Posted On 10 Μαΐου 2017 By In CRISIS POINT, Προτεινόμενα With 606 Views

Οι masters και οι servants των Depeche Mode

Λίγες μέρες πριν τη συναυλία τους στην Αθήνα, το rockyourlife.gr ακούει ξανά τους δίσκους του συγκροτήματος και τους κατατάσσει από τον χειρότερο προς τον καλύτερο.

Κάθε εμφάνισή τους στη χώρα αποτελεί σημείο αναφοράς. Οι Depeche Mode έχουν στην Ελλάδα ένα από τα πιο πιστά κοινά τους και εμείς βρήκαμε ακόμα μια ευκαιρία να ανατρέξουμε στην πλούσια δισκογραφία τους.

Delta Machine (2013)
Στη θεωρία, έχει ενδιαφέρον η μινιμαλιστική προσέγγιση των τραγουδιών που επιχειρούν οι Depeche Mode και δείχνει, τουλάχιστον, την διάθεση να απεγκλωβιστούν από το δημιουργικό αδιέξοδο τους. Στην πράξη, το «Delta Machine» είναι ενοχλητικό, κακοδουλεμένο, φωνάζει υπερβολικά για να κερδίσει την προσοχή που δεν του αξίζει και περιλαμβάνει τραγούδια, η πραγματική θέση των οποίων είναι σε ένα μελλοντικό box set με –δικαίως- ακυκλοφόρητο υλικό. Είναι ακόμα χειρότερο από το «Ultra», και αυτό είναι βαριά κουβέντα.

Ultra (1997)
Δεν υπάρχει λόγος να μασάμε τα λόγια μας. Το «Ultra» είναι ένας καταστροφικός δίσκος που οι Depeche Mode δεν θα έπρεπε καν να αποπειραθούν να ηχογραφήσουν. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα εξαντλημένο συγκρότημα που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στα δεδομένα που δημιουργεί η αποχώρηση του Alan Wilder, ούτε να συνέλθει από τη μάχη που δίνει ο Dave Gahan για να απεξαρτηθεί από την ηρωίνη. Για την ακρίβεια, κάθε λέξη του Gahan ακούγεται σαν να είναι η τελευταία του, ενώ και ο Martin Gore γράφει τραγούδια που αδιαφορούν πλήρως για τη μελωδία και αποτελούν μια συρραφή υποτυπωδών ηλεκτρονικών ήχων. Δεν χρειάζεται να προχωρήσει κάποιος πιο πέρα από το θλιβερό «Barrel Of A Gun» για να καταλάβει τα αδιέξοδα των Depeche Mode αυτής της εποχής. Από το ναυάγιο διασώζεται το σπουδαίο «It’s No Good».

Sounds Of The Universe (2009)
Το «Playing The Angel» δεν αποδεικνύεται ο δίσκος της αναγέννησης των Depeche Mode, αλλά η τελευταία αναλαμπή τους. Το «Sounds Of The Universe» τους βρίσκει να γράφουν στον αυτόματο πιλότο έναν ανέμπνευστο δίσκο, ο οποίος χάνεται στο λαβύρινθο της αδιαφορίας και μιας καθόλου δικαιολογημένης αυταρέσκειας. Μόνο στιγμές, και όχι τραγούδια με ενδιαφέρον μπορεί να βρει κάποιος εδώ, όπως τον συνθετικό blaxploitation κιθαριστικό ήχο του «In Chains» και την αίσθηση γαλήνης που αποπνέει το refrain του «Peace». Αυτή η αίσθηση είναι το αναζωογονητικό διάλειμμα στην προβληματική ακρόαση του «Sounds Of The Universe».

Exciter (2001)
Το ζητούμενο για τους Depeche Mode, μετά το στραπάτσο του «Ultra», ήταν να επιστρέψουν στη μουσική αξιοπρέπεια. Με το «Exciter» κάνουν άλλη μια πολύ χαμηλή πτήση, αλλά τουλάχιστον δεν γκρεμοτσακίζονται. Τα ίδια συμπτώματα που ταλαιπώρησαν τον προηγούμενο δίσκο τους εμφανίζονται και εδώ, δηλαδή η εμμονή στην ατμόσφαιρα, η αδιαφορία για τη μελωδία και την pop σύνθεση, και κορυφώνονται με την rock κακοφωνία που λέγεται «The Dead Of Night». Όμως, το «Freelove» είναι ένα αξιαγάπητο single, ο Dave Gahan φαίνεται ότι έχει συνέλθει και, τελικά, το «Exciter» είναι  ο ασήμαντος  δίσκος που ακούγεται καλύτερος από όσο πραγματικά είναι, επειδή δεν επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους σου.

Spirit (2017)
Εξακολουθεί να μη μου αρέσει αυτή η απότομη επαναστατική αφύπνιση των Depeche Mode. Το «Where’s The Revolution» και το «Scum» μου φαίνονται υπερβολικά εφηβικά και ρηχά, αλλά τα προτιμώ από το μεγάλο τίποτα του «Delta Machine», όπως προτιμώ και την pop ευπρέπεια του «Fail» και του «Cover Me». Ο James Ford, ο οποίος συνεργάζεται για πρώτη φορά μαζί τους, τους βάζει σε τάξη και, τουλάχιστον, έχουμε ξανά μια αφορμή να συζητήσουμε για τους Depeche Mode, ακόμα κι αν το «Spirit» είναι καταδικασμένο να ξεχαστεί γρήγορα όπως σχεδόν όλοι οι δίσκοι τους μετά το «Songs Of Faith And Devotion».

A Broken Frame (1982)
Ο Vince Clarke έχει αποχωρήσει και ο Martin Gore αναλαμβάνει το συνθετικό βάρος, γράφοντας τραγούδια που είναι πιο ατμοσφαιρικά και φιλόδοξα. Μοιάζει σαν να προσπαθεί σκληρά να αποδείξει ότι τα καταφέρνει καλύτερα από τον Clarke, αλλά οι ώμοι του είναι ακόμα αδύναμοι, και για αυτό το «A Broken Frame» αποτυγχάνει. Οι Depeche Mode δεν έχουν την ωριμότητα ή την εμπειρία για να διαχειριστούν τη μελαγχολία τραγουδιών όπως το «Monument» και κάποιες πραγματικά ενδιαφέρουσες ιδέες, όπως το ηλεκτρονικό doo wop του «Shouldn’t Have Done That» και τελικά οι καλύτερες στιγμές του δίσκου είναι το «The Meaning Of Love» και το «Photograph Of You», στα οποία ο Gore επανέρχεται στην εξωστρέφεια του «Speak And Spell». Το 1982 μπορούσες να ισχυριστείς ότι οι Yazoo, το ντουέτο του Vince Clarke και της σπουδαίας Alison Moyet, θα έκαναν μεγαλύτερη καριέρα από τους Depeche Mode και κανένας δεν θα σε θεωρούσε τρελό.

Construction Time Again (1983)
Το «Construction Time Again» δεν είναι σπουδαίο, αλλά είναι κομβικό album για την πορεία των Depeche Mode. Από το εξώφυλλο και τις πρώτες νότες του «Love In Itself» είναι φανερό ότι κάτι αλλάζει. Τα τραγούδια τους γίνονται πιο βιομηχανικά, το «More Than A Party» αποδεικνύει ότι βλέπουν τον κόσμο διαφορετικά σε σχέση με τους νεαρούς του «Just Can’t Get Enough» και το «Everything Counts» δεν είναι μόνο ένα pop αριστούργημα, αλλά και το τραγούδι στο οποίο τους ακούμε να εξερευνούν για πρώτη φορά τόσο πειστικά τα αδυσώπητα power games των ανθρώπινων σχέσεων. Αυτό το εξελικτικό βήμα φέρνει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Alan Wilder, ο οποίος εντάσσεται στο συγκρότημα και ενορχηστρώνει μαεστρικά τα τραγούδια του Martin Gore. Το ίδιο καίρια θα αποδειχθεί και η αποχώρηση του από τους Depeche Mode μια δεκαετία αργότερα.

Playing The Angel (2005)
Στους δύο προηγούμενους δίσκους τους οι Depeche Mode έμοιαζαν ημιθανείς, αλλά  στο «Playing The Angel» πίνουν βουλιμικά το ελιξίριο της νεότητας και είναι ξανά ακμαίοι, έστω και προσωρινά. Πρόκειται για ένα δίσκο – υβρίδιο του «Violator» και του «Songs Of Faith And Devotion», όπου η φθινοπωρινή pop του «Precious» συναντά το φουτουριστικό gospel του «John The Revelator» και τα κλειστοφοβικά ηλεκτρονικά ηχοτοπία του «Lilian» και του «The Sinner In Me». Επίσης, δεν περνά απαρατήρητο ότι ο Dave Gahan βρίσκει τη χαμένη του αυτοπεποίθηση και για πρώτη φορά γράφει τρία τραγούδια, τα οποία δεν μένουν αξέχαστα αλλά είναι ενδεικτικά της πρόθεσης του να κοιτάξει μπροστά και να έχει πιο ενεργό ρόλο.

Songs Of Faith And Devotion (1993)
Το θηριώδες blues rock riff του «I Feel You» μας λέει χωρίς περιττές εισαγωγές ότι οι Depeche Mode είναι ένα rock συγκρότημα που έχει στραμμένο το βλέμμα στην Αμερική. Το ίδιο μας λέει και το υπόλοιπο «Songs Of Faith And Devotion». Tο «Condemnation» είναι μια μεταλλαγμένη μπαλάντα των 60s, το «Get Right With Me», με το gospel ηχόχρωμα του, περιβάλλεται από τη θρησκευτική έξαψη του αμερικάνικου νότου και ο Dave Gahan ολοκληρώνει τη μεταμόρφωση του σε rock ημίθεο, με τα μακριά μαλλιά, τις μεσσιανικές πόζες και την αποκάλυψη των γεμάτων tattoos χεριών του. Αυτοί οι Depeche Mode έχουν τεράστιο ενδιαφέρον αλλά, όπως θα δείξει η ιστορία, μόνο στον συγκεκριμένο δίσκο.

Speak And Spell (1981)
Οι Depeche Mode του Vince Clarke είναι ένα ενθουσιώδες synth pop συγκρότημα που είναι επηρεασμένο από τους Kraftwerk και τον Gary Numan. Το ντεμπούτο τους δεν προκαλεί τον ακροατή -ίσως μόνο το κλειστοφοβικό «Photographic» αφήνει υπονοούμενα για τον δρόμο που θα ακολουθήσουν- αλλά κερδίζει με τη φρεσκάδα του, ενώ ο Clarke αφήνει ως κληρονομιά σπουδαία pop τραγούδια όπως το «New Life» και το «Just Can’t Get Enough». Το 1981 όμως ήταν η χρονιά του «Dare» των Human League, του «Non Stop Erotic Cabaret» των Soft Cell και του «Fourth Drawer Down» των Associates, και σε σύγκριση με αυτά το «Speak And Spell» μοιάζει περισσότερο εφηβικό και αθώο.

Music For The Masses (1987)
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος πως ένα τόσο ευρωπαϊκό συγκρότημα όπως οι Depeche Mode κατάφεραν να κατακτήσουν τα μεγάλα στάδια της Αμερικής. Οι πρώτες νότες του «Never Let Me Down Again» εξηγούν τα πάντα. Στον έκτο δίσκο τους συνεχίζουν ακριβώς από εκεί που σταμάτησε το «Black Celebration», αλλά απλοποιούν τις ενορχηστρώσεις τους και δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη στιβαρότητα των ρυθμών, γράφοντας με εξαιρετική ευκολία υπέροχα singles, όπως το «Strangelove» και το «Behind The Wheel». Κάπως έτσι βρίσκουν τη χρυσή τομή μεταξύ εμπορικότητας και καλλιτεχνικού οράματος και γεμίζουν το Rose Bowl της Pasadena όπου ο Dave Gahan κρατά στην παλάμη του τις ψυχές 70.000 ανθρώπων.

Some Great Reward (1984)
Το νιόπαντρο ζευγάρι που ποζάρει με φόντο ένα δυσοίωνο βιομηχανικό τοπίο είναι εκ των προτέρων καταδικασμένο να κουρελιάσει τα γιορτινά ρούχα του σε ανταγωνιστικά παιχνίδια υποταγής, σαδομαζοχισμού και διαστροφής. Οι Depeche Mode του «Some Great Reward» περιγράφουν με ακρίβεια μικροχειρούργου και χωρίς συναισθηματισμούς αυτό το ανελέητο bras de fer. Ακόμα και το «Somebody» που μοιάζει με γλυκιά ιστορία αγάπης, χάρη στο πιάνο και τα τρυφερά φωνητικά του Martin Gore, είναι η μασκαρεμένη ιστορία μιας εντελώς άνισης σχέσης. Κατά τα άλλα, ο Gore γράφει μερικά από τα πιο επιβλητικά τραγούδια της ιστορίας των Depeche Mode -τα synths του «Master And Servant» ακούγονται σαν μαστίγια που σκίζουν τον αέρα- και ο Dave Gahan μετατρέπεται στον κυρίαρχο frontman που όλοι γνωρίζουμε.

Violator (1990)
Οι Depeche Mode φαίνεται να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν τον δίσκο έρχεται το τέλος μιας εποχής -και της δημιουργικής ακμής τους- και γράφουν ένα στρυφνό αριστούργημα. Το «Violator» είναι πιο εσωστρεφές από το «Music For The Masses» και μοιάζει με puzzle που αποτελείται από τα καλύτερα κομμάτια του pop παρελθόντος και του rock μέλλοντος τους. Το «Halo», το «World In My Eyes» και το «Enjoy The Silence» επιστρέφουν στην synthpop των μέσων της δεκαετίας του 1980, ενώ το «Policy Of Truth» είναι το λιγότερο λαμπερό αδερφάκι του «Never Let Me Down Again». Από την άλλη, το «Personal Jesus» μας δίνει τη δυνατότητα να ρίξουμε μια κρυφή ματιά στο μέλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται μάλλον για το πιο αγαπημένο τραγούδι των rock fans τους.

Black Celebration (1986)
Το «Black Celebration» συνθλίβεται ανάμεσα στους εμπορικούς θριάμβους του «Some Great Reward» και του «Music For The Masses», αλλά με την απόσταση του χρόνου διαπιστώνουμε ότι είναι ο καλύτερος δισκος των Depeche Mode. Τόσο θεματικά όσο και μουσικά πρόκειται για ένα τρισδιάστατο και συναισθηματικά πολύπλοκο sequel του προηγούμενου δίσκου τους, όπου η κυριαρχία ακολουθείται από τις τύψεις και την αναζήτηση της κάθαρσης -να στιχουργικό μοτίβο στο οποίο θα επιμείνουν με θρησκευτική ευλάβεια-  ενώ πλέον η συνθετική αυτοπεποίθηση του Martin Gore βρίσκεται στα ύψη. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει διαφορετικά με τραγούδια όπως το «Stripped», το «A Question Of Lust», το «A Question Of Time», το «A World Full Of Nothing» και το ομώνυμο, τα οποία δημιουργούν ένα φαντασμαγορικό παιχνίδι φωτός και σκιών που αν ήταν πίνακας  θα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του Caravaggio.

Tags :

Στέλιος Βογιατζάκης

Ο Στέλιος Βογιατζάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε δημοσιογραφία έχοντας σκοπό να περάσει τη ζωή του γράφοντας για μουσική. Στα επόμενα 20 χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συντάκτης στο Έθνος, έγραψε για τα πάντα αλλά ποτέ για μουσική. Του αρέσουν οι Grand Magus αλλά και οι Take That, ο HP Lovecraft αλλά και η JK Rowling, Επίσης, δεν κουράζεται να κάνει χιλιάδες περιττά πράγματα στο Internet.