Χρειάζεται ελάχιστα περισσότερο από μια επιφανειακή απασχόληση με τη μουσική και τη βιομηχανία της για να αντιληφθεί κανείς πως οι μεγάλες μπάντες και οι δημοφιλείς καλλιτέχνες πορεύονται σαν εταιρείες. Και δεν μπαίνουν επίτηδες εισαγωγικά στη λέξη καθώς τα συγκροτήματα μπαίνουν σε νομικές και μη, διαδικασίες που άπτονται του εταιρικού δικαίου κάθε χώρας. Η βιομηχανία του marketing έχει εκτοξευτεί εδώ και πολλές δεκαετίες και πολύ σπάνια θα δει κάποιος ένα συγκρότημα να γίνεται τεράστιο όνομα, χωρίς την απαραίτητη υποδομή προώθησης από πίσω. Ή και αντίστοιχα πολλές ταλαντούχες μπάντες οι οποίες λόγω λαθεμένων επαγγελματικών κινήσεων μείνανε στην αφάνεια κι αντί να γίνουν πρώτα ονόματα, είτε παραμένουν σε κάποιο cult στάτους, είτε έχουν διαλυθεί με το υλικό τους να γίνεται collector’s item στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Αν η τάση στην παγκόσμια μουσική σκηνή κατακλύζεται από μπαλάντες και γενικά soft τραγούδια σημαίνει ότι αναμένεται μια έκρηξη κάποιου είδους στο Χρηματιστήριο, συνήθως αρνητικής τροπής.

Συγκροτήματα όπως οι Kiss και οι Iron Maiden, για να αναφέρουμε δύο από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα στο χώρο, παρόλο που μουσικά στέκονταν όπως όλοι γνωρίζουμε πολύ πάνω από το μέσο όρο, δε θα έφταναν στα δυσθεώρητα επίπεδα επιτυχίας χωρίς το marketing. Ο Rod Smallwood, αυτός ο μεγάλος μάνατζερ, με τις επιλογές του και το όλο περιτύλιγμα που έδωσε στο συγκρότημα, το ώθησε στο να γίνει η κορυφαία metal μπάντα του γαλαξία. Οι δε Kiss, σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Gene Simmons, βρίσκονταν επί δεκαετίες, μία φορά την εβδομάδα, με συγκεκριμένες εταιρείες συμβούλων, για το merchandise και το marketing γύρω από το συγκρότημα. Κατά την περίοδο του “Alive II” οι Kiss ήταν τα πάντα. Μπιλιάρδο, σχέδια για κιθάρες, Pinball, σαλιάρες για μωρά (!) κλπ. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι εδώ και πολλά χρόνια έχει δημιουργηθεί ένα είδος μουσικού χρηματιστηρίου. Τι σημαίνει όμως πρακτικά αυτό και πως επηρεάζει μέχρι σήμερα τις πωλήσεις και τις τάσεις της μουσικής βιομηχανίας;

Υπάρχει μια μυστηριώδης σχέση μεταξύ της μουσικής βιομηχανίας και των χρηματιστηριακών αξιών. Σύμφωνα με έρευνα του Πολυτεχνικού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου NYU, αν η τάση στην παγκόσμια μουσική σκηνή κατακλύζεται από μπαλάντες και γενικά soft τραγούδια σημαίνει ότι αναμένεται μια έκρηξη κάποιου είδους στο Χρηματιστήριο, συνήθως αρνητικής τροπής. Αντίθετα όταν η τάση χαρακτηρίζεται από δυναμική μουσική οι αγορές παραμένουν σε «ηρεμία» για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η έρευνα βασίστηκε σε συνδυαστικά αποτελέσματα του δείκτη S%P 500 και της κατάταξης του Top 100 του Billboard. Μπορεί να ακούγεται αφελές αλλά δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι στην Αμερική που βασίζουν τις οικονομικές τους επιλογές σε τέτοιου είδους παράγοντες. Στο κάτω κάτω, είναι η ίδια η φύση του ανθρώπου η οποία δεν τον αφήνει να διαχειριστεί την αβεβαιότητα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και θεσμοί όπως το Χρηματιστήριο και οι Επενδυτικές τράπεζες είναι ο ορισμός του πονταρίσματος στην αβεβαιότητα. Κάτι που φυσικά άπτεται της επιστήμης της ψυχολογίας με την οποία η μουσική είχε και έχει άρρηκτη σχέση.

Η εταιρεία παραγωγής του Eminem έχει δημιουργήσει ένα καινούριο εταιρικό σχήμα ώστε να μοιράσει τα royalties του καλλιτέχνη σε επενδυτές.

Το ιδιότυπο μουσικό χρηματιστήριο έχει να κάνει με τα λεγόμενα «royalties», δηλαδή τα ποσά που πληρώνονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς και ιδρύματα ώστε να δοθεί η άδεια για την αναπαραγωγή των τραγουδιών, σε cd, σε downloads κλπ. Στις ημέρες μας πάντως αυτό το θέμα έχει προχωρήσει, με τα royalties να προσφέρουν μερική ιδιοκτησία σε τραγούδια, καθώς υπάρχουν πλατφόρμες οι οποίες έχουν υπενοικιάσει τα τραγούδια αυτά με σκοπό την μεταπώληση τους σε ιδιώτες. Μια τέτοια πλατφόρμα είναι για παράδειγμα το Music Stock Exchange όπου μπορεί κανείς να αγοράσει ποσοστό από τραγούδια τα οποία θεωρεί ότι θα γίνουν επιτυχίες, έχοντας φυσικά μερίδιο στα κέρδη τους. Ουσιαστικά δε διαφέρει ιδιαίτερα από τις άλλες μορφές πονταρίσματος, καθώς υπάρχει πάντα το ρίσκο της αποτυχίας ενώ στην επιτυχία διαφαίνεται η «μύτη» του ιδιώτη/επενδυτή. Άλλο παράδειγμα αποτελεί η εταιρεία παραγωγής του Eminem, η οποία έχει δημιουργήσει ένα καινούριο εταιρικό σχήμα ώστε να μοιράσει τα royalties του καλλιτέχνη σε επενδυτές, παρά να αρκείται μόνο στις πωλήσεις των cd ως άμεσο εισόδημα. Η εταιρεία έχει επεκτείνει τη μέθοδο αυτή και σε άλλους καλλιτέχνες όπως ο Chris Brown, η Ariana Grande κ.α. σε πακέτα που φτάνουν μέχρι και τα 71.000 δολάρια!

Κι ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας μέσα από τον οποίο μπορούμε να περιγράψουμε το μουσικό χρηματιστήριο αξιών, και δη στη ροκ μουσική που είναι και το προκείμενο, είναι οι περιοδείες. Πρόκειται για μια τεράστια βιομηχανία του θεάματος και πραγματικά οι διεργασίες που γίνονται μέχρι να καταλήξουμε να δούμε μπροστά μας στα 10 μέτρα τα μουσικά μας είδωλα, είναι πολλές, ποικίλες και ιδιαίτερα αγχωτικές. Δεν είναι τυχαίο ότι ο βασικότερος λόγος για τον οποίο διαλύονται τα συγκροτήματα είναι οι χαμηλές πωλήσεις, κάτι που όμως διαπιστώνεται κυρίως ΜΕΤΑ από αποτυχημένες περιοδείες. Ας πάρουμε για παράδειγμα μία από τις πλέον διάσημες περιοδείες στην ιστορία του heavy metal, την World Slavery Tour για την προώθηση του “Powerslave” των Iron Maiden. Πόσο εύκολο άραγε ήταν να στηθεί πρακτικά αλλά κυρίως να αποδοθεί με οικονομικούς όρους, δηλαδή δυνητικό κέρδος vs έξοδα κλπ., μια περιοδεία 331 ημερών και 189 συναυλιών; Η απίστευτη απόδοση των Maiden εκείνη την περίοδο, τόσο σε στούντιο όσο και live, οδήγησε στην εκτόξευση των πωλήσεων του “Powerslave”, στο υπερεπιτυχημένο «Live after Death”, ενώ όπως ήταν αναμενόμενο όλο αυτό το momentum συμπαρέσυρε τις πωλήσεις τόσο των προηγούμενων όσο και των επόμενων album του συγκροτήματος.

Η περιοδεία των U2 για το Joshua Tree είναι μία από τις πέντε κορυφαίες περιοδείες από την αρχή της χιλιετίας και μετά.

Αλλά ακόμα και στην εποχή του internet, με την όλη κρίση της μουσικής βιομηχανίας να έχει ζορίσει τους «μικρούς» και τους «μεγάλους» ώστε να προσαρμόζονται σε επίπονα προγράμματα περιοδειών, με πολλούς να είναι σε προχωρημένη ηλικία, το μουσικό Χρηματιστήριο βρίσκει τρόπους να αβγατίζει τα ισχυρά χαρτιά του. Η περιοδεία των U2 για το “Joshua Tree” απέφερε έσοδα της τάξεως των 316 εκατομμυρίων δολαρίων, με τα συνολικά εισιτήρια παγκοσμίως να ανέρχονται σε 2,7 εκατομμύρια. Πρόκειται για μία από τις 5 κορυφαίες περιοδείες από την αρχή της χιλιετίας και μετά, σε μια συγκυρία μάλιστα οικονομικής κρίσης και περιπτώσεων ανέχειας σε πολλές χώρες. Άλλα παραδείγματα της εποχής είναι οι περιοδείες των Rolling Stones που φυσικά ανάγονται σε ένα δεινοσαυρικό στάτους το οποίο ξεφεύγει, ενώ εντύπωση προκαλεί η υπερεπιτυχημένη περιοδεία επανένωσης των Hall & Oates, με τις μετοχές τους στο μουσικό χρηματιστήριο να παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές όπως δείχνουν τα 16 εκατομμύρια δολάρια εσόδων της πεντάμηνης τουρνέ τους.

Η μουσική όσο και να θέλουμε να μη το παραδεχόμαστε, δε θα ήταν τίποτα χωρίς το βιομηχανικό και εταιρικό της σκέλος. Από τη στιγμή που βιοπορίζεται πάρα πολύς κόσμος γύρω από κάποιον καλλιτέχνη, και βρίσκουν πρόσφορο έδαφος πάμπολλες επαγγελματικές ειδικότητες για να αναπτυχθούν, το οικονομικό κομμάτι θα αποτελεί αναπόσπαστο παράγοντα της κυκλοφορίας ενός δίσκου, των περιοδειών και των τραγουδιών που διατίθενται για download. Είναι πολλοί οι παράγοντες που θα κάνουν το underground σχήμα που αγαπάμε να ξεπεταχτεί και να γίνει όνομα πρώτης γραμμής. Θέλω να πιστεύω ότι οι ευκαιρίες για παρόμοια καλλιτεχνικά όνειρα εκτόξευσης δεν έχουν χαθεί. Στο κάτω κάτω ακόμα θυμάμαι τους System of a Down στην αναβληθείσα συναυλία τους στη Θεσσαλονίκη να μας ζητάνε φωτιά για τα τσιγάρα τους και να μας πιάνουν κουβέντα. Πόσους αναπτήρες θα έχει άραγε ο Serj Tankian σήμερα;

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.