Για πρώτη και τελευταία φορά ο Lemmy με απογοήτευσε. Με όσα μαθαίναμε για την κατάσταση της υγείας του ήμουν σίγουρος ότι θα πέθαινε εξαντλημένος αλλά αγέρωχος στη σκηνή την ώρα που θα έπαιζε το «Ace Of Spades» ή το «Overkill». Τους Motorhead δεν υπήρχε περίπτωση να τους παρατήσει εφόσον μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Και αυτός τι έκανε; Πέθανε ήσυχα στο σπίτι του.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, γράψτε λάθος. Ο Lemmy είχε ένα θάνατο αντάξιο του μύθου του. Έφυγε ακριβώς όπως έζησε, υψώνοντας το μεσαίο δάχτυλο του χεριού στο Χάρο. Προσπαθήστε να φανταστείτε πως είναι τα δύο πρώτα εικοσιτετράωρα ενός ανθρώπου που μαθαίνει ότι έχει μια μορφή επιθετικού καρκίνου ο οποίος βρίσκεται, κατά πάσα πιθανότητα, σε τελικό στάδιο. Το σίγουρο είναι ότι δεν πάει σπίτι του για να παίξει video games. Ο Lemmy το έκανε, σηκώνοντας τους ώμους στωικά απέναντι στο μοιραίο, και δεν θα μου κάνει καμία έκπληξη αν μάθω ότι στο τραπεζάκι δίπλα του υπήρχε και ένα γεμάτο ποτήρι Jack Daniels με Coca Cola.

Τι είναι όμως αυτό που έκανε τόσους ανθρώπους, που δεν δηλώνουν οπαδοί των Motorhead ή δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να ακούσουν περισσότερα από μια χούφτα τραγούδια τους, να αφιερώσουν λίγες γραμμές στη σελίδα τους στο Facebook για να αποχαιρετήσουν τον Lemmy; Η ίδια η μουσική δεν είναι. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, το ενδιαφέρον για τους πρόσφατους δίσκους των Motorhead ήταν περισσότερο εγκυκλοπαιδικό. Τους ακούγαμε, διαπιστώναμε ικανοποιημένοι ότι όλα παρέμεναν στη θέση τους και μετά τους βάζαμε χωρίς πολλές τύψεις στην άκρη. Κανένας δεν περίμενε ένα νέο «Ace Of Spades» ή ένα ακόμα «Bomber». Ακόμα και στις καλύτερες και πιο πετυχημένες εποχές τους, όμως, οι Motorhead δεν βρήκαν πάτημα σε μεγάλο ακροατήριο, εκτός από τους οπαδούς του σκληρού ήχου. Δεν κατέκτησαν τα charts, δεν γέμισαν γήπεδα και σίγουρα ο Lemmy δεν ήταν το ομορφόπαιδο για το οποίο θα έλιωναν όλα τα κορίτσια του κόσμου.

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ανεξάρτητα αν κάποιος ακούει ή δεν ακούει τους Motorhead (και τους Hawkwind, δεν θα τους βγάλουμε εκτός κάδρου μέρα που είναι) γνωρίζει πολύ καλά ένα πράγμα: ο Lemmy ήταν πάντα πάνω και πέρα από τη μουσική του. Ήταν η larger than life προσωπικότητα, ένας τύπος που ανέπνεε για το rock n roll και το lifestyle του, χωρίς εκπτώσεις. Απλά δοκιμάστε να κάνετε μια σύγκριση με τον άλλο -μέχρι σήμερα- επιζώντα, τον Ozzy Osbourne, και θα καταλάβετε τι εννοώ. Ο Lemmy δεν θα έπαιζε ποτέ το χαρτί των καταχρήσεων του για να γίνει ο χαριτωμένος και ακίνδυνος τρελός του χωριού. Δε θα μετέτρεπε τη ζωή του reality show. Δε θα έκανε αστειάκια σε δεξιώσεις με τον πρόεδρο των ΗΠΑ ακόμα και αν τον καλούσαν. Θα έσφιγγε τα δόντια, όπως έκανε άλλωστε τον τελευταίο χρόνο, και θα ανέβαινε στη σκηνή ακόμα και για τέσσερα τραγούδια μέχρι να τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του.

«Σιγά το πράγμα» θα σκεφτεί κάποιος «και άλλοι ακολούθησαν αυτό το lifestyle και δεν ασχολούμαστε τόσο μαζί τους». Αυτός ο κάποιος, όμως, κάνει λάθος. Ο Lemmy δεν υπήρξε ποτέ ένας αχαλίνωτος rock καταστροφέας, από αυτούς που ενδιαφέρονται μόνο για το πόσες τηλεοράσεις θα πετάξουν από τα παράθυρα των ξενοδοχείων. Όποιος έχει διαβάσει συνεντεύξεις του, τη βιογραφία του ή έχει δει το ντοκιμαντέρ «49% Motherfucker 51% Son Of A Bitch» ξέρει ότι επρόκειτο για έναν πανέξυπνο, βαθύτατα φιλοσοφημένο άνθρωπο, με εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ, γερές δόσεις αυτοσαρκασμού και με τα πόδια κολλημένα σταθερά στο έδαφος. Το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, από αυτό που μας έχουν συνηθίσει οι περισσότεροι rock stars. Ακόμα και οι καταχρήσεις, οι οποίες μας έκαναν να σταυροκοπιόμαστε επειδή κατάφερε να φτάσει μέχρι τα 70, ήταν συνειδητή επιλογή. Ο Lemmy δεν «κύλησε» ποτέ στο αλκοόλ και στο speed. Τα διασκέδασε με την ψυχή του και δεν εμφανίστηκε ποτέ ως μετανοούσα Μαγδαληνή ή ως poster boy του «Just Say No».

Lemmymain

Υπάρχει και κάτι άλλο που δεν πρέπει να μας ξεφεύγει και ίσως εξηγεί μερικά πράγματα. Ποτέ μα ποτέ ο Lemmy δεν κλείστηκε στα τείχη της σκληρής μουσικής. Στα πρώτα βήματα των Motorhead ανακατεύτηκε με ενθουσιασμό με το punk πλήθος, ενώ αργότερα έγινε καλός φίλος της Samantha Fox και στάθηκε δίπλα της με σεβασμό, σε πείσμα των γέλιων και των κακεντρεχών σχολίων. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ποτέ δε θέλησε να ταυτιστεί με το heavy metal. «We are Motorhead and we play rock and roll» είναι η φράση που θα θυμόμαστε περισσότερο απο αυτόν.

Για να το κλείσουμε, ο Lemmy ήταν ο rock star που θα θέλαμε όλοι να ήμασταν αν είχαμε τα κότσια και την αντοχή να ζήσουμε στο όριο, ασυμβίβαστα και με αξιοπρέπεια. Για αυτό θα έχει πάντα το σεβασμό όλων. Όσο για τον τίτλο αυτού του κειμένου; Είναι απλό. Από αυτό το σπάνιο είδος μουσικού πλέον έχει μείνει μόνο ένας. Ο Keith Richards.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗΣ
Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.