Η δουλειά του σπανίως γίνεται ευρέως γνωστή, πολύ δε περισσότερη αντιληπτή και κατανοητή. Είναι όμως η κινητήριος δύναμη πίσω από κάθε μεγάλο γκρουπ, κάθε μεγάλο καλλιτέχνη και σίγουρα κάθε εμπορική επιτυχία που έχει να κάνει με το rock. Είναι οι άνθρωποι πίσω από κάθε απόφαση, κάθε προσπάθεια για διεύρυνση της δημοτικότητας, είναι αυτοί που θα πάρουν τα λιγότερα εύσημα σε περίπτωση επιτυχίας και θα επωμιστούν όλο το φταίξιμο σε περίπτωση αποτυχίας. Είναι οι managers του rock.

Όσοι έχουν δει τη σουρεαλιστική κωμωδία «This Is Spinal Tap» του Robb Reiner (όσοι δεν την είδατε ακόμα να τη δείτε ΧΤΕΣ) θυμούνται σίγουρα τη σκηνή όπως ο manager τους Ian Faith (Tony Hendra ο ηθοποιός) ακούει τον εξάψαλμο για το σκηνικό επί σκηνής όταν η μπάντα έπαιζε ζωντανά το «Stonehenge». Αφενός είναι χαρακτηριστικό πως ο Faith δε δέχεται άτομο εκτός του group στο band meeting, αφετέρου ιδιαίτερης σημασίας είναι η ατάκα του αρχηγού του group David St Hubbins (Michael McKean ο ηθοποιός, ζωγραφίζει στο Better Call Saul) πως η δουλειά του είναι «να μην είναι τόσο συγχυσμένος και μπερδεμένος όσο τα μέλη της μπάντας» και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αλήθεια. Ο ρόλος του manager είναι απόλυτα επιτελικός, είναι να φροντίζει και την παραμικρή λεπτομέρεια ώστε η μπάντα που εκπροσωπεί να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη συγγραφή μουσικής και τις ζωντανές εμφανίσεις. Ο όρος DIY (Do it yourself) καθιερώθηκε ανάμεσα σε νεόκοπα groups και σίγουρα έδινε μια cult υπόσταση στην ύπαρξη τους αλλά ας μην είμαστε αφελείς, είναι η βοήθεια των επαγγελματιών που απελευθερώνει όλες τις μουσικές δυνατότητες ενός καλλιτέχνη ή μιας μπάντας, είναι το μαξιλάρι που τους προσφέρει η σκέψη πως ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς του που αφορά τα πάρε δώσε με τη μουσική βιομηχανία, έχει φύγει από τους ώμους τους.

Κι αν τα παλαιότερα χρόνια αρκούσε μονάχα η γνώση της μουσικής βιομηχανίας και οι διασυνδέσεις, υπάρχουν ένα σωρό επιπλέον παράμετροι που ο σύγχρονος manager οφείλει να μελετήσει και να έχει κατά νου παίρνοντας τις αποφάσεις για αυτούς που εκπροσωπεί. Στην εποχή του διαδικτύου, με την έντυπη ενημέρωση να πλέει τα λοίσθια και το internet να αποτελεί έναν ωκεανό πληροφοριών, όπου η πλέον αξιόλογη δουλειά κάθε είδους μπορεί να χαθεί λόγω ελλιπούς προώθησης, είναι κομβικός ο ρόλος του μουσικού εκπροσώπου, ο οποίος πρέπει να επιλέξει τις σωστές και κρίσιμες αυτές ιστοσελίδες όπου θα προωθήσει το προϊόν του, να κάνει την καλύτερη δυνατή δουλειά σε Facebook, MySpace και Twitter και φυσικά να συνεννοείται με εκατοντάδες promoters ανά τον κόσμο για πιθανές συναυλίες και περιοδείες, καθώς όπως λίγο πολύ γνωρίζουμε στην εποχή του downloading δεν υφίσταται μεγάλη μπάντα η οποία δεν περιοδεύει ή τουλάχιστον δεν παίζει ζωντανά σε συνεχόμενο πλαίσιο. Και ο χώρος έχει την ποικιλία του φυσικά καθώς πέρα από ορεξάτους πιτσιρικάδες οι οποίοι θέλουν να συνδυάσουν επαγγελματικές γνώσεις management, διαφήμισης και consulting με το πάθος τους για τη μουσική, υπάρχουν κι οι παλιές καραβάνες, αυτές που ξέρουν τους κινδύνους της βιομηχανίας και το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να ανέβει και να πέσει στο stardom, αποτελώντας έτσι το αντίπαλο δέος για όλους τους επίδοξους Jerry Maguire της μουσικής.

Σ’αυτό λοιπόν το πλαίσιο ο manager οφείλει να είναι αδίστακτος. Οφείλει από εκεί που δεν υπάρχει να αποκομίσει κέρδος για το συγκρότημα του (εννοείται και για τον εαυτό του κατά προέκταση) και οφείλει να το προστατεύσει από τυχόν κακοτοπιές με αφερέγγυους επιχειρηματίες και διαφόρων ειδών λαμόγια της μουσικής βιομηχανίας. Είναι ο άχαρος ρόλος του που πολλές φορές σώζει όπως θα δούμε μουσικές καριέρες, να μη δώσει σημασία σε πιθανούς ρομαντισμούς που μπορεί να έχουν οι έτσι κι αλλιώς λιγότερο προσγειωμένοι μουσικοί και να πάρει τις δύσκολες αυτές αποφάσεις που θα σώσουν ή θα εκτοξεύσουν μια μουσική καριέρα, ενίοτε με προσωπικό κόστος και δυσαρέσκεια. Και με βάση αυτό το σκεπτικό μπορεί κανείς να καταλάβει εύκολα πως φτάνουμε στο να μιλάμε για χρυσοπληρωμένους managers που εκμεταλλεύονται συγκροτήματα και καλλιτέχνες, με την αλήθεια όμως να βρίσκεται κάπου στη μέση ή τουλάχιστον επουδενί στη μία από τις δύο άκρες. Ο καλλιτέχνης αποτελεί ένα βαρβάτο project για κάθε manager και χωρίς τις θυσίες κάποιων από αυτούς, πολλά από τα αγαπημένα μας ακούσματα ίσως δε φτάνανε ποτέ στα αυτιά μας. Εμείς οι ίδιοι έτσι κι αλλιώς, είμαστε αυτοί που απορούμε πως η αγαπημένη μας underground rock punk ή metal μπάντα δεν έκανε μεγαλύτερη καριέρα. Μερικά παραδείγματα επιτυχημένων managers λοιπόν για τη συνέχεια κι ακόμα κι αν δεν αναθεωρήσουμε την οπτική μας για κάποιες τεράστιες καλλιτεχνικές καριέρες, σίγουρα καλό θα ήταν να τις δούμε από άλλο πρίσμα.

Colonel Tom Parker
Ο άνθρωπος πίσω από το μύθο που λέγεται Elvis. Ο Συνταγματάρχης που πήρε από το χέρι τον Βασιλιά και με σωστή καθοδήγηση τον έκανε αστέρα τέτοιου βεληνεκούς που αφενός υπάρχει μουσείο στη μνήμη του αφετέρου ακόμα και σήμερα κάποιοι συνωμοσιολόγοι τον θεωρούνε ζωντανό. Έγινε manager του αμέσως μετά την κυκλοφορία του Heartbreak Hotel το 1956 και έμεινε μαζί του ως το τέλος. Ξεκίνησε τη δεκαετία του 40 προμοτάροντας country καλλιτέχνες όπως η Minnie Pearl κι ο Hank Snow και επρόκειτο για ένα σκληρό και άτεγκτο χαρακτήρα ο οποίος είχε καταγωγή από την Ολλανδία. Ήταν αυτός που λόγω των γνωριμιών του με την τηλεόραση έβαλε τον Elvis στο σπίτι του μέσου Αμερικανού και τον έκανε να ταυτιστεί μαζί του, ενώ με τη δική του καθοδήγηση ο Presley εξάντλησε χωρίς δεύτερη σκέψη τη διετή θητεία του στο στρατό για λόγους πρεστίζ, με τον Parker να δουλεύει ακατάπαυστα στο ενδιάμεσο διατηρώντας τη δημοτικότητα του πελάτη του στα ύψη καθόλη την απουσία του. Τα κέρδη εννοείται 50-50 ακατέβατα. Θρύλος.

Rod Smallwood
Θα ήθελα ο Rod Smallwood να μανατζάρει τη ζωή μου. Εφόσον μετέτρεψε τους Iron Maiden από μια μπάντα των pubs του Δυτικού Λονδίνου σε ένα μεγαθήριο που γέμιζε αρένες σε όλο τον κόσμο, ακόμα και στο πρώην ανατολικό μπλοκ, γίνεται κατανοητό ότι έχουμε να κάνουμε με έναν manager φαινόμενο. Γεννημένος στο Huddersfield (ο ύμνος Sheriff of Huddersfield γράφτηκε προς τιμήν του, επικό Maiden τραγούδι) απέκτησε κάποια φήμη ως manager των Cockney Rebel και των πάνκηδων Gloria Mundi αλλά καθώς το 1979 έπεσε στα χέρια του μια κασέτα των Maiden τίποτα δε θα ήταν πια το ίδιο. Εμπνευσμένος από το single Sanctuary, ιδρύει τη Sanctuary Records and Management και ταυτίζει τη μεγαλειώδη πορεία της μπάντας με την προσωπική του. Μέσα σε 6 χρόνια οι Maiden θα κάνουν περιοδείες 180 και πλέον συναυλιών, θα φτάσουν να παίζουν μπροστά σε 300.000 κόσμο κάποια στιγμή στη Βραζιλία και θα γίνουν το πιο hot όνομα στην ιδιαίτερα απαιτητική metal σκηνή των 80s. Δεν έφταναν μόνο ο Steve κι ο Bruce. Ήταν κι η μεγαλοφυΐα του Rod Smallwood.

Lou Pearlman
Μεγάλος σκανδαλιάρης ο Pearlman (ο οποίος μας άφησε τον Αύγουστο του 2016), χάλασε το όποιο όνομα είχε χτίσει καθώς συνδύασε το όνομα του με απάτες εκατοντάδων εκατομμυρίων επενδυτικού τύπου, γνωστές και ως Ponzi Schemes. Μέχρι τότε κατάφερε να φτιάξει τη φήμη του όντας Μίδας στην κατηγορία Boy Bands, καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ οι Backstreet Boys και οι NSYNC πέρασαν από τα χεράκια του. Εμπνευσμένος από την επιτυχία των New Kids On The Block, συνεργάστηκε με τον manager των τελευταίων Johnny Wright και ούτε λίγο ούτε πολύ έκανε τους BB ένα συγκρότημα με πάνω από 130 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων σε 45 χώρες ανά την υφήλιο. Μέσω της εταιρείας του Trans Continental Label επανέλαβε την ίδια φόρμουλα με τους πολύ πετυχημένους NSYNC (55 εκατομμύρια πωλήσεις), ενώ το 2002, συνέγραψε μαζί με τον Wes Smith το βιβλίο Bands, Brands and Billions: My Top 10 Rules for Making Any Business Go Platinum όπου εξιστορούσε τα κατορθώματα του. Στη συνέχεια όμως πολλά σκάνδαλα. Πάρα πολλά.

Malcolm Mclaren
Είναι ο άνθρωπος που κατάφερε να κάνει τέσσερις αλητάμπουρες να σταματήσουν έστω και για λίγο να «καίγονται» και να μπουν στο στούντιο να γράψουν ιστορία. Η ιστορία αυτή λεγόταν «Never Mind the Bollocks – Here’s the Sex Pistols». Και μόνο αυτό φτάνει για τον Malcolm Mclaren. Πρωτύτερα Manager των New York Dolls, θα εγκαινιάσει νέα μόδα στην ένδυση με Σοβιετικού τύπου στολές, με το μαγαζί «Sex» που ανοίξει στο Λονδίνο με την τότε κοπέλα του, την επίσης σχεδιάστρια Vivienne Westwood. Η νεολαία της πόλης θα εκστασιαστεί από τις ιδιαίτερες απόψεις και προσεγγίσεις του Mclaren ενώ ο Paul Cook κι ο Steve Jones θα ονομάσουν τη μπάντα τους Sex Pistols κι έκτοτε θα δουλεύουν υπό την καθοδήγηση του. Ο Maclaren οργάνωσε τη ζωντανή εκτέλεση του God Save The Queen έξω από το Κοινοβούλιο, κατά τη διάρκεια των εορτασμών για το Ασημένιο Ιωβηλαίο (25 χρόνια) της Βασίλισσας Ελισάβετ. Φυσικά συνελήφθη. Και φυσικά σε καμία περίπτωση αυτή η σύλληψη δε θα σταματούσε το momentum των Pistols και του punk. Πέθανε το 2010.

Brian Epstein
Οι Beatles είχαν ηχογραφήσει μια έκδοση του My Bonnie με τον Tony Sheridan στα φωνητικά. Ο μικρός Brian, υπάλληλος δισκοπωλείου τότε, θα εντυπωσιαστεί και θα αναζητήσει επαφή με τη μπάντα. Θα τους δει στο καμαρίνι τους μετά από ένα live τους το Νοέμβρη του 61 και θα τους πείσει να γίνει ο manager τους. Οι Beatles θα έφταναν σε τέτοιο βαθμό δημοτικότητας όσο ποτέ κανένα άλλο μουσικό, όχι μόνο ροκ, γκρουπ θα έφτανε ποτέ. Θα θέσει τα standards γι αυτό που ονομάζουμε μουσικός manager και μέχρι το 1966 θα γνωρίσει απίστευτες στιγμές δόξας με τη μπάντα, με τον Paul McArtney να παραδέχεται ότι είναι ο μόνος που αξίζει τον τίτλο του πέμπτου σκαθαριού. Σκληρός επαγγελματίας θα αφήσει κάθε προσωπική του πτυχή εκτός της δημοσιότητας, από τα προβλήματα αλκοολισμού μέχρι την αμφιλεγόμενη σεξουαλικότητα του και τη χρήση ναρκωτικών. Λίγο μετά το τέλος των συναυλιών από τους Beatles, θα φύγει πρόωρα από τη ζωή το 1967 έχοντας γράψει ιστορία όσο λίγοι επαγγελματίες στη μουσική βιομηχανία.

Doc McGhee
Οι Posers όλου του κόσμου του χρωστάνε (χρωστάμε) τα πάντα. Ενδεικτικά αναφέρουμε Motley Crue (μέχρι Dr.Feelgood..), Bon Jovi (μέχρι Keep The Faith..), Skid Row (από την αρχή μέχρι σήμερα) ενώ τα πρόσφατα χρόνια ανέλαβε θρύλους του παρελθόντος όπως οι Guns N Roses, οι Scorpions, ο Ted Nugent, οι Night Ranger κλπ. Γνωστός επίσης κι από τη συνεργασία με τους υπερεπιτυχημένους Hootie And The Blowfish. Σε άρθρο του στη Guardian έδωσε τη δικιά του οπτική για την επιτυχία (τη δικιά του όσο και των συγκροτημάτων που εκπροσωπούσε) την οποία συνέπτυξε σε 10 κανόνες. Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν η εμφύτευση περηφάνειας στο συγκρότημα (το έκανε στο έπακρο), το να μην ακολουθείς τον τρόπο ζωής των καλλιτεχνών (3 χρόνια στο δρόμο με Motley και Skid Row, αν το έκανε έστω και λιγο δε θα την έβγαζε καθαρή) και κυρίως να γνωρίζει κανείς πότε σταματάει η διασκέδαση. Δυστυχώς ακόμα ΚΑΙ η προσωπική ζωή των καλλιτεχνών είναι του ενδιαφέροντος του manager, και εργαζόμενος με αυτούς που συνεργάστηκε ο McGhee το ήξερε καλά..

Sharon Osbourne
Ακούω ήδη τις γκρίνιες στα αυτιά μου, ότι ο μεγάλος μας Ozzy έγινε ένας ξεμωραμένος γέρος λόγω της Sharon (επειδή από μόνος του μέχρι σήμερα θα ήταν κυμπάρης..) και άλλα τέτοια. Τελικά τι ήταν η Sharon η γυναίκα του Ozzy. Καταρχάς πρόκειται για την 25η πλουσιότερη Βρετανή στον κόσμο κάτι που δε γίνεται ούτε τυχαία ούτε οvernight. Γνωστή από τα talent shows και τα reality που συμμετείχε, έχει περίοπτη θέση σ’αυτό το αφιέρωμα κυρίως για την επινόηση του Ozzfest festival, φεστιβάλ που αφενός κράτησε σε υψηλό επίπεδο την καριέρα του συζύγου της, έδωσε έξτρα βήμα σε πολλά γνωστά ονόματα της εποχής που στηρίξαν το event και τέλος στάθηκε αφορμή για να γίνουν ευρέως γνωστά ένα σωρό ταλαντούχα γκρουπς που τότε ήταν σχεδόν στη σφαίρα του underground. Ίσως τελικά είναι η απειλή της όποιας ανδροπρεπούς macho εικόνας που «χαλάει» κάποιους στη Sharon, το γεγονός ότι ο Ozzy δεν κάνει ούτε βήμα τα τελευταία χρόνια χωρίς αυτήν, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Πάραυτα η γυναίκα είναι από κάθε άποψη θρύλος.

Walter «Herbie» Herbert
Ένας άνθρωπος που την κατάλληλη στιγμή αποδείχτηκε Μίδας. Σκληρός συνειδητός καπιταλιστής κατά δήλωση του, έβλεπε στα groups με τα οποία εμπλεκόταν ένα προϊόν ανάλογα με το οποίο έπρεπε να θυσιάσει κάποια κομμάτια του ή να προσθέσει με το ζόρι κάποια άλλα. Θα μνημονεύεται για την πυγμή που έδειξε στα τέλη της δεκαετίας του 70 όταν έπιασε τον Neil Schon και του είπε κατηγορηματικά πως οι Journey θα προσλάβουν για τραγουδιστή τον Steve Perry, ειδάλλως μπορούσε ο καθένας να ξεχάσει το γκρουπ και να γυρίσει στην προηγούμενη δουλειά του. Ο Schon τσίνησε, οι πρώτες επαφές με τον Perry ήταν δύσκολες, η αλλαγή κατεύθυνσης σίγουρα ήθελε κάποιο καιρό για να χωνευτεί, σημασία είχε στο τέλος πως ελάχιστα χρόνια μετά, οι Journey ήταν το πιο hot όνομα της Αμερικής γεμίζοντας αρένες και με τον κόσμο να σιγοτραγουδάει τους στίχους τους. Κι αν δεν φτάνουν αυτά, ας πούμε ότι ο Herbert ήταν υπεύθυνος για το πλασάρισμα στην αγορά της Αμερικής, τόσο των Roxette όσο και των Europe. Ευκολάκι δεν το λες..

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.