ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ IN FOCUS

Λίγες σκέψεις αντί κριτικής για το «Blackstar»

Ο David Bowie πέθανε. Πέρασε στην ιστορία και από εδώ και πέρα το μόνο που μένει είναι ο μύθος του ο οποίος δεν θα ξεθωριάσει ποτέ. Μην το ξεχάσετε αυτό διαβάζοντας τις παρακάτω γραμμές. Ο David Bowie πέθανε τρεις μέρες μετά την κυκλοφορία του τελευταίου δίσκου του στον οποίο η…

Ο David Bowie πέθανε. Πέρασε στην ιστορία και από εδώ και πέρα το μόνο που μένει είναι ο μύθος του ο οποίος δεν θα ξεθωριάσει ποτέ. Μην το ξεχάσετε αυτό διαβάζοντας τις παρακάτω γραμμές.

Ο David Bowie πέθανε τρεις μέρες μετά την κυκλοφορία του τελευταίου δίσκου του στον οποίο η ιστορία της μουσικής επιφυλάσσει μια πολύ άβολη θέση. Δεν είναι μόνο ο ελάχιστος χρόνος που χωρίζει την εμφάνιση του «Blackstar» από το θάνατο του δημιουργού του. Είναι επίσης η θεματολογία και η ατμόσφαιρα του που – πολύ σωστά – διαβάζονται πλέον ως ο επικήδειος που έγραψε ο Bowie για τον εαυτό του. Είναι ένας θανατηφόρος συνδυασμός, ο οποίος μεταφέρει τεράστιο βάρος στους ώμους του ακροατή και τον κάνει να πέφτει θύμα ενός ακούσιου συναισθηματικού εκβιασμού. Το «Blackstar» πρέπει να του αρέσει γιατί αυτό είναι το σωστό υπό τις δεδομένες συνθήκες. Το να μην του αρέσει ισοδυναμεί με ασέβεια προς το νεκρό.

Το γράφω αυτό έχοντας παρατηρήσει το διαδικτυακό λιντσάρισμα που υπέστη τις τελευταίες μέρες ένας από τους καλύτερους Έλληνες μουσικούς δημοσιογράφους, ο Μάρκος Φράγκος, επειδή τόλμησε να γράψει πριν από περίπου δύο μήνες ένα κείμενο στο οποίο έθαψε το ομώνυμο τραγούδι του «Blackstar». Ο κ. Φράγκος δεν κατάλαβε τότε τι ήθελε να μας πει ο Bowie. Δεν είχε κρυστάλλινη σφαίρα για να δει το μέλλον. Επίσης, κανένας άλλος δεν κατάλαβε τι ήθελε να μας πει ο Bowie αν κρίνω από άρθρα σοβαρών εντύπων που διαπίστωναν με στόμφο ότι οι στίχοι του μιλούσαν… για το ISIS. Μόνο όταν πέθανε καταλάβαμε. Και το ότι χρειάστηκε να πεθάνει ο Bowie για να καταλάβουμε είναι το μεγάλο πρόβλημα του «Blackstar».

Θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Ακόμα και αν πέθαινε τρεις μέρες μετά την κυκλοφορία του «Never Let Me Down», ενός πραγματικά φρικτού δίσκου, ο Bowie θα είχε εξασφαλίσει τη θέση του στο Πάνθεον της μουσικής. Σε αυτό το υποθετικό σενάριο δεν μπορώ να φανταστώ ότι ο Τύπος του 1987 θα ήταν γεμάτος από αποθεωτικά κείμενα για τον συγκεκριμένο πολύ κακό δίσκο. Θα ήταν γελοίο. Αντίστοιχα, δεν είναι ανάγκη να αγιοποιήσουμε εξ’ αρχής το «Blackstar» αλλά να απαντήσουμε, ο καθένας ξεχωριστά, σε δύο απλές ερωτήσεις. Βρίσκουμε ενδιαφέρουσες τις μακροσκελείς jazz αναπτύξεις των τραγουδιών του δίσκου και τις μινιμαλιστικές μελωδίες τους; Αισθανόμαστε άνετα με την κατάθεση ψυχής και την ειλικρίνεια με την οποία ο Bowie είδε το θάνατο του; Αν ναι, τότε το «Blackstar» είναι ένας πολύ καλός δίσκος. Αν όχι, τότε είναι καλύτερο να κρατηθούμε μακριά. Δεν είναι ντροπή να μην αρέσουν σε κάποιον αυτά τα τόσο δύστροπα τραγούδια. Σε ό,τι με αφορά, θαυμάζω τη συνθετική τόλμη του Bowie που δείχνει το ανήσυχο πνεύμα του ακόμα και όταν πλησίαζε το τέλος. Όμως κανένα από τα τραγούδια του δε με κερδίζει με τον τρόπο που το κάνουν το Ashes To Ashes, το Boys Keep Swinging ή το Starman.

Και κάτι τελευταίο. Όσο σκέφτομαι το «Blackstar» τόσο μου έρχεται στο μυαλό ένας άλλος μεγάλος, ο Warren Zevon, ο οποίος πρόλαβε να ηχογραφήσει τον τελευταίο δίσκο του γνωρίζοντας ότι θα πεθάνει από καρκίνο. Το «The Wind» δεν σου ανοίγει την ψυχή, είναι όμως ο δίσκος ενός ανθρώπου που έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου, που μοιάζει αποφασισμένος να ζήσει καλά τους τελευταίους μήνες της ζωής του και που θέλει να κλείσει τους λογαριασμούς του. Είναι ένας γλυκόπικρος δίσκος.

Το «Blackstar» είναι το αντίθετο. Ενας σκοτεινός δίσκος, γεμάτος αγωνία και έλλειψη αποδοχής. Είναι το ίδιο ειλικρινής με τον δίσκο του Zevon και πιθανότατα αντιλαμβάνεται καλύτερα την ανθρώπινη κατάσταση μπροστά στο μοιραίο. Σε προσωπικό επίπεδο όμως, αν – χτύπα ξύλο – ακούσω κάποια στιγμή την ίδια είδηση από τον γιατρό, θα προτιμούσα να την αντιμετωπίσω όπως ο Zevon και όχι όπως ο Bowie. Γι’ αυτό και το «Blackstar» είναι ένας δίσκος που δεν θα καταφέρω να αγαπήσω ποτέ.

Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.

Latest from IN FOCUS

Go to Top