ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ CRISIS POINT/TOP STORIES

Leprous, το συνώνυμο της προόδου και της συνέπειας

Μια βουτιά στα δισκογραφικά πεπραγμένα των Νορβηγών. Το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου, μόλις επτά μήνες μετά την εμφάνισή τους στο AthensRocks, οι Leprous θα ανέβουν στη σκηνή του Fuzz έχοντας στο μεταξύ κυκλοφορήσει το έκτο τους studio album «Pitfalls», το οποίο έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τον εγχώριο και διεθνή μουσικό Τύπο.…

Μια βουτιά στα δισκογραφικά πεπραγμένα των Νορβηγών.

Το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου, μόλις επτά μήνες μετά την εμφάνισή τους στο AthensRocks, οι Leprous θα ανέβουν στη σκηνή του Fuzz έχοντας στο μεταξύ κυκλοφορήσει το έκτο τους studio album «Pitfalls», το οποίο έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τον εγχώριο και διεθνή μουσικό Τύπο. Έξι οι δίσκοι, έξι (μαζί με αυτήν) και οι επισκέψεις τους στη χώρα μας, διατηρώντας έτσι μια παράδοση που θέλει την Ελλάδα να αποτελεί βασικό σταθμό των Leprous για την προώθηση κάθε νέας κυκλοφορίας τους, με μοναδική εξαίρεση το «Coal» του 2013.

Έχοντας λοιπόν παρακολουθήσει βήμα προς βήμα την πορεία των Νορβηγών από το «Tall Poppy Syndrome» του 2009 μέχρι το πρόσφατο «Pittfalls» επιχειρούμε μια βουτιά στα δισκογραφικά πεπραγμένα των Leprous με σκοπό να βάλουμε τα album τους σε μια αξιολογική σειρά.

Tall Poppy Syndrome (2009)
Σε μια περίοδο που η νορβηγική black metal σκηνή έχει σταματήσει να γεννάει μπάντες με ρυθμούς κουνέλας, η εμφάνιση ενός συγκροτήματος με το όνομα Leprous προδιέθετε για κάτι απαισιόδοξο και ακραίο. Όμως, κάτι ο ψαγμένος τίτλος του album, κάτι το πεντακάθαρο λογότυπο στο εξώφυλλο βάζουν τα πράγματα στη θέση τους πριν καν ακουστούν οι πρώτες νότες του εναρκτήριου «Passing». Όχι ότι το ντεμπούτο των Leprous δεν έχει επιρροές από την… σκοτεινή πλευρά της μαμάς πατρίδας, αφού περιέχει πολλά σχετικά ξεσπάσματα, τόσο μουσικά όσο και φωνητικά, όμως αυτά αποτελούν κομμάτι της δημιουργικότητας των Leprous οι οποίοι δεν μοιάζουν διατεθειμένοι να βάλουν στεγανά στη μουσική τους. Κοιτάζοντας σήμερα 10 χρόνια πίσω μπορούμε αβίαστα ότι το «Tall Poppy Syndrome» είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα ελπιδοφόρο ντεμπούτο, καθώς περιέχει κομμάτια που πολλές progressive μπάντες θα ήθελαν πολύ να γράψουν, με πιο χαρακτηριστικά τα «He Will Kill Again», «Not Even A Name» και το κα-τα-πλη-κτι-κό «White». Αν του λείπει κάτι είναι η ταυτότητα, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν θα αργούσε να βρεθεί.

Malina (2017)
Το «Malina» αποτέλεσε για τους φίλους της μπάντας αλλά και του progressive γενικότερα μια από τις πλέον πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες εκείνης της χρονιάς. Ο δίσκος συνέχισε στον δρόμο που χάραξε το «The Congregation» του 2015 μόνο που αυτή τη φορά το στοιχείο της έκπληξης απουσίαζε και για πρώτη φορά οι Leprous φαίνεται να πέφτουν στην παγίδα της επανάληψης χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με έναν αδιάφορο δίσκο. Από αυτήν τη σαφώς πιο εύπεπτη και «εμπορική» σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη δουλειά των Leprous, την πρώτη μετά την αποχώρηση του κιθαρίστα Øystein Landsverk, έχει περιοριστεί σημαντικά η διάθεση για πειραματισμούς. Σε κάθε περίπτωση, όταν ένα album περιέχει συνθέσεις όπως το «From The Flame», το «Stuck» και το «The Weight Of Disaster» δεν γινόταν παρά να κολλήσει για αρκετό καιρό στο player κάθε progster που σέβεται τον εαυτό του.

The Congregation (2015)
Το τέταρτο album των Leprous μπορεί να μην αποτέλεσε συνθετική κορύφωση για το συγκρότημα, ανέδειξε όμως περισσότερο από κάθε άλλη μέχρι τότε δουλειά τους το ταλέντο και τις ερμηνευτικές δυνατότητες του χαρισματικού και απαλλαγμένου από τα ράστα Einar Solberg, ενώ περιέχει και τα πρώτα… χιτάκια των Νορβηγών, το «The Price» και κυρίως το «Slave». Με σαφώς πιο groovy διάθεση σε σχέση με τα «Bilateral» και «Coal» και με περισσότερες αναφορές στις prog-rock επιρροές τους το «The Congregation» αποτέλεσε μια κυκλοφορία που θα έκανε και τους τελευταίους που αγνοούσαν την ύπαρξη των Leprous να σηκώσουν τα φρύδια ακούγοντάς το. Από την άλλη, για όσους ξέραμε τι να περιμένουμε λειτούργησε ως τρίτος πόλος σε ένα σερί δίσκων υψηλής αισθητικής, με την προώθησή του να φέρνει τους Νορβηγούς για τρίτη φορά στη χώρα μας και τη συναυλία στο An Club (Σεπτέμβριος 2015) να αποτελεί την καλύτερη μέχρι σήμερα εμφάνισή τους επί αθηναϊκού τουλάχιστον εδάφους.

Coal (2013)
To τρίτο album των Leprous είχε το βαρύ φορτίο να διαδεχθεί το εκπληκτικό «Bilateral». Δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο ατμοσφαιρικό -στα όρια πολλές φορές του μελαγχολικού- κομμάτι το «Coal» κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα, τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά, ενώ το ιδιαίτερα αρτίστικο ύφος και οι τολμηροί πειραματισμοί του συμβάλλουν ώστε οι Leprous να χτίσουν ένα δυνατό brand name στον χώρο του progressive. Παράλληλα, το «Coal» αναδεικνύει περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο δίσκο των Νορβηγών, την εκτίμηση του Einar Solberg στον Devin Townsend και στο ύφος με το οποίο ο πολυπράγμων Καναδός μουσικός προσεγγίζει ερμηνευτικά τις συνθέσεις του. Με κομμάτια όπως το ομότιτλο, το «The Cloak» και το επιβλητικό «Contaminate Me», το οποίο εκτινάσσεται σε άλλο επίπεδο με τη συμμετοχή του Ihsahn, ο «Άνθρακας» των Leprous αποδεικνύεται πραγματικός θησαυρός.

Pitfalls (2019)
Μέσα στη γενικότερη μαυρίλα που αποπνέει η θεματολογία του, το «Pitfalls» αποτελεί την καλύτερη μέχρι σήμερα προσπάθειά τους να ξαναβρούν τον αμφίπλευρο εαυτό τους (λέγε με «Bilateral») και η αλήθεια είναι ότι έφτασαν πολύ κοντά στο να το καταφέρουν. Μέσα στην άκρατη (για πολλούς ήταν ακόμα και κουραστική) μουσικότητα που το διαπνέει, με τα ηλεκτρονικά μέρη να υπερισχύουν οριακά των κιθαριστικών, η τελευταία δουλειά των Leprous αποτελεί μια κατάθεση ψυχής του Einar Solberg για τη μάχη του με την κατάθλιψη και δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να κυκλοφορήσει και ως προσωπικό album. Σε κάθε περίπτωση το μεγαλείο του «Pitfalls» πατάει κατά 50% στην πολυμορφική αρτιότητα των συνθέσεων και κατά 50% στην καθηλωτική ερμηνεία του Solberg αχρηστεύοντας παράλληλα την οποιαδήποτε απόπειρα να μπει ο δίσκος κάτω από συγκεκριμένη μουσική ταμπέλα, αφού η pop αισθητική του «I Lose Hope» δένει αρμονικά με την groovy διάθεση του «By My Throne» και το πιο metal «Foreigner».

Bilateral (2011)
Η αδιαμφισβήτητη ποιότητα του «Tall Polly Syndrome» προκάλεσε το ενδιαφέρον της InsideOut η οποία είχε από καιρό θέσει σε πλήρη εξέλιξη την επιχείρηση… progressive παιδομάζωμα. Ποιοι ήταν λοιπόν οι Leprous για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τον κανόνα που έστελνε όλα τα ελπιδοφόρα prog σχήματα στην αγκαλιά της γερμανικής εταιρείας; Την απάντηση θα έδιναν οι ίδιοι αφού με το καλημέρα δημιούργησαν έναν δίσκο που μέχρι σήμερα παραμένει αξεπέραστο. Στο «Bilateral» οι Leprous δημιουργούν τον ήχο που καθιέρωσε ως ένα από τα πιο πειραματιζόμενα και ακομπλεξάριστα σχήματα της σύγχρονης prog σκηνής, με τις ενορχηστρώσεις του να αποτελούν ό,τι πιο ενδιαφέρον και απρόβλεπτο είχε παρουσιάσει το ιδίωμα σε μια περίοδο μάλιστα που τα μεγάλα ονόματα του χώρου βρίσκονταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Πρόκειται για ένα σημείο συνάντησης των Riverside με τους Faith No More και των Pain of Salvation με τους Tool. Η κυκλοφορία του «Bilateral» έφερε τότε τους Leprous στη χώρα μας ως support των Amorphis και οι λίγοι και τυχεροί που βρεθήκαμε τότε στο Gagarin είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε ζωντανά ένα μεγάλο μέρος του δίσκου, ο οποίος δυστυχώς τα τελευταία χρόνια έχει χάσει εντελώς τη θέση του στις playlists των Νορβηγών. Ας ελπίσουμε ότι αυτήν τη φορά η μαγεία ενός «Forced Entry» ή τα jazzy παιχνιδίσματα ενός «Mediocrity Wins» θα βρουν το χώρο που τους αναλογούν.

Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...

Latest from CRISIS POINT

Go to Top