσε πολύ λιγότερο, και αυτή η παρακμή της σχέσης συνεχίστηκε με το “Falling Into Infinity” και το δεύτερο “Metropolis”. Στο τέλος ήρθε εκείνη η αποφράδα ημέρα που τους είδα live στο Rockwave του 2000. Έχουν περάσει πολλά χρόνια και δεν θυμάμαι όλες τις λεπτομέρειες –υποθέτω ότι ο Petrucci, ο Myung και ο Portnoy το παράκαναν με τα solos- αλλά θυμάμαι ότι παρακαλούσα να τελειώσει. Και κάπου εκεί ήρθε ο χωρισμός. Τους υπόλοιπους δίσκους που έβγαλαν τους άκουσα στα πεταχτά και κάποιους, όπως το “Octavarium” και το “Systematic Chaos”, δεν τους άκουσα ποτέ.

Γιατί τα γράφω αυτά; Επειδή συμπληρώνονται 25 χρόνια από την κυκλοφορία του “Images And Words” και το rockyourlife.gr αποφάσισε να κάνει ένα πείραμα και να διακριβώσει τι λέει αυτό το album σήμερα –αν λέει κάτι- σε κάποιον που του άρεσαν οι Dream Theater το 1992 αλλά έχει σταματήσει προ πολλού να τους βρίσκει ενδιαφέροντες.

Από μια άποψη ήταν ευτύχημα που είχα να ακούσω ολόκληρο το “Images And Words” εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Όταν το έβαλα ξανά στο πικάπ ήταν περίπου σαν να το ακούω με παρθένα αυτιά και να ανακαλύπτω ξανά λεπτομέρειες που είχα ξεχάσει. Και ήταν οι πιο κατάλληλες συνθήκες για να συγκρίνω το τότε με το τώρα. Ποιο ήταν, λοιπόν, το συμπέρασμα από την σημερινή ακρόαση και τι διαπίστωσα γνωρίζοντας την συνέχεια της καριέρας των Dream Theater;

Το “Images And Words” εξακολουθεί να μου αρέσει. Δεν μου αρέσει όσο μου άρεσε όταν ήμουν 19 χρονών, αλλά αυτό μου φαίνεται λογικό. Στα χρόνια που ακολούθησαν, όταν ανακάλυψα και τον κόσμο έξω από το metal, άκουσα progressive συγκροτήματα βιρτουόζων όπως οι Yes και οι Emerson, Lake and Palmer και κατάλαβα ότι το καλούπι από το οποίο βγήκαν οι Dream Theater δεν ήταν τόσο μοναδικό όσο νόμιζα τότε. Το κακό ήταν ότι αυτού του τύπου τα συγκροτήματα δεν τα συμπάθησα ποτέ και γι’ αυτό η μπάλα πήρε κάποια στιγμή και τους ίδιους τους Theater.

Το δεύτερο συμπέρασμα δεν είναι ακριβώς συμπέρασμα, αλλά η επιβεβαίωση της άποψης –μπορείτε να την αποκαλέσετε και προκατάληψη- που είχα πάντα. Αν δεχτούμε ότι η Αγία Τριάδα του προοδευτικού metal συμπληρώνεται από τους Fates Warning και τους Queensryche, τότε οι Dream Theater είναι το πιο αδύναμο μέρος της. Όσα καλά λόγια και να πούμε για το “Images And Words” δεν αλλάζουν το γεγονός ότι είναι ένας δίσκος λιγότερο τολμηρός μουσικά από το “Rage For Order”, πολύ πιο αδιάφορος θεματικά από το “Operation: Mindcrime” και υποδεέστερος του “Parallels” τόσο στην αίσθηση της μελωδίας όσο και στην εσωτερικότητα των στίχων. Και, ναι, ο Chris De Garmo δεν μπορεί να παίξει τόσο πολύπλοκα solos όσο ο John Petrucci, αλλά αυτό είναι κάτι που με αφήνει παγερά αδιάφορο.

Φυσικά, τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι ικανό να στερήσει από τον δίσκο τη θέση που έχει κερδίσει στο μεταλλικό στερέωμα. Το “Images And Words” έβαλε πολύ γερά θεμέλια στην καριέρα των Dream Theater, γέννησε περισσότερους μιμητές από όσους αναλογούν σε ένα δίσκο, και, σε τελική ανάλυση, είναι σημείο αναφοράς για το progressive metal. Το ότι δεν είναι καλύτερο από τα αριστουργήματα των Queensryche και των Fates Warning έχει μικρή σημασία.

Η “φρέσκια” ακρόαση του “Images And Words” με στενοχώρησε λίγο, επειδή αισθάνθηκα ότι σε αυτόν τον δίσκο οι Dream Theater βρέθηκαν μπροστά σε ένα σταυροδρόμι και τελικά ακολούθησαν την πλευρά που δεν ταιριάζει με το δικό μου γούστο. Ας ονομάσουμε τον ένα δρόμο “Take The Time” και τον άλλον “Metropolis – Part 1”. Το “Take The Time” είναι το τραγούδι στο οποίο επιστρέφω πάντα όταν θέλω να ακούσω Dream Theater. Είναι αυτό που συνδυάζει πανέξυπνα την προσβάσιμη συνθετική γραφή με τις εξωπραγματικές μουσικές δυνατότητες των μελών του συγκροτήματος. Είναι λιτό αλλά όχι εύκολο. Είναι απαιτητικό αλλά δεν σου κλείνει την πόρτα στη μούρη. Είναι, μαζί με τραγούδια όπως το “Status Seeker”, το “Another Day” ή το “Space-Dye Vest”, οι Dream Theater με τους οποίους θα μπορούσα να συνεχίσω.

Αντίθετα, το “Metropolis – Part 1” με αποξενώνει και αυτό δεν συνέβη μόνο σήμερα. Πάντα ήταν το τραγούδι στο οποίο δεν έβρισκα νόημα, και περίμενα υπομονετικά να τελειώσει για να προχωρήσω στο “Under The Glass Moon”. Το θεωρούσα, και εξακολουθώ να το θεωρώ, μια σειρά από περιττά solos που μοιάζουν σαν αγώνες δεξιοτεχνίας μεταξύ των μελών του συγκροτήματος, χωρίς σκοπό και χωρίς προορισμό. Και στην πορεία μου φάνηκε ότι οι Dream Theater επέλεξαν αυτόν τον δρόμο, της περιττής πολυπλοκότητας, του αναίτιου εντυπωσιασμού και του μεγέθους για χάρη του μεγέθους. Θεώρησαν το πρώτο μέρος του “Metropolis” τόσο αντιπροσωπευτικό της ταυτότητας τους που λίγα χρόνια αργότερα το μετέτρεψαν σε concept album 80 λεπτών. Αυτούς τους Dream Theater δεν μπορώ να τους παρακολουθήσω.

Οι χιλιάδες οπαδοί του συγκροτήματος θα απαντήσουν –πολύ σωστά, αλλιώς δεν θα ήταν οπαδοί των Dream Theater- ότι και οι επόμενοι δίσκοι τους δεν χάνουν την ουσία, ότι η βιρτουοζιτέ τους υπηρετεί τη μουσική και όχι το αντίστροφο και ότι κάθε καινούργιος δίσκος τους είναι μια περιπέτεια σε αχαρτογράφητα νερά. Δίκιο έχουν, αλλά ο καθένας διαλέγει τη δική του περιπέτεια. Για ό,τι με αφορά, θα κρατήσω το “Images And Words” ως έναν από τους δίσκους που πήγαν τα ακούσματα μου ένα βηματάκι πιο πέρα. Και θα κρατήσω τους Dream Theater ως ένα συγκρότημα το οποίο δεν τήρησε τις υποσχέσεις που έδινε αυτός ο δίσκος.

Στέλιος Βογιατζάκης

Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.