Posted On 7 Αυγούστου 2017 By In URBAN TALES, Προτεινόμενα With 691 Views

Λυκανθρώπινη ελληνική μυθολογία

Το Αυγουστιάτικο φεγγάρι μας εμπνέει να γράψουμε για την γέννηση του μύθου των Λυκανθρώπων στην Αρχαία Ελλάδα.

Η νύχτα είναι βαθιά. Σύννεφα στριμώχνονται αγριεμένα στον ουρανό έτοιμα να ξεσπάσουν σε μια αδυσώπητη βροχή καλύπτοντας την Σελήνη που έλαμπε γεμάτη φωτίζοντας τον δρόμο της. Οι βροντές είναι οργισμένες όσο κι ο Κρόνος. Οι αστραπές φωτίζουν τον δρόμο της Ρέας που κυνηγημένη από το μένος της φύσης και του άνδρα της προσπαθεί να βρει καταφύγιο. Ο άνεμος την δέρνει από παντού, τα πόδια της γυμνά σκίζονται στις πέτρες και στα αγκάθια του βουνού. Πρέπει να σώσει τον γιο της από τον πατέρα του πριν τον καταβροχθίσει. Το έδαφος σείστηκε κι η Ρέα σωριάστηκε κάτω. Το τράνταγμα ήταν δυνατό. Έσφιξε την κοιλιά της με τα δυο της χέρια σαν να ήταν η τελευταία στιγμή που θα χτυπούσε η καρδιά του παιδιού της μέσα στο σώμα της. Θα προστάτευε το παιδί τη ακόμη και με την ίδια της τη ζωή. Ουρλιαχτά λύκων ακούστηκαν από κάθε μεριά του όρους. Η Ρέα φοβήθηκε και τότε μια αστραπή έπεσε αποκαλύπτοντας την είσοδο μιας σπηλιάς. Σέρνοντας μπήκε μέσα. Οι πόνοι άρχισαν να την ρημάζουν. Σε λίγο, εκεί στην Κρητέα της Αρκαδίας, την ψηλότερη κορυφή του βουνού που φιλοξενούσε την φυγή της θα γεννιόταν ο γιος της, ο Δίας. Ο Λύκαιος Δίας.

Ο πέτρινος βωμός του Δία ήταν έρημος και άδειος. Οι δυο αγαλμάτινοι αετοί κοιτούσαν προς το μέρος της ανατολής όμως ο Λυσίθεος πήγαινε από σκιά σε σκιά για να αποφύγει την πέτρινη ματιά τους λες και μπορούσαν να ζωντανέψουν και να τον αρπάξουν. Μερόνυχτα ολόκληρα παραφύλαγε για να βρει μιαν ευκαιρία να μπει μέσα. Από το σακί που κουβαλούσε έσταζε αίμα αφήνοντας πίσω του μια κόκκινη σαλιγκαρίσια γραμμή. Δεν τον ένοιαζε. Αν πετύχαινε απόψε αυτό που ήθελε κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να τον πιάσει. Πέταξε το σακί πάνω στο θυσιαστήριο. Ότι βρισκόταν μέσα στο τσουβάλι σάλεψε με όση ζωή του είχε απομείνει. Ο Λυσίθεος έβγαλε το μαχαίρι του κι έκοψε το σπάγκο που κρατούσε το ζωντανό μέσα στο σακί, το γράπωσε από τα μπροστινά πόδια, το σήκωσε ψηλά και το ξαναπέταξε πάνω στο θυσιαστήριο χωρίς οίκτο. Χωρίς να χάσει χρόνο του έκοψε το λαιμό από άκρη σ’ άκρη αφήνοντας το ζεστό του αίμα να κυλήσει στο έδαφος. Κι ύστερα, σηκώθηκε και περίμενε. Το φως της Σελήνης που έλαμπε γεμάτη πάνω από το ιερό του βωμού έπεφτε μέσα στο ναό κάνοντας τα ρυάκια από αίμα να γυαλίζουν. Ο Λυσίθεος αναζήτησε την σκιά του κάτω από το φως της ολόλαμπρης ασημένιας θεάς. Δεν υπήρχε. Αυτό ήταν το σημάδι. Τα είχε καταφέρει. Το δέρμα του έτσουξε σαν να τον έκαιγαν με καυτό λάδι, τα νύχια του μεγάλωναν, τα δόντια του πονούσαν σαν να του τα ξεριζώνουν και το στόμα του γέμισε με αίμα. Η ραχοκοκαλιά του έτριξε, η πλάτη του έγινε μια τεράστια καμπούρα που τον έσπρωξε να πέσει στα χέρια και στα γόνατα, το σαγόνι του ξεκόλλησε από το κρανίο του και μαύρο τρίχωμα φύτρωνε σαν φρέσκια χλόη σε όλο του το κορμί. Ο χρησμός έλεγε πως αν από’ δώ κι εμπρός δεν έτρωγε καθόλου ανθρώπινο κρέας θα μπορούσε να ζήσει ελεύθερος σαν λύκος για δέκα ολόκληρα χρόνια κι έπειτα θα γινόταν πάλι άνθρωπος. Όμως ο Λυσίθεος πεινούσε πολύ. Βγήκε από το ναό, ούρλιαξε στο φεγγάρι κι ενώ τα κατάμαυρα μάτια του έκαιγαν και τα κοφτερά του δόντια άστραφταν πάλλευκα, έσκυψε για λίγο το κεφάλι, οσμίστηκε το χώμα και με ασυγκράτητη ορμή άρχισε να τρέχει προς το χωρίο. Ο σιδεράς του χωριού δεν κοιμόταν. Όλη τη νύχτα πάλευε να φτιάξει μια λεπίδα για τον άρχοντα. Άκουσε τα αλυχτίσματα και βγήκε έξω. Όλα σιώπησαν για λίγο κι αμέσως μετά σαν μια ριπή του ανέμου, ο Λύκος έπεσε πάνω του, τον σώριασε στο έδαφος και του ξέσκισε το λαιμό. Η πείνα του θέριεψε κι άλλο και τα μάτια του στυλώθηκαν πάνω στο χωριό.

Ο Πελασγός ηράσθει τη νύμφη Κυλλήνη και καρπός του έρωτα τους υπήρξε ο Λυκάων, ο πρώτος βασιλεύς των Αρκάδων. Ο Λυκάων γέννησε πενήντα γιούς ζευγαρώνοντας με πολλές γυναίκες. Υπήρξε δίκαιος προς τους ανθρώπους και ευσεβής προς τους θεούς κι οι γιοί του στάθηκαν άξιοι του πατέρα τους, έγιναν πολεμιστές, έδειξαν ηρωισμό κι ανδρεία στην μάχη κι ίδρυσαν πολλές πόλεις. Όμως, όταν κάποτε έμαθαν ότι θα ερχόταν ο Δίας να τους επισκεφθεί διέβαλαν την σκέψη του πατέρα τους, πείθοντάς τον να πραγματοποιήσει μια ιδέα του μεγαλύτερου τους αδερφού, του Μενέλαου και να του προσφέρει στο γεύμα ανθρώπινο κρέας ανακατεμένο μαζί με εντόσθια θυσιασμένων ζώων ώστε να δοκιμάσουν την παντογνωσία του Ολύμπιου. Ο Λυκάων παρασύρθηκε από την ιλαρότητα των γιων του και δέχθηκε την ανόσια κι ανίερη πρόταση. Έστειλε τους υπηρέτες του μέσα στα ξημερώματα να πάρουν απομεινάρια του κρέατος από το βωμό του Δία στην κορυφή της Κρητέας, να τα φέρουν στο παλάτι και να τα κρατήσουν ζεστά μέχρι το βράδυ που θα φιλοξενούσαν τον Δία. Η εντολή που δόθηκε στους υπηρέτες έγινε ακόμη πιο μιαρή όταν τους είπε να μαγειρέψουν τα εντόσθια των αναθημάτων με κρέας. Οι υπηρέτες από φόβο σιώπησαν και περίμεναν. Ο δήμιος της πόλης έφερε με ματωμένα χέρια τις λεκάνες με τα σφαχτά. Ο οδυρμός μιας λεχώνας μάνας αντήχησε σε όλη την πόλη και μια φρεσκοπαντρεμένη κόρη βούτηξε στο γκρεμό καθώς ο ήλιος έδυε βάφοντας κόκκινο τον ουρανό. Κανείς δεν ξεστόμισε ούτε μια λέξη αλλά όλοι κατάλαβαν.

Ο Δίας έφτασε στην πόλη κι η σκιά του κάλυψε τα πάντα. Η Σελήνη διαφέντευε τον ουρανό ρίχνοντας το φως της στο βασιλικό τραπέζι. Ο Δίας κάθισε στο θρόνο του, σήκωσε την κούπα που του γέμισε ο κήρυκας με δροσερό κρασί κι όλοι τον ακολούθησαν. Αφού έχυσαν την σπονδή, ήπιαν και κάθισαν κι εκείνοι αδημονώντας να δουν τη δύναμη του θεού να ξεδιπλώνεται ή να λυγίζει. Ο Δίας μόλις τράβηξε το πήλινο δοχείο με την τροφή μπροστά του αντιλήφθηκε, φυσικά, τον δόλο κι εξοργισμένος πέταξε το τραπέζι στον αέρα και τους κατακεραύνωσε έναν έναν μεταμορφώνοντας τους όλους σε λύκους. Λύκοι τρομαγμένοι σαν δαρμένα σκυλιά έτρεχαν αλαφιασμένοι να σωθούν από την οργή του Δία, βρίσκοντας μοναδικό κρησφύγετο το δάσος. Καταδικασμένοι ζουν από τότε κουβαλώντας την κατάρα τους αιωνίως. Ούτε άνθρωποι ούτε ζώα παλεύουν με την μοίρα που προκάλεσαν κάτω από το φως της Σελήνης. Εκτός από τον μικρότερο γιο, το Νύκτιμο, τον οποίο έσωσε την τελευταία στιγμή η Γη, κρατώντας το δεξί χέρι του Δία ώστε να μην ρίξει τον κεραυνό καθώς τυφλωμένος από την μανία δεν έβλεπε ότι ξεκληρίζει μια γενιά. Ο Νύκτιμος έζησε για να γίνει βασιλιάς της Αρκαδίας μέχρι τον κατακλυσμό από τον οποίο σώθηκαν μονάχα η Πύρρα και ο Δευκαλίωνας, που όταν πάτησαν το πόδι τους ξανά στην στεριά ενώ περπατούσαν πετούσαν πέτρες βγαλμένες από τα σπλάχνα της γης κι από τις πέτρες φύτρωναν πίσω από την πλάτη τους, οι πρώτοι άνθρωποι.

Tags :

ΦΡΑΝΣΗ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ

Η Φράνση Παπουτσάκη γεννήθηκε το 1976 στη Νεάπολη Εξαρχείων, κάτω από τον αστερισμό του Σκορπιού. Ως φύση αντικοινωνική σπούδασε Κοινωνιολογία. Όταν δεν γράφει, αρθρογραφεί. Όταν δεν αρθρογραφεί, μεταφράζει την γραφή της Francine Queen. Τα μεγάλα της πάθη εκτός από την πένα της είναι η κιθάρα της, η blues μουσική, ο βωβός, ο retro και ο cult κινηματογράφος, οι πολεμικές τέχνες και η yoga πρακτική την οποία βιώνει και διδάσκει κι έτσι σώζεται ο κόσμος από την οργή της.