L’ Amour: H rock πρωτεύουσα του Brooklyn

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Posted on Ιανουάριος 10, 2018, 10:30 πμ
33 secs

Η Νέα Υόρκη είναι ως γνωστόν η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται, το Μεγάλο Μήλο, και ένα σωρό άλλα παρατσούκλια για το αστικό περιβάλλον-ορόσημο στην ιστορία του Δυτικού πολιτισμού. Κι αν όπως λένε οι Agnostic Front, το συναίσθημα δεν είναι το ίδιο με παλαιότερα, η μουσική ιστορία του τόπου προκαλεί δέος μέχρι και σήμερα. Μέρη όπως τα θρυλικά Studio 54 και Palace 57 όρισαν την disco/χορευτική περίοδο των 70s, ενώ πολιτιστικό μνημείο που προκαλεί ρίγη, αποτελεί η θύμηση του CBGB (δείτε την ταινία με τον μακαρίτη Alan Rickman ΧΤΕΣ), έστω κι αν στη θέση του βρίσκεται σήμερα μια μπουτίκ του John Varvatos. Καθώς όμως περνούσες τη γέφυρα και βρισκόσουν στο Brooklyn, το προαστιακό τοπίο προμήνυε περισσότερο heavy καταστάσεις και αυτές βρήκανε στέγη στο θρυλικό L’Amour, την rock πρωτεύουσα του Brooklyn όπως και ονομάστηκε. Ένα μαγαζί που όσον αφορά το hard rock και τον κλασικό heavy ήχο, συνέβαλλε τα μέγιστα ώστε αυτός να διαδοθεί και να γιγαντωθεί, δίνοντας τη σκηνή του σε ένα σωρό μπάντες στην πορεία λατρεύτηκαν.

Άνοιξε τις πόρτες του το 1978 στην 62nd Street στην περιοχή Bay Ridge του Brooklyn με ιδιοκτήτες δύο Ιταλούς μετανάστες, τον Mike και George Parente. Στην αρχή το club επιδιδόταν σε disco βραδιές, καθώς εκείνη την εποχή το είδος γνώριζε ιδιαίτερη άνθηση, κάτι στο οποίο βοήθησε και η μεγάλη επιτυχία του Saturday Night Fever με τον John Travolta. Ήταν όμως κάποια χρόνια αργότερα που η μουσική θα βρισκόταν σε ένα ιδιαίτερα κομβικό σημείο, αφενός με την «νύχτα που πέθανε η disco» στο Detroit, αφετέρου με την metal-mania η οποία άρχισε να κυριεύει τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το ευρωπαϊκό metal να γίνεται talk of the town σε κάθε μικρή η μεγάλη πόλη της Ανατολικής και της Δυτικής Όχθης. Έτσι λοιπόν με την αλλαγή πορείας και με το σωστό management, το L’Amour κατάφερε να γίνει η Μέκκα του heavy metal στην Ανατολική ακτή των ΗΠΑ και μέχρι σήμερα να μνημονεύεται για την επιδραστικότητα του στην εξέλιξη του μουσικού αυτού είδους. Από ονόματα που πέρασαν από τη σκηνή του L’Amour πραγματικά τι να πρωτοπιάσουμε πραγματικά. Accept, Metallica, Agnostic Front, Blue Oyster Cult στο ξεκίνημα τους, Slayer, Cro-Mags, Saxon, Madball, Running Wild, DRI και ένα σωρό άλλοι θρύλοι του metal και του hardcore έχτισαν εκεί το αμερικάνικο τους portfolio. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Βρισκόμαστε στην εποχή που το rock/metal κοινό της Αμερικής ετοιμάζεται να μπολιάσει τις επιρροές του δημιουργώντας τα νέα μουσικά ρεύματα. Επηρεασμένοι από το ευρωπαϊκό τραχύ heavy metal των Venom, των Motorhead, των Mercyful Fate και του NWOBHM εν γένει, οι πιτσιρικάδες της Δυτικής κυρίως μεριάς θα προσθέσουν γκάζια και όγκο, καθώς και μια ανεπαίσθητη μυρωδιά από Exploited και Discharge, δημιουργώντας τα πρώτα thrash ηχοχρώματα. Στη δε Νέα Υόρκη, το hardcore punk υπόβαθρο της σκηνής των 70s δίνει πιο ξεκάθαρο προσανατολισμό στο thrash της περιοχής. Ταυτόχρονα αρχίζουν και οι πρώτες σημαντικές περιοδείες ξένων, αγγλικών κυρίως, metal συγκροτημάτων στην Αμερικανική ήπειρο. Μπάντες όπως οι Saxon και οι Raven προσπαθούν να χτίσουν όνομα στις ΗΠΑ και ευτυχώς για τη Νέα Υόρκη, για το L’Amour, αλλά και για την rock ιστορία γενικότερα, ο κύριος Alex Kayne, για τον οποίον θα πούμε στη συνέχεια, ήταν εκεί την κατάλληλη στιγμή, αποφασισμένος να διαδόσει τους metal ήχους στο ευρύ κοινό και τα κατάφερε, σε μια συγκυρία δύσκολη καθώς η pop και τα synthesizers άρχισαν να κυριαρχούν στα Αμερικανικά ραδιόφωνα. Και το κατάφερε με το side benefit ότι έκανε γνωστά στο ευρύ κοινό κάποια συγκροτήματα των οποίων το status ζαλίζει. Οι Metallica και οι Slayer, με καταγωγή από την Καλιφόρνια, δεν ήξεραν τι να περιμένουν εκεί στα 1984-85 από το απαιτητικό κοινό της περιοχής και ξαφνικά το L’Amour μετατρεπόταν σε ένα τεράστιο mosh pit. Οι Anthrax και οι Overkill με σταθερή παρουσία και ντόπια υποστήριξη, κατάφεραν και έγιναν «house bands» του club. Μεγάλα ευρωπαϊκά συγκροτήματα όπως οι Saxon και οι Iron Maiden (σε ένα θρυλικό secret gig υπό την ονομασία Charlotte and the Harlots) θα χτίσουν την καριέρα τους σε εκείνα τα μέρη μέσω του L’Amour. Υπάρχουν όμως πολλές ακόμα ιστορίες..

Τότε θεωρούνταν από κάποιους ως οι Grand Funk του glam rock ή οι New York Dolls του metal. Έγιναν κάτι πολύ περισσότερο. Ήταν οι Twisted Fucking Sister που μετά από αρκετά χρόνια περιπλάνησης στον μουσικό υπόκοσμο της Νέας Υόρκης, εκτοξεύτηκαν μια για πάντα στο stardom του rock και του metal, μένοντας μια και καλή εκεί. Κι όλα ξεκίνησαν από το L’Amour και την πίστη του Alex Kayne. Είχε ξεκινήσει ως dj disco και dance μουσικής στα μέσα των 70s μέχρι που κέρδισε έναν σχετικό διαγωνισμό. Πολλά ήταν τα μαγαζία που ζήτησαν τις υπηρεσίες του έκτοτε αλλά στο L’Amour ήταν κυρίως που έφτιαξε το όνομα του, ώστε να θεωρείται σήμερα ο πρώτος heavy metal dj της Νέας Υόρκης. Ο Kayne ξεχώρισε αμέσως τους Twisted Sister και τους έκανε την πρώτη heavy μπάντα που έπαιξε στο εν λόγω club, με τις μαρτυρίες να μιλάνε για την ιεροτελεστία κατά την οποία ο Dee Snider κατέβαζε την ντισκομπάλα διαλύοντας την σε χίλια κομμάτια, ενώ αμέσως μετά έριχνε τα disco βινύλια από τα ράφια του μαγαζιού. Ήταν μία από τις καλύτερες βραδιές του L’Amour όσον αφορά τα έσοδα. Και μετά τους Sister ήρθαν και οι υπόλοιποι Δυτικοί ήρωες. Με το club να κατέχει τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά την προώθηση του hard rock/poser στην ανατολική όχθη. Θρυλικά τα live των Motley Crue, Guns N Roses, Ratt, White Lion, συγκροτημάτων που φυσικά τότε ήταν στα ντουζένια τους.

Ένας μεγάλος κόκκινος τοίχος υπάρχει πλέον εκεί που κάποτε στεγαζόταν το L’Amour, με το club να κλείνει οριστικά τις πόρτες του το 2004. Δυστυχώς στη σημερινή εποχή είναι πολύ λίγα τα μαγαζιά που μπορούν να παίξουν τον ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο που είχαν τέτοια στέκια τα παλαιότερα χρόνια. Η κληρονομιά τους πραγματικά ανεκτίμητη, με όλους εμάς να είμαστε εδώ και να τιμούμε την προσφορά του κάθε L’Amour ακούγοντας βινύλια μιας άλλης εποχής, βινύλια που δε θα είχαν κυκλοφορήσει ποτέ αν δεν υπήρχε το μεράκι κάποιων ανθρώπων που αναφέρονται στο κείμενο. Long Live L’Amour!

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.