Το Up The Irons του rockyourlife.gr

Στέλιος Βογιατζάκης
Posted on Ιούλιος 18, 2018, 8:41 πμ
3 mins

Λίγες μέρες πριν ακόμα μια εμφάνιση των Iron Maiden στην χώρα μας, επιχειρούμε να λύσουμε έναν από τους δυσκολότερους heavy metal γρίφους, βάζοντας τα studio albums των Βρετανών heavy metal θρύλων από το λιγότερο καλό στο καλύτερο.

Σε μια δισκογραφία που εκτείνεται σε 4 δεκαετίες και με 3 διαφορετικούς τραγουδιστές, τα προσωπικά γούστα, τα «κολλήματα» και οι αδυναμίες είναι λογικό να επηρεάζουν την κρίση μας.

Άλλωστε ποιος μπορεί να βρει ένα countdown των Iron Maiden που να συμφωνεί απόλυτα μαζί του;

Virtual XI (1998)
Δεν είναι τυχαίο ότι η επιστροφή του Bruce Dickinson κρίνεται επιβεβλημένη μετά από αυτόν τον δίσκο, αφού το πείραμα με τον Blaze Bayley αποτυγχάνει τόσο καλλιτεχνικά όσο και εμπορικά. Το «Virtual XI» είναι το ναδίρ μιας καριέρας που δεν φαίνεται να σώζεται παρά μόνο με τη λήψη δραστικών μέτρων. Ας μην ξεγελιέται κάποιος επειδή εδώ υπάρχει το «The Clansman» και το «Futureal». Η παρακμή, η παραίτηση και η έλλειψη δημιουργικότητας φωνάζουν από μακριά στα υπόλοιπα τραγούδια. Αυτή η πιο θλιβερή στιγμή στην καριέρα των Maiden, ωστόσο, απέδειξε ότι το συγκρότημα είναι εφτάψυχο. Λίγο μετά την κυκλοφορία του δίσκου έρχεται το ιππικό και όλα παίρνουν ξανά τον δρόμο τους.

The X-Factor (1995)
Καταλαβαίνω τους έφηβους της δεκαετίας του 1990 που γνώρισαν τους Iron Maiden όταν τραγουδιστής τους ήταν ο Blaze Bayley. Είναι σίγουρο ότι έχουν περισσότερο στην καρδιά τους αυτόν τον δίσκο, τον καλύτερο από τους δύο εκείνης της περιόδου. Εγώ όμως δυσκολεύομαι να ακολουθήσω. Στα 70 λεπτά που διαρκεί το «The X-Factor» ακούω ένα ηχητικά μονοδιάστατο album με ελάχιστες καλές ιδέες, χωρίς κορυφώσεις και -κυρίως- με ένα φιλότιμο αλλά μέτριο τραγουδιστή, που δεν θα μπορούσε ποτέ να αντικαταστήσει τον Bruce Dickinson. Και αυτό ήταν κάτι που το ξέραμε όλοι πριν καν ακούσουμε για πρώτη φορά το «Man On The Edge». Ο δίσκος δικαιούται ένα credit επειδή βοηθά τους Maiden να μείνουν ζωντανοί σε μια δύσκολη περίοδο για τους ίδιους -και για το κλασικό metal γενικότερα- αλλά μέχρι εκεί.

A Matter Of Life And Death (2006)
Εδώ και δώδεκα χρόνια προσπαθώ να βρω τι με ενοχλεί στο «A Matter Of Life And Death» και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι ένας δίσκος που μοιάζει με τα χρώματα τα εξωφύλλου του. Είναι ένα μουντό και επίπεδο album που δεν προσφέρει σημαντικές συγκινήσεις χωρίς, ωστόσο, να απογοητεύει ολοκληρωτικά. Είναι με λίγα λόγια ο ορισμός του μέτριου δίσκου, αυτό το άχαρο πράγμα που δεν γεννά οποιοδήποτε συναίσθημα. Θα συμπληρώσω μόνο ότι το «For The Greater Good Of God» και το «The Longest Day» μοιάζουν λίγο με τραγούδια των Iron Maiden που σημαίνουν κάτι και θα το αφήσω εδώ.

The Final Frontier (2010)
Αφού ξεκαθαρίσω ότι το «The Final Frontier» είναι ένας κακός δίσκος θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω γιατί είναι ένας καλός κακός δίσκος ή, αν προτιμάτε, μια ευγενής αποτυχία. Είναι, λοιπόν, ένας καλός κακός δίσκος επειδή δείχνει ότι οι Iron Maiden προσπαθούν, όσο τους επιτρέπει το όνομα και η ιστορία τους, να εκσυγχρονίσουν τον ήχο, τις ενορχηστρώσεις και τις μελωδίες των τραγουδιών τους. Ίσως με αυτόν τον δίσκο να φτάνουν στο πιο μακρινό σύνορο που μπορούν, στο δικό τους «El Dorado», και αυτή η τόλμη είναι αξιέπαινη για ένα συγκρότημα που τα μέλη του είναι πια στα 50 τους, ακόμα και αν το αποτέλεσμα αποτυγχάνει σχεδόν ολοκληρωτικά. Το «σχεδόν» αφορά το γλυκόπικρο αριστούργημα που λέγεται «When The Wild Wind Blows», το πιο τρυφερό τραγούδι που έγραψε ποτέ ο Steve Harris, με τους στίχους που λιώνουν καρδιές. Μόνο και μόνο για αυτό, το «The Final Frontier» πάει δύο θέσεις παραπάνω από την αρχική του.

No Prayer For The Dying (1990)
Με το «Bring Your Daughter… To The Slaughter» καταφέρνουν να ανέβουν για πρώτη και τελευταία φορά στην κορυφή του singles chart της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά αυτή είναι μια κούφια ανταμοιβή που δεν κρύβει το πόσο προβληματικός δίσκος είναι το «No Prayer For The Dying». Είναι φανερό ότι η αποχώρηση του Adrian Smith και τα πρώτα ξενοκοιτάγματα του Bruce Dickinson τους κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από αυτή που φανταζόμαστε. Το όγδοο album των Maiden δεν είναι κακό και νομίζω ότι άδικα έχει φάει -μαζί με το «Virtual XI»- το περισσότερο ξύλο από τους οπαδούς τους. Όμως πρόκειται για ένα δίσκο που στερείται φιλοδοξίας -κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην καριέρα των Maiden- και που μοιάζει μισοδουλεμένος. Εδώ μέσα υπάρχουν καλά τραγούδια, όπως το «Tailgunner», το ομώνυμο, το «Hooks In You», το «Run Silent Run Deep» και το «Fates Warning», αλλά είναι ακριβώς και μόνο αυτό: καλά τραγούδια χωρίς τίποτα ξεχωριστό. Υπάρχει και το έγκλημα σε βάρος της μουσικής που ονομάζεται «Mother Russia», αλλά αυτό ξεχάστε ότι το διαβάσατε. Είναι δικό μου κόλλημα.

Fear Of The Dark (1992)
Με μια πρώτη ανάγνωση, το «Fear Of The Dark» δείχνει ότι οι Maiden βγαίνουν από την δημιουργική δίνη στην οποία τους παγίδευσε το «No Prayer For The Dying». Το «Be Quick Or Be Dead» και το «Wasting Love» είναι πιο στιβαρά singles από αυτά του προηγούμενου δίσκου, το ομώνυμο τραγούδι κερδίζει για πάντα μια θέση στο setlist τους χάρη στο γκελ που έκανε η ζωντανή ηχογράφηση του και το «Afraid To Shoot Strangers» γίνεται το πιο υποτιμημένο αριστούργημα τους. Κατά τα άλλα όμως η ακρόαση του δίσκου βυθίζει τον ακροατή σε ένα ωκεανό μετριότητας. Το «Fear Of The Dark» είναι ο πιο φλύαρος μέχρι αυτή τη στιγμή δίσκος τους, με πολλά μέτρια τραγούδια που δείχνουν ότι, δημιουργικά, οι Maiden είναι έτοιμοι να χτυπήσουν στον τοίχο. Ο Bruce Dickinson αντιλαμβάνεται ότι το συγκρότημα δεν πατά καλά στα πόδια του και κλείνει την πόρτα πίσω του.

The Book Of Souls (2015)
Ο πιο πρόσφατος δίσκος τους, βρίσκει τους Iron Maiden να αποφασίζουν ότι το μέγεθος μετράει. Στή μιάμιση ώρα που διαρκεί, το «The Book Of Souls» περιλαμβάνει τρία τραγούδια που ξεπερνούν το δεκάλεπτο και μολονότι λίγο editing θα βοηθούσε -ειδικά στην περίπτωση του «Empire Of The Clouds»- δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και τα τρία δίνουν στους οπαδούς τους αυτό που θέλουν, ιδιαίτερα μετά την περιπέτεια του «The Final Frontier». Δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχος όρος του «comfort food» στη μουσική, αλλά το «The Book Of Souls» είναι ακριβώς αυτό, ένας ασφαλής και απόλυτα επαρκής δίσκος που ικανοποιεί τους πάντες και κρατά το συγκρότημα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Δε νομίζω ότι δικαιούμαστε να ζητήσουμε κάτι περισσότερο.

Killers (1981)
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το «Killers» πέφτει θύμα του αποκαλούμενου «second album syndrome» και παράλληλα βρίσκει τους Maiden σε μια μεταβατική περίοδο, στη διάρκεια της οποίας χωρίζουν οι δρόμοι τους με τον Paul Di’ Anno. Ίσως για αυτό οι ιδέες τους σε αυτό το δίσκο να μην προκαλούν δέος και να μοιάζουν συχνά πυκνά σαν αναμασήματα του ντεμπούτου τους. Ακόμα, όμως, κι αν δεν πλησιάζει τις πιο υψηλές κορυφές, το «Killers» είναι ένας καλός δίσκος. Άλλωστε, δεν μπορεί να μην είναι όταν έχει τραγούδια όπως το ομώνυμο, το «Wrathchild» ή το, εντελώς προσωπικό αγαπημένο μου, «Purgatory». Υπάρχει και κάτι άλλο που σήμερα λειτουργεί υπέρ του. Ως ένα album που οι ίδιοι οι Maiden έχουν επιλέξει να αφήσουν λίγο στο περιθώριο, το «Killers» δεν έχει κορεστεί και είναι το μόνο της πρώτης περιόδου τους που μπορεί να επαναξιολογηθεί με νέες ακροάσεις.

Dance Of Death (2003)
Ο 13ος δίσκος των Iron Maiden δεν στέκεται στο ύψος του προκατόχου του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και γρουσούζικος. Το «Dance Of Death» ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό την πετυχημένη συνταγή του «Brave New World». Αυτά που μπορώ να προσθέσω είναι ότι το «Montsegur» και το «Paschendale» είναι ακριβώς τα τραγούδια που πρέπει να γράφουν οι Iron Maiden για να έχουν την αιώνια αγάπη μας, ότι το «Rainmaker» επιβεβαιώνει τις ικανότητες τους στη σύνθεση αξιομνημόνευτων μελωδιών που προσεγγίζουν τον κόσμο της pop και ότι το «Journeyman» είναι ένα ακουστικό coda που δείχνει ότι, μετά από 23 χρόνια στη δισκογραφία, κρύβουν κάποιους άσσους στο μανίκι τους. Οι Iron Maiden είναι πλέον τόσο άνετοι που αφήνουν ακόμα και τον Nicko McBrain να γράψει ένα -ομολογουμένως πολύ συμπαθητικό- τραγούδι.

Piece Of Mind (1983)
Ας αρχίσουμε με τα άσχημα. Το «Piece Of Mind» δεν εκπληρώνει όλες τις υποσχέσεις που δίνει. Είναι ένας θεματικά και στιχουργικά θαυμάσιος δίσκος που σκοντάφτει πιο πολλές φορές από όσες θα έπρεπε στην ίδια τη μουσική του. Από τα albums που κυκλοφόρησαν στην χρυσή εποχή τους το «Piece Of Mind» είναι αυτό που μοιράζεται με το «Killers» τα περισσότερα αδιάφορα, για τα δικά τους δεδομένα, τραγούδια. Όταν στον διάδοχο του «The Number Of The Beast» υπάρχει το «Die With Your Boots On», το «To Tame A Land», το «Quest For Fire» και το «Sun And Steel» τότε το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μιλήσεις για πισωγύρισμα που θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά σε οποιοδήποτε συγκρότημα. Όμως οι Iron Maiden δεν είναι οποιοδήποτε συγκρότημα και δίπλα στα τραγούδια που και οι ίδιοι έχουν ξεχάσει υπάρχουν λαμπερά διαμάντια όπως το «Revelations», το «The Trooper», το «Where Eagles Dare» και το «Flight Of Icarus» που θα τα ζήλευαν όλοι όσοι σκέφτονταν να βάλουν στο μάτι τον θρόνο τους.

Brave New World (2000)
Ούτε ο πιο αισιόδοξος οπαδός τους μπορούσε να φανταστεί ότι η επιστροφή του Bruce Dickinson και του Adrian Smith θα ήταν ένας τέτοιος αναμφισβήτητος θρίαμβος. Αυτός είναι στα αλήθεια ένας γενναίος καινούργιος κόσμος στον οποίο οι Iron Maiden ανεβαίνουν ξανά στην κορυφή, γράφοντας τα καλύτερα τραγούδια τους από το «Seventh Son Of A Seventh Son» και μετά. Το «Brave New World» είναι ένας δίσκος στον οποίο δυσκολεύεσαι να βρεις ψεγάδι και δεν υπάρχει κανένας λόγος να το ψάξεις περισσότερο. Το «The Wicker Man» είναι το ορμητικό single που πάντα περιμέναμε από αυτούς, οι αλλαγές του tempo στο «Out Of The Silent Planet» και στο «Dream Of Mirrors» κόβουν την ανάσα, ενώ το «Blood Brothers» και το ομώνυμο είναι οι ιδανικοί Maidenικοί συναυλιακοί ύμνοι. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και κάτι άλλο. Αρχής γενομένης από το «Brave New World» οι Iron Maiden δίνουν μαθήματα σε όλους για το πως ένα συγκρότημα βετεράνων μπορεί και πρέπει να διαχειριστεί την καριέρα του. Για αυτό και 18 χρόνια αργότερα παραμένουν μεγάλοι.

Somewhere In Time (1986)
Όταν κυκλοφόρησε το «Somewhere In Time» οι περισσότεροι συμφωνήσαμε ότι δεν ήταν τόσο καλό όσο το «Powerslave». Είχε μεσολαβήσει και το «Live After Death», το οποίο είχε δώσει μυθικές διαστάσεις σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο της πορείας τους, οπότε ο επόμενος δίσκος τους είχε να ανέβει ένα βουνό. Δεν έχω αλλάξει γνώμη από τότε, ωστόσο το «Somewhere In Time» είναι ένας εξαιρετικός δίσκος που βρίσκει τους Maiden να εκμοντερνίζουν τον ήχο τους, να πειραματίζονται ελαφρά με τα synths, και σε τελική ανάλυση, να μας εκπλήσσουν για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό. Τολμώ, μάλιστα, να πω ότι η συνθετική νοοτροπία και το ύφος του «Somewhere In Time» είναι αυτό που ορίζει τον ήχο των Iron Maiden μέχρι σήμερα.

Seventh Son Of A Seventh Son (1988)
Όποιος δεν θυμάται το 1988 δεν μπορεί να αντιληφθεί πλήρως τον Iron Maiden οργασμό που ζούσαμε στην Ελλάδα. Βλέπετε, η πρώτη συναυλία τους στη χώρα μας είχε ανακοινωθεί επίσημα, το video clip του «Can I Play With Madness» έπαιζε συνεχώς και παντού και όλοι συζητούσαμε μόνο για εκείνη την ιστορική 13η Σεπτεμβρίου που ερχόταν αργά και βασανιστικά. Ήμασταν και τυχεροί, όμως, γιατί περιμέναμε να έρθει στα μέρη μας η περιοδεία ενός αριστουργήματος. Το «Seventh Son Of A Seventh Son» παραμένει ο πιο απαιτητικός και φιλόδοξος δίσκος της καριέρας τους, το καλλιτεχνικό έργο ενος συγκροτήματος που βρίσκεται στην κορυφή και έχει πλήρη επίγνωση των τεράστιων δυνατοτήτων του. Στο ομώνυμο έπος και στο «The Prophecy» oι Iron Maiden εξερευνούν τις πιο progressive τάσεις τους, το «Infinite Dreams» είναι ένα σπάνιο ενδοσκοπικό κομψοτέχνημα και φυσικά, όπως αποδεικνύουν τα «The Evil That Men Do» και «The Clairvoyant», παραμένουν αλάνθαστοι όταν πρόκειται να γράψουν μεγάλα συναυλιακά τραγούδια. Το 1988 δεν μπορούσαμε να το δούμε αλλά τελικά ήταν αναπόφευκτο. Μετά από ένα τέτοιο σερί δίσκων μόνο προς τα κάτω μπορούσαν να πάνε.

Powerslave (1984)
Τι κάνεις όταν έχεις στραβοπατήσει στον προηγούμενο δίσκο σου; Ξεκινάς τον επόμενο με τον πιο take no prisoners τρόπο που μπορείς και όλα παίρνουν το δρόμο τους. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το «Powerslave». Στο τέλος του «2 Minutes To Midnight» όλα έχουν επανέλθει στη φυσική τους θέση, η εμπιστοσύνη στους Iron Maiden έχει αποκατασταθεί και η ζωή συνεχίζεται σαν να μη συνέβη τίποτα. Είναι όμως αρκετά αυτά για ένα συγκρότημα που βρίσκεται στην ακμή του; Εννοείται πως όχι, για αυτό και η δεύτερη πλευρά του δίσκου φροντίζει να ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Ξεχάστε για λίγο το τυπικά συμπαθητικό «Back In The Village» και βυθιστείτε στις παραισθήσεις του γερό ναυτικού ή ζήστε την αγωνία του Αιγύπτιου θεού όταν συνειδητοποιεί ότι ούτε ο ίδιος είναι αθάνατος. Τότε ίσως καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι η καλύτερη πλευρά δίσκου που έχουν ηχογραφήσει οι Iron Maiden. Και σίγουρα το εξώφυλλο είναι το κορυφαίο που έχει σχεδιάσει ο Derek Riggs.

Iron Maiden (1980)
Ο Steve Harris -λέει η ιστορία- αρνείται να υποκύψει στις πιέσεις της δισκογραφικής εταιρίας, να κόψει τα μαλλιά του και να παίξει punk. Πολύ καλά κάνει, αλλά ταυτόχρονα παρατηρεί προσεκτικά τι συμβαίνει γύρω του και δεν πετά το punk στα σκουπίδια. Αντίθετα, μπολιάζει τις επιρροές του από τους Wishbone Ash, τους Deep Purple και τους Thin Lizzy με την ενέργεια και την do it yourself νοοτροπία του punk, γράφοντας τα πιο street τραγούδια της ζωής του. Το «Running Free», το «Prowler», το «Charlotte The Harlot» και το ομώνυμο ελάχιστη σχέση έχουν με τους πιο φιλόδοξους Maiden των επόμενων χρόνων, αλλά δεν παύουν να πιάνουν τον ακροατή από το λαιμό με τη φρεσκάδα και τον τσαμπουκά τους. Φυσικά, ο Harris ήταν πολύ τυχερός που στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο έχει δίπλα του τον Paul Di’ Anno, έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει ο Κάρολος Ντίκενς, ο οποίος δίνει πνοή σε αυτά τα τραγούδια και ταυτόχρονα είναι επαρκέστατος σε πιο πολύπλοκες συνθέσεις όπως το «Phantom Of The Opera» που δείχνουν ξεκάθαρα ποιο είναι το μέλλον του συγκροτήματος. Δεν χωρά καμία αμφιβολία για δύο πράγματα: το πρώτο είναι ότι το ιστορικό ντεμπούτο των Maiden κλωτσά τις πόρτες και ανοίγει διάπλατα το δρόμο για το metal της δεκαετίας του 1980 -και από αυτή την άποψη υπολείπεται μόνο του πρώτου δίσκου των Black Sabbath- και το δεύτερο είναι ότι χωρίς το attitude του Paul Di’ Anno αυτό είναι πολύ δύσκολο να συμβεί.

The Number Of The Beast (1982)
Ο Paul Di’ Anno ήταν ο ιδανικός τραγουδιστής για τους πρώιμους Maiden, άλλα δεν είναι ο κατάλληλος για να δώσει σάρκα και οστά στο όραμα του Harris να κάνει το συγκρότημα τη μεγαλύτερη metal μπάντα του πλανήτη. Κατάλληλος είναι μόνο ο Bruce Dickinson, ένας υπερφιλόδοξος νεαρός με θεατρικό στιλ και πνευμόνια από ατσάλι. Με το καλημέρα, το ανανεωμένο συγκρότημα κυκλοφορεί τον πιο σημαντικό δίσκο της καριέρας του, ο οποίος είναι και το εφαλτήριο για την παγκόσμια αναγνώριση. Με το «Hallowed Be Thy Name» και το «Children Of The Damned» ο Harris καταφέρνει να τελειοποιήσει τα έπη που πάντα είχε στο μυαλό του, με το ομώνυμο τραγούδι αισθάνεσαι ότι οι Maiden ανέπνεαν στον ώμο του Ιωάννη την ώρα που έγραφε την Αποκάλυψη, ενώ με το «Run To The Hills» και το «The Prisoner» αποδεικνύουν για πρώτη φορά ότι μπορούν να γράψουν εξαιρετικά «pop» hooks. Αλλά δεν έχει νόημα να το συζητούμε περισσότερο. Το «The Number Of The Beast» έχει καταγραφεί ούτως ή άλλως στην συνείδηση των περισσότερων οπαδών των Iron Maiden ως ο κορυφαίος δίσκος της καριέρας τους και αυτό αποδεικνύεται κάθε φορά που βλέπουμε ένα οποιοδήποτε setlist τους.

Στέλιος Βογιατζάκης
Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.