ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ CRISIS POINT/TOP STORIES

Marillion 1989-2019: 30 χρόνια Steve Hogarth

Οι Marillion συμπλήρωσαν 30 χρόνια με τον Steve Hogarth πίσω από το μικρόφωνο και εμείς βάζουμε τα 14 albums που ηχογράφησαν από το 1989, από το λιγότερο καλό στο καλύτερο. Είναι 1997 και είμαι πρωτοετής φοιτητής στο Λονδίνο. Σε μια από τις βόλτες μου στα δισκάδικα του κέντρου, βρίσκω την…

Οι Marillion συμπλήρωσαν 30 χρόνια με τον Steve Hogarth πίσω από το μικρόφωνο και εμείς βάζουμε τα 14 albums που ηχογράφησαν από το 1989, από το λιγότερο καλό στο καλύτερο.

Είναι 1997 και είμαι πρωτοετής φοιτητής στο Λονδίνο. Σε μια από τις βόλτες μου στα δισκάδικα του κέντρου, βρίσκω την διπλή συλλογή των Marillion «Best Of Both Worlds» σε σχετικά χαμηλή τιμή και αποφασίζω να επενδύσω. Ως τότε η σχέση μου με την μπάντα περιοριζόταν στο «Kayleigh» και κάποιες επιπόλαιες ακροάσεις του «Script For A Jester’s Tear». Όπως υποδήλωνε και ο τίτλος της συλλογής, το πρώτο CD περιελάμβανε υλικό από την εποχή με τον Fish πίσω από το μικρόφωνο, ενώ το δεύτερο είχε τις καλύτερες στιγμές με τον «νέο» τραγουδιστή της μπάντας Steve Hogarth.

Γνωρίζοντας πως πολλοί φανατικοί οπαδοί των πρώιμων Marillion έχουν ήδη αποκηρύξει τον Hogarth και την στροφή της μπάντας από το κλασικό βρετανικό progressive rock των 70s σε πιο σύγχρονες art rock φόρμες, ξεκίνησα την ακρόαση ευτυχώς χωρίς προκατάληψη. Λέω ευτυχώς, γιατί τελικά εκείνη η συλλογή ήταν μια από τις πιο σημαντικές μουσικές αγορές της ζωής μου. Το δεύτερο CD με το υλικό από την εποχή του Hogarth «κόλλησε» στο ταπεινό φοιτητικό μου player, και από τότε η σχέση μου με τους Marillion έγινε σχέση αγάπης και πάθους.

Ναι, προτιμώ τον Hogarth από τον Fish -χωρίς να απαξιώνω τα πρώτα μαγικά prog rock albums της μπάντας- και θεωρώ πως με τον πρώην frontman των Europeans, οι Marillion ανέβηκαν επίπεδο συνθετικά και έφτασαν να έχουν αρκετούς και, πιστέψτε με, πολύ φανατικούς οπαδούς σε ολόκληρο τον κόσμο.

30 χρόνια από το «Holidays In Eden» του 1989, βρίσκω μια καλή αφορμή για να γράψω για την περίοδο του Steve Hogarth και να αξιολογήσω όσο πιο αντικειμενικά μπορώ τα albums ενός εκ των πιο αγαπημένων μου συγκροτημάτων.

Radiation (1998)
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που οι Marillion προσπαθούν με κάθε τρόπο να ακουστούν στο Βρετανικό ραδιόφωνο. Και για να το πετύχουν είναι έτοιμοι για τα πάντα. Θυμάμαι σε δηλώσεις τους στο ραδιόφωνο, αλλά και σε συνεντεύξεις τους σε περιοδικά, σχεδόν να «μαλώνουν» όσους τους έβαζαν την ταμπέλα του «progressive», με τους ίδιους να επιχειρούν να περάσουν ένα πιο indie/alt rock profile. Το «Radiation» φαντάζει ως το απονενοημένο διάβημα μιας μπάντας που προσπαθεί να μοιάζει σε κάτι που δεν θα γίνει ποτέ. Το «OK Computer» των Radiohead αρέσει πολύ στους Hogarth/Rothery/Kelly/Trewavas/Mosley, οι οποίοι προσπαθούν να παντρέψουν την απαιτητική μουσική τους με έναν ήχο που θα τους βάλει σε ακόμα περισσότερα σπίτια. Στα αυτιά μου το «Radiation» είναι πιθανόν το πιο μπερδεμένο album των Marillion. Το «Under The Sun» που ανοίγει τον δίσκο είναι ένα αρκετά poppy κομμάτι που θα μπορούσε να παίξει σε έναν mainstream rock σταθμό το μεσημέρι, κάτι που ισχύει και για το ανεβαστικό «The Answering Machine». Τα «Three Minute Boy» και «These Chains» έχουν αυτή την εθιστική αφέλεια που θα συναντήσεις σε πολλά κομμάτια των Beatles. Και όμως εγώ ακόμα και σήμερα μνημονεύω το «Born To Run», ίσως την λιγότερο «φωτισμένη» στιγμή αυτού του δίσκου. Διαστροφή; Ίσως. Πάντως για να είμαι ειλικρινής, η νέα μίξη που έγινε στο album το 2013 με έκανε να το χωνέψω και να το αγαπήσω λίγο περισσότερο. Προτιμήστε την.

Less Is More (2009)
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα album αυθεντικού υλικού, αλλά με κομμάτια που έχουν δουλευτεί και ενορχηστρωθεί ακουστικά και με φυσικά όργανα όπως ξυλόφωνο και άλλα κρουστά. Ο δίσκος πετυχαίνει τον σκοπό του να σου δώσει μια άλλη οπτική των Marillion, όμως η επιλογή των τραγουδιών θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Το «Out Of This World» για παράδειγμα θεωρώ πως δεν το αγγίζεις, και στο «Less Is More» είναι ίσως το πιο αδικημένο κομμάτι μαζί με το «Go», το οποίο επίσης είναι αισθητά καλύτερο στην αυθεντική του εκδοχή. Από την άλλη, το «Memory Of Water» -που έχουμε ακούσει σε κάθε δυνατή εκτέλεση- εδώ παρουσιάζεται στην πιο γλυκιά εκτέλεση του με τον Hogarth να λάμπει. Το «If My Heart Were A Ball» συναντάται με πιο funky διάθεση σε σχέση με την αυθεντική του εκδοχή στο «Anoraknophobia», ενώ το «The Space» όπως και αν παιχτεί παραμένει μια σπουδαία σύνθεση. Κλείνοντας τα μάτια και ακούγοντας τον δίσκο, μπορείς να φανταστείς τους Marillion να παίζουν στο σαλόνι σου και αυτό πράγματι είναι από τα ζητούμενα αυτής της ηχογράφησης. Από την άλλη, το «Less Is More» απευθύνεται σε οπαδούς που έχουν ξεκοκαλίσει την δισκογραφία των Marillion και αναζητούν το κάτι παραπάνω. Συνεπώς, αν δεν ανήκετε στους τελευταίους, αφήστε το για αρκετά αργότερα.

Somewhere Else (2007)
Τρία χρόνια μετά το εκπληκτικό «Marbles» οι Marillion προσπαθούν να παραμείνουν στο υψηλότερο επίπεδο με έναν δίσκο που ναι μεν έχει ποιότητα, αποτυγχάνει όμως να ενθουσιάσει τους περισσότερους που είχαν καλομάθει από τα αριστουργήματα του πρόσφατου παρελθόντος. Το 14ο album των Άγγλων πατάει στους προκατόχους του («Marbles» και «Anoraknophobia»), όμως το στοιχείο της έκπληξης απουσιάζει και τα πρώτα σημάδια συνθετικής κόπωσης κάνουν την εμφάνισή τους. Το παιχνίδι το παίρνει πάνω του ο Mark Kelly, τα πλήκτρα/samples του οποίου έχουν τις στιγμές τους, όμως αυτό βάζει σε δεύτερο πλάνο το κιθαριστικό παίξιμο του Steve Rothery, ο οποίος φρονώ ότι θα έπρεπε να έχει περισσότερο χώρο για leads και solos, κάτι που συμβαίνει μόνο με το καταπληκτικό «The Wound». Από εκεί και πέρα, το «Thankyou Whoever You Are» σε κερδίζει με την ατμόσφαιρά του (με το single να τα πηγαίνει ανέλπιστα καλά στην Βρετανική αγορά, φτάνοντας στο No.15), το ομώνυμο έχει τις μελωδίες που περιμένεις να ακούσεις από τους Marillion των 00s, ενώ το «No Such Thing» είναι το κομμάτι που προσωπικά ακούω περισσότερο από εδώ. Το σημαντικό είναι πως οι Marillion έδειξαν πως έχουν έλεγχο και αντίληψη της κατάστασης κάτι που φάνηκε με τον τρόπο που προσέγγισαν τα επόμενα δύο albums τους.

Holidays In Eden (1991)
Το δεύτερο δείγμα γραφής των Marillion με τον Steve Hogarth πίσω από το μικρόφωνο βρίσκει το group να συνεχίζει να ακροβατεί ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν και το φιλόδοξο μέλλον του. Και αν το εισαγωγικό σπαρακτικό «Splintering Heart» αποτελεί την ορατή γραμμή ανάμεσα στους παλιούς και τους νέους Marillion, τα «Cover My Eyes», «Dry Land» και «No One Can» δεν αφήνουν αμφιβολίες πως τα μέλη της μπάντας έχουν στο μυαλό τους το ραδιόφωνο αλλά και τη διάθεση να πειραματιστούν με πιο mainstream συνθετικές φόρμες. Οι αρκετές μπαλάντες που υπάρχουν στον δίσκο, με το «Waiting To Happen» να ξεχωρίζει, ανανεώνουν το ακροατήριο της μπάντας, με τους παλιούς οπαδούς να αντιλαμβάνονται πως η εποχή της prog rock θεατρικότητας του Fish ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Κάποιοι θα κλείσουν οριστικά την πόρτα στο group νευριασμένοι, άλλοι θα δώσουν ευκαιρίες και στο μέλλον και αρκετοί θα βρουν τους επόμενους αγαπημένους τους μουσικούς ήρωες. Όπως και έχει, το «Holidays In Eden» ήταν ένα ρίσκο που το group αποφάσισε να πάρει, αφήνοντας πίσω του κεκτημένα, κάτι που θα πρέπει να πιστώσουμε στον Hogarth ο οποίος φαινόταν ότι έβλεπε στο νέο του συγκρότημα κάτι διαφορετικό στο μέλλον. Αφήστε που τρία χρόνια μετά, όσοι βιάστηκαν να ξεγράψουν την μπάντα, πήραν την απάντηση τους με το μνημειώδες «Brave».

marillion.com (1999)
Το τέλος της προηγούμενης χιλιετίας βρίσκει τους Marillion πεισμωμένους να αναζητούν την εμπορική επιτυχία με κάθε τρόπο. Το «Radiation» που κυκλοφόρησε έναν χρόνο νωρίτερα δεν μας έπεισε, με την μπάντα να ακολουθεί μέσες άκρες την ίδια συνθετική προσέγγιση και στο νέο της, φιλόδοξο κατά τα άλλα, πόνημα. Σε μουσικό επίπεδο, το marillion.com αποτελεί ουσιαστικά την τελευταία προσπάθεια των Marillion να ακουστούν σε ένα πιο mainstream ακροατήριο. Κομμάτια όπως τα «Deserve», «Rich» και «Tumble Down The Years» σπρώχτηκαν από το group, δίνοντας την εντύπωση ενός «εύπεπτου» και χαρούμενου δίσκου, με τις αναφορές στους Genesis της τελευταίας περιόδου, τους Mike & The Mechanics αλλά και τους R.E.M., να είναι αρκετές. Το συνθετικό ταβάνι του album τρυπάει με τραγούδια όπως το γλυκό «Enlightened», το μελωδικό «Go» αλλά και το 15λεπτο «Interior Lulu», μια από τις πιο εμπνευσμένες συνθέσεις των Marillion των τελευταίων χρόνων. Το γεγονός ότι τα δύο τελευταία βρίσκονται συχνά-πυκνά ως σήμερα στο set list της μπάντας, δείχνει ότι ο συγκεκριμένος δίσκος άντεξε στον χρόνο. Και αν και το album δεν έμεινε στην ιστορία για το μουσικό του περιεχόμενο, έβαλε τους σπόρους για μια κοσμογονική αλλαγή στην μουσική βιομηχανία που πήρε σάρκα και οστά τρία χρόνια αργότερα στο «Anoraknophobia». Αλλά για αυτό θα πούμε πολλά περισσότερα παρακάτω…

Happiness Is The Road (Vol.1 & II) (2008)
108 λεπτά μουσικής χώρεσαν στο «Happiness Is The Road», το οποίο χωρίστηκε σε δύο CDs, τα «Essence» και «The Hard Shoulder». Στο μεν πρώτο οι Marillion βγάζουν την γνωστή Βρετανική μελαγχολία τους, με τα περισσότερα κομμάτια να βρίσκονται σε χαμηλό τέμπο. Το «This Train Is My Life» είναι το διαμάντι που περιμένεις ότι θα βρεις σε κάθε album των Marillion, ενώ το 10λεπτο «Happiness Is The Road» αποδεικνύει πως η μπάντα αυτή όσα χρόνια και αν περάσουν θα βρίσκει πάντα τρόπο να σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Στο «The Hard Shoulder» οι Marillion ανεβάζουν τους τόνους, αν και η τελική μου αίσθηση είναι πως πρόκειται για έναν πιο προοδευτικό και πιο σκοτεινό δίσκο, με τα «Older Than Me» και «Throw Me Out» να αναδεικνύουν την δουλειά του Mark Kelly στα πλήκτρα. Με το «Whatever Is Wrong With You» οι Marillion σου δίνουν την απαραίτητη δόση αδρεναλίνης που χρειάζεσαι, με το μεγάλο σοκ όμως να έρχεται στο επιλογικό «Real Tears For Sale», ένα διαμάντι που έρχεται από την εποχή του «Brave». Προφανώς και εδώ μιλάμε για έναν αρκετά φορτωμένο δίσκο, που δύσκολα θα μπορούσε να βρίσκεται στο ίδιο υψηλό επίπεδο και στα σχεδόν 110 λεπτά του, όμως οι Marillion έπειτα από 20 χρόνια με τον Hogarth πίσω από το μικρόφωνο δείχνουν πως ακόμα έχουν να δώσουν πολλά.

Anoraknophobia (2001)
Το «Anoraknophobia» θα μπορούσε να είναι από μόνο του θέμα για αφιέρωμα, καθώς πρόκειται για ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο, album γνωστής μπάντας που χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τους fans. Αν το 2019 η έννοια του crowdfunding στην μουσική βιομηχανία θεωρείται αυτονόητη, πριν από σχεδόν 20 χρόνια ήταν ένα εγχείρημα περίπου παρεξηγημένο. Ακόμα θυμάμαι το e-mail που έλαβα τότε από το management της μπάντας το οποίο καλούσε τα μέλη του fan club να χρηματοδοτήσουν το album. 12,500 fans δώσαμε τότε τον οβολό μας για να πάρουμε στα χέρια μας το «Anoraknophobia» και να φουσκώσουμε από περηφάνια που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμμετείχαμε σε αυτό το πρωτοποριακό εγχείρημα. Το «Anoraknophobia» είναι ένα album σαφώς ανώτερο από τα «Radiation» και «marillion.com», με τους Άγγλους πλέον να μην νοιάζονται τόσο για την εμπορική επιτυχία. Αυτό αποτυπώνεται σε όλα τα κομμάτια του δίσκου τα οποία είναι μεγαλύτερα σε διάρκεια, αλλά και στο ύφος των συνθέσεων. Όχι, οι Marillion δεν επέστρεψαν στα δαιδαλώδη ηχοτοπία των πρώτων ημερών τους, αλλά εν έτει 2001 τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προοδευτική μουσική; Τα «When I Meet God», «The Fruit Of The Wild Rose» και «This Is The 21st Century» απελευθερώνουν συνθετική ορμή, δείχνοντας τον δρόμο που θα έπαιρνε η μπάντα την νέα χιλιετία. Σημαντικός και πολύ αγαπημένος δίσκος.

Sounds That Can’t Be Made (2012)
Στο 17ο πλέον album τους, οι Marillion έχουν ξεκάθαρο πλάνο για το που θέλουν να πάνε με την μουσική τους. Το «Sounds That Can’t Be Made» είναι αυτό που περιμένεις να ακούσεις από τους Άγγλους αυτής της δεκαετίας. Μελωδικοί, ατμοσφαιρικοί και με 2-3 στιγμές που θα μνημονεύονται όσα χρόνια και αν περάσουν. Το 14λεπτο «Montreal» είναι η επιτομή της μουσικής σοφίας, το κομμάτι εκείνο που σε κάνει να απορείς πως μετά από τόσες δεκαετίες μια μπάντα έχει ακόμα αναφορές για να δημιουργήσει κάτι πραγματικά τόσο σπουδαίο. Το «Power» είναι ακόμα μια εμπνευσμένη σύνθεση που πατάει πάνω στα πλήκτρα του Mark Kelly και την εθιστική μπασογραμμή του Pete Trewavas, ενώ το ομώνυμο τραγούδι είναι ένα ακόμα συναυλιακό highlight. Οι Genesis και οι Beatles παίζουν μπάλα μαζί με τους Radiohead και τους Massive Attack στα «Pour My Love» και «Lucky Man», το «Invisible Ink» κινείται σε πιο παραδοσιακούς rock n roll ρυθμούς και κάπως έτσι ο δίσκος κυλάει δίχως να κάνει κοιλιά σε κανένα σημείο του. Αυτό που ενθουσιάζει τους fans των Marillion περισσότερο όμως είναι το γεγονός πως η μπάντα δείχνει πως ακόμα και μετά από τόσα χρόνια ψάχνει τρόπους να εξελιχθεί και να παρουσιάσει κάτι νέο. Και πιστέψτε με, αυτό είναι κάτι που θέλει πολλά κότσια.

Seasons End (1989)
Μετά από μια εκπληκτική περίοδο με τον Fish, οι Marillion αποφασίζουν να χωρίσουν τους δρόμους τους με τον Σκοτσέζο τραγουδιστή και να αναζητήσουν νέους μουσικούς δρόμους στο πρόσωπο του νεοφερμένου Steve Hogarth. Το «Seasons End» αποτελείται από κομμάτια που γράφτηκαν πριν από την πρόσληψη του τελευταίου και συνεπώς οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Μπορώ μάλιστα να φανταστώ την αγωνία του φανατικού φίλου της μπάντας που στο εναρκτήριο «The King Of Sunset Town» περιμένει 2:30 λεπτά προκειμένου να ακούσει τον Hogarth να τραγουδά. Το λες και γλυκό μαρτύριο… από εκεί και πέρα, ναι, ο Hogarth δεν έχει την θεατρικότητα και την περσόνα του προκατόχου του, ενδεχομένως να υστερεί -σε αυτόν τον δίσκο- και σε πάθος στις ερμηνείες του, όμως κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι τα χνώτα του δεν κόλλησαν αμέσως με την υπόλοιπη μπάντα. Ο δίσκος έχει δώσει άλλωστε δύο αξεπέραστα διαμάντια στην δισκογραφία των Marillion, τα «Space» και «Easter», δίχως όμως τα υπόλοιπα κομμάτια να υστερούν (έδωσε άλλωστε τα singles «Hooks In You» και «The Uninvited Guest»). Κυρίως όμως, το «Seasons End» σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής που έφερε τους Marillion στο peak τους, και την αρχή μιας νέας, που όπως θα αποδειχθεί στην συνέχεια είχε περισσότερο ενδιαφέρον μουσικά και συνθετικά. Κοιτάζοντας πλέον πίσω στον χρόνο, ακόμα και αυτοί που γύρισαν την πλάτη στην μπάντα μετά το «Clutching At Straws» αναγνωρίζουν ένα συγκρότημα που είχε διάθεση για εξερεύνηση και ρίσκο. Και αυτό ακριβώς είναι η τέχνη.

This Strange Engine (1997)
Η κατάσταση στην μουσική βιομηχανία της Μεγάλης Βρετανίας στα μέσα και προς το τέλος των 90s είναι λίγο έως πολύ γνωστή. Από την μια η παγκόσμια έκρηξη του grunge και από την άλλη μπάντες όπως οι Verve, οι Blur και οι επικές μάχες τους με τους Oasis, συμπιέζουν μπάντες όπως οι Marillion, οι οποίοι ψάχνουν τρόπους να κρατηθούν στην επικαιρότητα. Το «This Strange Engine» αποτυπώνει αυτούς ακριβώς τους προβληματισμούς ενός συγκροτήματος που είχε βιώσει την απόλυτη επιτυχία ακόμα και στα charts, και έπρεπε πλέον να βρει νέο τρόπο έκφρασης. Τα πλήκτρα του Kelly δεν έχουν πλέον την πομπώδη και συμφωνική διάθεση των προηγούμενων δίσκων και οι Marillion ακολουθούν μια πιο χαλαρή δομή στις συνθέσεις τους («Man Of A Thousand Faces», «One Fine Day») η οποία αγγίζει και την pop στο «Hope For The Future». Και εκεί που ο δίσκος κυλάει ευχάριστα, με όμορφες στιγμές σκάει το ομώνυμο τραγούδι για να τα φέρει όλα τούμπα. Ένας 17λεπτος προοδευτικός οργασμός με τους Marillion να συγκλονίζουν τους οπαδούς τους. Όλα όσα αγαπήσαμε στο «Brave» αλλά και παλιότερα θα τα βρούμε και εδώ σε αφθονία, με τα δύο κιθαριστικά solos του Steve Rothery από την μέση και μετά του τραγουδιού να συγκινούν ακόμα και σήμερα. Σε αυτό το album συναντάμε και την πρώτη εκδοχή του «Memory Of Water», το οποίο έχει ακουστεί σε αρκετές versions, με την live ηλεκτρική εκδοχή που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο να είναι η καλύτερη.

F.E.A.R. (2016)
Το τελευταίο χρονικά αριστούργημα των Marillion χωρίζεται σε ενότητες, με τα «El Dorado», «The Leavers» και «The New Kings» να συνδέονται μεταξύ τους στιχουργικά, αποτυπώνοντας το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι. Με αναφορές σε όλες τις περιόδους του πλούσιου παρελθόντος τους, οι Marillion δημιουργούν έναν φανταστικό δίσκο, επιπέδου τουλάχιστον «Marbles». Με έναν Mark Kelly να βρίσκει την χρυσή τομή ανάμεσα στο «Misplaced Childhood», το «Brave» και το «Marbles», έναν Steve Rothery πραγματικά συγκινητικό και ανεξάντλητο να έχει αγκαλιάσει τον ήχο του Dave Gilmour όσο πιο σφιχτά γίνεται, και φυσικά έναν Hogarth που δίνει στους Marillion ταυτότητα και προσωπικότητα, το «Fuck Everyone And Run» είναι ο πιο περιπετειώδης δίσκος της μπάντας εδώ και 15 χρόνια. Συνθέσεις πραγματικά κοσμήματα, όπως το «Living In Fear», «Wake Up In Music», «One Tonight» και «White Paper» σε κάνουν να αναρωτιέσαι για ακόμα μια φορά για το πως έπειτα από 30+ χρόνια πορείας, αυτή η μπάντα έχει ακόμα τόσα πολλά καλά τραγούδια να μας χαρίσει. Φιλόδοξοι, άρτιοι, πραγματικοί καλλιτέχνες με όραμα, οι Marillion κόντρα σε ό,τι πρεσβεύει η μουσική βιομηχανία ακόμα και μέσα στην αγαπημένη μας μουσική, θα είναι εδώ, για να μας θυμίσουν ότι η πραγματικά σπουδαία μουσική θα βρίσκει πάντα τρόπο να ακουστεί και να αποθεωθεί.

Afraid Of Sunlight (1995)
Ξέρω πως αντικειμενικά το «Afraid Of Sunlight» θα έπρεπε να βρίσκεται 1-2 θέσεις πιο κάτω σε αυτή την λίστα, όμως θα μου συγχωρέσετε αυτό το «ατόπημα». Άλλωστε όλοι έχετε αντίστοιχα κολλήματα με τα αγαπημένα σας συγκροτήματα. Στον συγκεκριμένο δίσκο λοιπόν βρίσκεται το αγαπημένο μου κομμάτι από τους Marillion («Out Of This World»), αλλά και το «Beautiful», τραγούδι που στέκεται σε οποιαδήποτε συλλογή με τις καλύτερες στιγμές της μπάντας. Τα «Gazpacho» και «Cannibal Surf Babe» είναι οι ένοχες απολαύσεις που μπορούν να σηκώσουν μια αρένα στο πόδι, το «Beyond You» είναι μια από τις πιο συναισθηματικές στιγμές των Marillion, ενώ και το «King» -γραμμένο φυσικά για τον Elvis Presley- στέκεται σε εξαιρετικό επίπεδο, με τον Hogarth να ξεχωρίζει, πείθοντας μας πως δεν είναι απλώς ένας rock performer, αλλά ένας ολοκληρωμένος τραγουδιστής. Το σημαντικότερο όμως για το «Afraid Of Sunlight» είναι πως δεν αντέγραψε και δεν πάτησε πάνω στον σπουδαίο προκάτοχο του, με το συγκρότημα να παρουσιάζει εξαιρετικά αντανακλαστικά και συνθετική ωριμότητα. Σε αυτό βοήθησε και η εμπορική επιτυχία της προηγούμενης δεκαετίας, με τους Marillion χωρίς κόμπλεξ και συμπλέγματα να γράφουν μουσική πρώτα για τους εαυτούς τους και έπειτα για το κοινό που επέλεξε να τους ακολουθήσει στα αχαρτογράφητα νερά που επέλεξαν να κινηθούν.

Marbles (2004)
Πάρτε ένα λεπτό και σκεφτείτε… μπορείτε να μου βρείτε έστω και μια μπάντα που ο 13ος της δίσκος θα βρισκόταν τόσο ψηλά σε λίστα με τις καλύτερες δουλειές της; Σωστά. Δεν υπάρχουν πολλές. Ίσως μάλιστα οι περιπτώσεις να είναι τόσες λίγες, που να μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Πολύ απλά, το σπουδαίο «Marbles» είναι ο καλύτερος δίσκος των Marillion μετά το «Brave». Ένα διπλό album διάρκειας σχεδόν 100 λεπτών με ελάχιστες μέτριες στιγμές και πάρα πολλά κλασικά αριστουργήματα. Το «The Invisible Man» τραβάει στα άκρα την κινηματογραφική ατμόσφαιρα που μας σύστησαν οι Marillion στο «Anoraknophobia», τα γλυκά leads του Steve Rothery στο «Fantastic Place» θα σου φέρουν ένα χαμόγελο στα χείλη, το 18λεπτο «Ocean Cloud» κοιτάζει στα μάτια οποιοδήποτε κομμάτι μέσα από το «Brave», τα «You’re Gone» και «Angelina» αναδεικνύονται μέσα από την εξαιρετική παραγωγή του σπουδαίου Dave Meegan, ενώ το επιλογικό «Neverland» σοκάρει ακόμα και τον πλέον φανατικό του συγκροτήματος. Προσωπικά, θεωρώ το «Marbles» ως το σύνδεσμο ανάμεσα στα «Afraid Of Sunlight» και «Brave», και έναν δίσκο που δύσκολα οι Marillion θα καταφέρουν να ξεπεράσουν στο μέλλον. Αν μάλιστα έλειπαν 2-3 κομμάτια όπως το «Genie», το «The Damage» και το «The Drilling Holes», νομίζω πως η επιλογή μου για το No.1 θα ήταν ακόμα δυσκολότερη.

Brave (1994)
Με τον Steve Hogarth να βρίσκεται ήδη πίσω από το μικρόφωνο για δύο albums («Seasons End», «Holidays In Eden»), ελάχιστοι θα πόνταραν τα λεφτά τους στο ηχητικό αποτέλεσμα του «Brave». Σε αντίθεση με την ραδιοφωνική προσέγγιση που ακολούθησε η μπάντα στους δύο προκατόχους του, το «Brave» είναι ένα «βαρύ» album, σκοτεινό και ατμοσφαιρικό, με ένα δύσκολο και άβολο concept. Το «Brave» όμως είναι και κάτι ακόμα, πιο σημαντικό. Πρόκειται για τον concept prog rock δίσκο που σπάει αρκετά από τα στερεότυπα του είδους. Εδώ δεν θα έρθετε αντιμέτωποι με δαιδαλώδη ηχητικά τοπία των Genesis ή των ELP, δεν θα πέσετε πάνω στους μουσικούς γρίφους των King Crimson και δεν θα πρέπει να κατανοήσετε δύσκολα μουσικά μέρη που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, πολλές φορές δίχως ουσία. Το «Brave» είναι ένας αρκετά «προσβάσιμος» δίσκος, με την μπάντα να δημιουργεί μια ambient κινηματογραφική ατμόσφαιρα ηχογραφώντας ακόμα και μέσα σε σπηλιά (μια τεχνική που θα χρησιμοποιήσουν και οι Radiohead τρία χρόνια αργότερα στο «OK Computer). Ως concept album, το «Brave» απαιτεί προσήλωση και χρόνο. Το αποτέλεσμα του όμως στέκεται στο επίπεδο των κορυφαίων prog rock δίσκων όλων των εποχών. Και για όσους έχουν αμφιβολίες, αναζητήστε όλα όσα έχουν πει κατά καιρούς οι Dream Theater για αυτό.

Κολλημένος με τις λεπτομέρειες, οι οποίες πιστεύει πως κάνουν τη διαφορά, ο Νικόλας ξεκίνησε το 2009 με το rockyourlife.gr να ασχολείται λίγο πιο σοβαρά με τις αγαπημένες του μουσικές, προσπαθώντας να πείσει ότι το rock είναι καλύτερο στις πιο απλές μορφές του.

Latest from CRISIS POINT

We Are All… Disturbed

Ακούμε ξανά τα albums των Disturbed λίγο πριν την πρώτη τους εμφάνιση…

Go to Top