Μία συνέντευξη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, είναι δυστυχώς άψυχη. Οι απαντήσεις του συγγραφέα Μιχάλη Μπουναρτζίδη για το νέο του βιβλίο «Η περιπλάνηση ενός βιολιού» έχουν την δυνατότητα να κάνουν και αυτή την ηλεκτρονική επικοινωνία πιο «ζωντανή»και τον ευχαριστώ  για αυτό.

Πόσο ευκολότερο ήταν το δεύτερο βιβλίο σε σχέση με το πρώτο;
Κατ’ αρχήν θέλω να σας ευχαριστήσω για την προσοχή και το ενδιαφέρον που δείξατε για την Περιπλάνηση ενός βιολιού, για μένα είναι αναγνώριση της προσπάθειας να γράψω μυθιστορήματα που ν’ αφήνουν κάτι στον αναγνώστη, να τα θυμάται, κι αυτό πιστεύω πως έχει γίνει και με τα δύο. Από την ερώτηση αυτή, νιώθω πως έχετε διαβάσει την Προσευχή για τις καινούργιες πατρίδες. Παρ’ όλο που έχω δώσει αρκετές συνεντεύξεις, είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζω αυτή την ερώτηση, κι αυτό σημαίνει πως αντιληφθήκατε τη δυσκολία, πράγμα που δεν συνέβη με τους περισσότερους. Πέραν του ότι το προηγούμενο βιβλίο ήταν η πρώτη μου προσπάθεια, άρα αυταπόδεικτος ο βαθμός δυσκολίας, η Προσευχή για τις καινούργιες πατρίδες ήταν ένα τόλμημα, και για να εξηγήσω τι εννοώ μ’ αυτό, θα πάω αρκετά χρόνια πίσω. Επειδή σαν αναγνώστης και βιβλιόφιλος, είχα μια προτίμηση στα ιστορικά κείμενα, κατάλαβα κάποια στιγμή, πως αγνοούσα την ιστορία της πατρίδας μου, και πατρίδας παππούδων και γιαγιάδων, της Θράκης. Την ίδια άγνοια βέβαια, έχουν και οι περισσότεροι για τις πατρίδες τους, αυτό είναι αμαρτία της εκπαίδευσης. Ψάχνοντας, για την περίοδο του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, όταν δηλαδή διαμορφώθηκαν τα πράγματα όπως είναι σήμερα περίπου, διεπίστωσα πως πολλά ήταν γραμμένα για παλιές πατρίδες προσφύγων, π.χ. για τη Σμύρνη, ή για τον Πόντο, αλλά ελάχιστα για τη Θράκη. Έτσι αποφάσισα να ψάξω, να ασχοληθώ, και να γράψω ένα βιβλίο που να διαβάζεται από πολύ κόσμο, με τη φιλοδοξία να προσφέρω κάτι στον τόπο μου. Η Προσευχή είναι μυθιστόρημα, αλλά βασίζεται στις ιστορίες ανθρώπων που έζησαν, στ’ αλήθεια. Αυτοί είναι οι παππούδες μου και οι γιαγιάδες μου. Οι παππούδες μου έτυχε να γεννηθούν την ίδια χρονιά, το 1882. Οι τόποι τους ήταν, πέντε, έξη ώρες απόσταση, μια ευθεία με την άμαξα εκείνα τα χρόνια, το Ορτάκιο του Άρδα, που σήμερα είναι το Ιβαήλοβγκραντ της Βουλγαρίας, πέντε χιλιόμετρα μόνο από τα σύνορα, και η Αδριανούπολη, κι αυτή πέντε χιλιόμετρα από τα σύνορα με την Τουρκία. Σήμερα, για την ίδια ευθεία, δεν χρειάζεται πάνω από μισή ώρα, μόνο που πρέπει να περάσει κανείς δύο συνοριακούς ελέγχους. Τότε, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην περιοχή δεν υπήρχαν σύνορα, σήμερα υπάρχουν.

Η ιστορία ξεκινάει το 1882 και φτάνει μέχρι το 1922, τα χρόνια που όπως λέω συχνά, ήρθαν τα πάνω-κάτω, γύρισε ο κόσμος ανάποδα, όχι μόνο στη Θράκη, αλλά σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Πέρα από τους πολέμους και τις ανακατατάξεις, με βοήθησαν πολύ στο να στηθεί η ιστορία σαν παραμύθι, οι ιδιαιτερότητες στη ζωή τους. Ο ένας υπηρέτησε, και πολέμησε με τρεις στρατούς, από το 1912 μέχρι το 1922. Ο άλλος παππούς κατάφερε να ξεγλιστρήσει απ’ όλους, όμως δεν γλίτωσε μια δεύτερη προσφυγιά από την Ξάνθη στη Δράμα το 1913, και την δεκαοκτάμηνη ομηρεία στη Βουλγαρία στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια ομηρεία που στοίχησε τη ζωή σε πάνω από εξήντα χιλιάδες Έλληνες της Ανατολικής Μακεδονίας το 1917-18. Όπως και να έγιναν τα πράγματα, η μαγιά ήταν καλή για να γραφτεί ένα μυθιστόρημα, με δράση και πλοκή, πέρα από τους συναισθηματισμούς που είναι αναπόφευκτοι σε τέτοιες περιπτώσεις. Φαντάζομαι πως είναι κατανοητό μετά απ’ όλα αυτά, πως η δυσκολία ήταν μεγαλύτερη, δεν μπορούσα, δεν είχα το δικαίωμα να πλάσω ιστορίες για να υπάρχει περισσότερη πλοκή και αγωνία, δεν είχα το δικαίωμα να αλλοιώσω ούτε τους χαρακτήρες, ούτε τα γεγονότα στη ζωή τους. Αντίθετα, η Περιπλάνηση είναι παραμύθι, η ελευθερία στα πρόσωπα και στους χαρακτήρες ήταν δεδομένη.

violibookminiΠώς προέκυψε η ιδέα για το δεύτερο βιβλίο; Πώς προέκυψε η ιδέα για να τοποθετηθεί στον μεσοπόλεμο και να αναφερθεί την Ουκρανική εκστρατεία;
Η ιδέα ήρθε ξαφνικά, όταν πια είχε τελειώσει η Προσευχή. Εκεί εμφανίζονται πολλά πρόσωπα φανταστικά, που δημιουργήθηκαν για να βοηθήσουν τις ιστορίες να περπατήσουν. Ένα απ’ αυτά ήταν ο Αλεκάκης, υποτιθέμενος ξάδερφος του ενός παππού, που μετά από ένα πέρασμα από την Αδριανούπολη, πηγαίνει στη Μικρασία, στη Φώκαια. Στην Περιπλάνηση, επιστρέφει πρόσφυγας, στην πρώτη προσφυγιά, στη Θεσσαλονίκη το 1914 με την οικογένειά του. Ένα άλλο πρόσωπο ήταν ο Νταβίντ, ένας Εβραίος Σαλονικιός υφασματέμπορας, που εμφανίζεται κάποια στιγμή για να κάνει παζάρια ο άλλος παππούς. Ο Θωμάς και η Ελβίρα είναι παιδιά τους. Εκείνη την εποχή διάβαζα για τον ισπανικό εμφύλιο, και λίγο πριν είχε τύχει να διαβάσω κάποια αποσπασματικά στοιχεία για τον ρώσικο. Ο χώρος ήταν έτοιμος, ο χρόνος επίσης, δεν χρειάστηκε και πολύ για να το αποφασίσω, γιατί με συνεπήρε η ιδέα, και τότε αγνοούσα ακόμη τις προκλήσεις που θα συναντούσα. Αυτή είναι η απάντηση στο πρώτο σκέλος, αν και μπορεί να απαντήσει και στο δεύτερο, αν διαβαστεί ξανά η αμέσως προηγούμενη παράγραφος. Ο χώρος ήταν έτοιμος, ο χρόνος επίσης. Για να βρεθεί ένας Έλληνας στη δίνη του Ρώσικου εμφύλιου, έπρεπε να συμβεί το προφανές, να συμμετέχει στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία.

Ο κάθε πόλεμος είναι αρρώστια. Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η χειρότερη αρρώστια, δεν γιατρεύεται ούτε με τον χρόνο. Αυτό πιστεύω. Ακόμη και σήμερα, μετά από 150 χρόνια, μπορεί κανείς να δει τα σημάδια του Εμφυλίου στον Αμερικάνικο Νότο, ενός εμφυλίου που δεν ήταν ο σκληρότερος που γνώρισε η ιστορία.

Ότι η πλοκή του βιβλίου διαδραματίζεται, στην πιο ταραγμένη κατά πολλούς περίοδο του 20ου αιώνα τι συμβολίζει /σημαίνει για εσάς;
Νομίζω πως το ανέφερα και προηγουμένως, ήταν μια συναρπαστική, από ιστοριογραφική πλευρά, περίοδος, με γεγονότα άγνωστα στους πολλούς, – και σ’ εμένα μέχρι κάποια στιγμή- και πιστεύω πως άξιζε τον κόπο να γίνει ο καμβάς, το φόντο, για ένα μυθιστόρημα. Τώρα, σε ό,τι αφορά τον συμβολισμό που αναφέρετε, δεν ξέρω, δεν έχω ψάξει τόσο μέσα μου, αν και μου δώσατε μια αφορμή για να το κάνω.

Ο μεσοπόλεμος με τα ακραία φαινόμενα του, ακραία πολιτικά κινήματα, ανεργία, εθνικισμός οδήγησε στον ΒΠΠ. Βρίσκετε ομοιότητες με την σημερινή εποχή;
Βρίσκω πάρα πολλές ομοιότητες και δεν είμαι ο μόνος. Τρέμω μόνο με την ιδέα, και αγωνίζομαι να βρω αν υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες σήμερα, που δεν υπήρχαν τότε.

Ένας Έλληνας πρόσφυγας βιώνει την ενηλικίωση μαζί με την δημιουργία της Νέας Ελλάδας. Κόβει τους μητρικούς δεσμούς, με την μεταπήδηση του στους μπολσεβίκους. Είναι αυτές οι αλλαγές μια αλληγορία για την Ελλάδα, που μεταβάλλεται μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων;
Η μεταπήδηση στους μπολσεβίκους, έγινε τυχαία και για λόγους επιβίωσης, αυτό είναι ξεκάθαρο. Κάποια στιγμή, πολύ αργότερα, το ομολογεί στον Μαξίμ. Επί πλέον, δεν φαίνεται πουθενά πως κόβει τους μητρικούς δεσμούς, αν αυτό είχε συμβεί, δεν θα επέστρεφε το 1926 στη Θεσσαλονίκη. Βέβαια οι ιδέες που διαμορφώνονταν στην ψυχή ενός νέου ανθρώπου, από τη φύση του ανήσυχου, και εργαζόμενου στον Ριζοσπάστη στη Θεσσαλονίκη, σίγουρα βοήθησαν στην ενσωμάτωσή του στους Μπολσεβίκους, τουλάχιστον στην αρχή. Από το νου μου δεν πέρασε η αλληγορία στην οποία αναφέρεσθε, αν και θα μπορούσε να ήταν κι έτσι. Ο αναγνώστης έχει πάντοτε την δική του οπτική.

Γιατί επιλέξατε την Θεσσαλονίκη ως αρχικό τόπο, δημιουργίας του πυρήνα του βιβλίου; Η Β. Ελλάδα λόγω διχασμού, ΑΝΤΑΝΤ και ως τόπος εγκατάστασης προσφύγων αλλά και μεγαλύτερη συγκέντρωση αγροτικού πληθυσμού, ήταν πάντα πιο κοινωνικά ευαισθητοποιημένη αλλά και με πιο έντονο το εθνικιστικό συναίσθημα (Μακεδονικός αγώνας). Σας έχει επηρεάσει όλη αυτή η κατάσταση στην συγγραφή;
Όχι, δεν το είδα έτσι. Ο λόγος για την επιλογή της Θεσσαλονίκης είναι καθαρά συναισθηματικός, τη νιώθω σαν δεύτερη πατρίδα μου, έζησα πολλές στιγμές εκεί, από τα παιδικά μου χρόνια μέχρι τα φοιτητικά. Υπάρχει και στο πρώτο μου βιβλίο κι αν υπάρξει τρίτο, σίγουρα και σ’ αυτό κάτι θα συμβαίνει και στη Θεσσαλονίκη.

Ο Θωμάς αν και βιώνει ως ενεργό μέλος τον σταλινικό αυταρχισμό και τις διώξεις, αρνείται την πραγματικότητα, για αρκετό καιρό. Παραμένει δε μέχρι το τέλος στην Ισπανία, πιστός στα κομμουνιστικά ιδεώδη, αρνούμενος εν μέρει την πραγματικότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού σε ΕΣΣΔ και στην Ισπανία. Αντίστοιχες τάσεις εξιδανίκευσης υπάρχουν έως σήμερα στις χώρες κύρια της δυτικής Ευρώπης από αριστερά κόμματα. Τις ενστερνίζεστε η αποτελούν μέρος της πλοκής;
Την πραγματικότητα στη Ρωσία, όταν αντιλαμβάνεται που οδηγεί, την αφήνει στην άκρη για λόγους επιβίωσης. Το ότι παραμένει στην Ισπανία μέχρι σχεδόν το τέλος, είναι γιατί έχει αποφασίσει να δώσει ένα δικό του τέλος μετά τις απογοητεύσεις που έρχονται απ’ όλες τις μεριές. Από την άλλη, μπορεί κανείς να είναι αριστερός από πεποίθηση και χωρίς ταμπέλες, -παρ’ όλο που οι ταμπέλες είναι εφεύρεση, και μέγα λάθος- της αριστεράς. Δεν νομίζω πως έχω βάλει ταμπέλες στον Θωμά, ούτε και στον Μαξίμ. Δεν έχω βιώσει καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, έτσι όπως λειτούργησαν, για να ενστερνίζομαι ή όχι αυτό που αποκαλείτε «τάσεις εξιδανίκευσης». Βιώνω πάντως εδώ και δεκαετίες, στην καθημερινότητά μου, την αποθέωση του καπιταλισμού στην πιο σκληρή του εκδοχή, αυτή που οραματίστηκε ο Μίλτον Φρήντμαν, και θα προτιμούσα την οπτική του Τζών Μέυναρντ Κέηνς.

Αλήθεια δεν ξέρω ακόμη ποιοι είναι οι κριτικοί, φαντάζομαι αυτοί που γράφουν στις σχετικές στήλες των εφημερίδων, ή των ιστοσελίδων. Δεν ξέρω αν αυτοί οι άνθρωποι προλαβαίνουν να διαβάσουν, ό,τι εκδίδεται.

Το βιβλίο σας έχει στο κομμάτι του Ισπανικού εμφυλίου, αρκετά κοινά στοιχεία με το «γη και ελευθερία» του Κεν Λόουτς. Θεωρείτε ότι η συγκεκριμένη ταινία με κάποιο τρόπο σας έχει επηρεάσει;
Δεν έχω δει την ταινία. Μου προξένησε όμως ενδιαφέρον η ερώτησή σας, κι έψαξα λιγάκι στο διαδίκτυο. Δεν ξέρω αν σας ενδιαφέρει, αλλά αντέγραψα κάποια αποσπάσματα από διάφορα σχόλια, που μου φάνηκαν λίγο πολύ αντικειμενικά, αλλά προσωπική άποψη δεν είναι. Αν θέλετε μην τα συμπεριλάβετε στη συνέντευξη:
– Δεν είναι, όμως, τόσο γνωστό ότι ανάμεσα σε αυτούς που χρηματοδότησαν και υποστήριξαν την ταινία με διάφορους τρόπους είναι η κρατική τηλεόραση της Ισπανίας, το BBC και… το Συμβούλιο της Ευρώπης!
– Προσωπικά δε με παραξένεψε. Αυτών την εκδοχή παρουσιάζει η ταινία. Μάλλον όσοι εξακολουθούν να την υποστηρίζουν θα έπρεπε να προβληματιστούν. Διότι δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια καλή ταινία, κοινωνικού για παράδειγμα περιεχομένου, η οποία έχει στηριχθεί από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς. Πρόκειται για μια ξεκάθαρα πολιτική ταινία που παίρνει θέση ευθέως, στηρίζοντας τη μια πλευρά, σε ένα θέμα αμιγώς «ενδοαριστερό», για να μας πει ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός επαναστάτης.
– Δε θα αντέξω στον πειρασμό και θα τολμήσω και μια υπόθεση εργασίας: Αν είχαμε ακριβώς την ίδια ταινία, μόνο που τοποθετούνταν πολιτικά ακριβώς ανάποδα, δηλαδή παρουσίαζε τους κομμουνιστές ως συνεπείς αγωνιστές και τους τροτσκιστές και αναρχικούς ως προδότες τι υποδοχή θα είχε άραγε από όλους αυτούς τους κύκλους; Πόσο μάλλον όταν αυτοί περιλαμβάνουν όχι απλώς έναν κρατικό ή ιδιωτικό φορέα, αλλά έναν διακρατικό οργανισμό όπως είναι το Συμβούλιο της Ευρώπης…

Οι αναρχικοί πέραν της ανακατανομής της γης, στις περιοχές που αυτοδιοίκησαν(!;), προέβησαν σε αρκετές «Ταξικές» εκκαθαρίσεις. Παρ’ όλα αυτά ο κόσμος μιλάει σήμερα για τον Φράνκο σαν τον μόνο εγκληματία στον Ισπανικό εμφύλιο. Μια άλλη άποψη για την ζωή στην Ισπανία του εμφυλίου, δίνει η Ισπανική διαθήκη του Άρθουρ Καίσλερ, που κρατήθηκε αιχμάλωτος των «Δημοκρατικών». Δικαιολογεί η ιδεολογία της μάζας και η κοινωνική επανάσταση και η λαϊκή εξουσία την εξόντωση του αντιπάλου; Κατά τον Λένιν ναι, κατά τον Θωμά εν μέρει , ποια είναι η δική σας άποψη;
Ο κάθε πόλεμος είναι αρρώστια. Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η χειρότερη αρρώστια, δεν γιατρεύεται ούτε με τον χρόνο. Αυτό πιστεύω. Ακόμη και σήμερα, μετά από 150 χρόνια, μπορεί κανείς να δει τα σημάδια του Εμφυλίου στον Αμερικάνικο Νότο, ενός εμφυλίου που δεν ήταν ο σκληρότερος που γνώρισε η ιστορία. Στους εμφυλίους πολέμους τα χειρότερα εγκλήματα είναι αυτά που δεν έχουν καν σχέση με τις ιδεολογίες που συγκρούονται, αλλά με προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές διαφορές. Αυτό διδάσκει η ιστορία, αν τη δούμε χωρίς παρωπίδες. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Φράνκο, τους φαλαγγίτες και τους regulares του, τον Ντουρούτι και τον Λίστερ, τους αναρχικούς, τους κομμουνιστές, τους εθελοντές. Ας αφήσουμε τον Τρότσκι και τον Κόκκινο Στρατό του, ας αφήσουμε τους Λευκούς του Ντενίκιν και του Κολτσάκ, τους αυτονομιστές του Πετλιούρα. Οι εμφύλιοι δεν έχουν κανόνες. Γι αυτούς που είναι απ’ έξω, τίποτε δεν δικαιολογείται, γι’ αυτούς που είναι από μέσα, δικαιολογούνται τα πάντα. Ο κόσμος μιλάει σήμερα για τον Φράνκο σαν εγκληματία, όπως μιλάει και για τον Στάλιν σαν εγκληματία, ίσως γιατί αυτοί επεκράτησαν, οι άλλοι εξοντώθηκαν. Καταλαβαίνω βέβαια σε ποιο σημείο του βιβλίου αναφέρεσθε, αλλά μάλλον παρανοήσατε. Η σκηνή είναι μάθημα επιβίωσης προς τον νεαρό Ραφαέλ, πουθενά δεν φαίνεται να δικαιολογεί ο Θωμάς οτιδήποτε, έστω και εν μέρει.

Ο Έλληνας δεν διαβάζει γι’ αυτό και η αγορά του βιβλίου είναι φτωχή και αμελητέα, ιδιαίτερα τώρα με την κρίση.

Ο Μαξίμ, έχει σαν ήρωας αρκετά κοινά με τους Ρώσους εξόριστους ήρωες του Καραγάτση, ηθελημένα ως επιρροή ή απλά είναι το γονίδιο της φυλής, ανοιχτή καρδιά, τυχοδιωκτισμός, αλτρουισμός και αγάπη για την περιπέτεια;
Γονίδιο της φυλής; Είσαστε βέβαιος; Δεν ξέρω τους Ρώσους, αλλά εραστές της περιπέτειας, ανοιχτόκαρδους, αλτρουιστές, συναντούμε λίγο πολύ σ’ όλες τις ράτσες, όπως και το αντίθετο. Ούτε είχα στο μυαλό μου τους ήρωες τους Καραγάτση. Απλώς, έτσι τον έφτιαξα τον Μαξίμ. Στην αρχή μάλιστα, ο ήρωας αυτός ήταν Γάλλος, Πασκάλ, λιποτάκτης στην Ουκρανία. Δεν μου ταίριαζε όμως με τίποτε, δεν τον συμπάθησα, δεν βοηθούσε και στον μύθο, κι έτσι τον εξαφάνισα κι έφτιαξα στη θέση του τον Μαξίμ.

Ένα τέτοιο βιβλίο χρειάζεται χρόνο και έρευνα, αναφορικά με τις ιστορικές λεπτομέρειες. Πόσο χρόνο διαθέσατε για προετοιμασία και με ποιό τρόπο διεξήγατε την έρευνα σας;
Αυτό είναι αλήθεια. Το βιβλίο χρειάστηκε πάνω από τέσσερα χρόνια για να γραφτεί και η έρευνα ήταν παράλληλη, σε βιβλία και στο διαδίκτυο.

Η επιλογή δύο αιματηρών εμφύλιων, Ρωσικού και Ισπανικού είναι από τα χαρακτηριστικά του βιβλίου. Ο τρίτος ,άτυπος, εμφύλιος είναι ανάμεσα σε πρόσφυγες και Ελλαδίτες, Χριστιανούς-Εβραίους, Σήμερα σε μια εποχή μεγάλων γεωπολιτικών αναταράξεων, με έντονες θρησκευτικές και πολιτικές συγκρούσεις, διαβλέπετε μια επανάληψη της ιστορίας; Θεωρείτε ότι το βιβλίο σας είναι ένας οδηγός λαθών προς αποφυγή και κώδωνας κινδύνου στο σήμερα;
Το είπα και σε άλλο σημείο, η περίοδος αυτή του μεσοπολέμου είναι συναρπαστική από ιστοριογραφική πλευρά. Αν διαδραματιζόταν η ιστορία και στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, θα υπήρχαν αναφορές και στα ντόπια θέματα, αλλά θα τραβούσε πολύ και πιστεύω πως θα κούραζε τον αναγνώστη. Η επανάληψη της Ιστορίας όπως γράφτηκε, είναι τα λάθη που κάνουμε ξανά και ξανά, όταν δεν την γνωρίζουμε ή την αγνοούμε συνειδητά. Το βιβλίο πάντως δεν είναι ιστορικό σύγγραμμα, είναι μερικές ανθρώπινες, μικρές ιστορίες, με φόντο τη Μεγάλη Ιστορία. Δεν φιλοδοξεί να γίνει οδηγός αποφυγής λαθών, και δεν νομίζω πως υπάρχουν τέτοιοι οδηγοί.

Ο Μιχάλης Μπουναρτζίδης θα ακολουθούσε τα βήματα του Θωμά, αν ζούσε στη Θεσσαλονίκη το 1914/19 ή θα προτιμούσε να αφομοιωθεί απο την μετά τον πόλεμο Ελλάδα, με όπλο του το βιολί και την αγάπη του στην μουσική;
Αν ζούσα στη Θεσσαλονίκη το 1914-19… Όμως δεν είχα γεννηθεί τότε… Έπειτα, και του Θωμά τα βήματα δεν ήταν προδιαγεγραμμένα, δεν επέλεξε να πάει στο στρατό, τον πήραν. Δεν επέλεξε να βρεθεί σε Μεραρχία που προοριζόταν για την Ουκρανία, αλλά θα προτιμούσε να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη. Δεν επέλεξε να χαθεί νύχτα στη χιονοθύελλα… Κάποια στιγμή αναρωτιέται η Ελβίρα: «Πως προγραμματίζεται μια ζωή;»

Η έκδοση του βιβλίου σας από ένα καταξιωμένο εκδοτικό οίκο, τον Κέδρο, σας έχει βοηθήσει δεδομένου οτι είστε σχετικά νέος συγγραφέας;
Φυσικά. Για μένα ήταν ευχάριστη έκπληξη το τηλεφώνημα που έλαβα για να συζητήσουμε για την έκδοση, και η συνεργασία μας από τότε είναι άψογη. Από τη χαρά μου κερνούσα όποιους φίλους έβρισκα μπροστά μου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν τιμώ την συνεργασία μου με τον ΕΠΤΑΛΟΦΟ, που εξέδωσε την Προσευχή για τις καινούργιες πατρίδες. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, που συνεργάστηκα, και συνεργάζομαι, με τους ανθρώπους του, η ποιότητά τους είναι μοναδική.

Είστε ικανοποιημένος από την υποδοχή του βιβλίου, απο το κοινό, αλλά και από τους «κριτικούς»;
Από το «κοινό» διαβάζω και ακούω καλά ή και πολύ καλά λόγια, κάποιες φορές μάλιστα εισπράττω ενθουσιώδη σχόλια. Από τους «κριτικούς»… Αλήθεια δεν ξέρω ακόμη ποιοι είναι οι κριτικοί, φαντάζομαι αυτοί που γράφουν στις σχετικές στήλες των εφημερίδων, ή των ιστοσελίδων. Δεν ξέρω αν αυτοί οι άνθρωποι προλαβαίνουν να διαβάσουν, ό,τι εκδίδεται. Επομένως, για να φθάσει ένα βιβλίο να διαβαστεί από έναν κριτικό, φαντάζομαι πως θα ακολουθήσει δύσκολους δρόμους… Υποθέτω πως αυτό είναι δουλειά των εκδοτών. Πάντως έχω δει κριτικές, καλές, σε αρκετές ιστοσελίδες, σε μία εφημερίδα και σε μια εκπομπή της ΕΡΤ.

Το βιβλίο μετά την ολοκλήρωση του εξακολουθεί να ανήκει στον συγγραφέα ή σαν το παιδί , ενηλικιώνεται και ακολουθεί την δική του πορεία;
Ένα βιβλίο, από τη στιγμή που θα εκδοθεί, ανήκει σε όλους, παύει να είναι παιδί του συγγραφέα.

Γιατί επιλέξατε ως όργανο του Θωμά το βιολί και όχι την κιθάρα;
Αν θυμάστε, ο Θωμάς το συναντάει σ’ έναν χορό που στήθηκε στην τύχη, ένα χορό που τον ξεσήκωσε η γκάιντα ενός Θρακιώτη πρόσφυγα, παρέα με το βιολί ενός Μικρασιάτη βιολιτζή. Εκείνα τα χρόνια, φαντάζεστε τον Μικρασιάτη με κιθάρα; Τα έγχορδα στην Ανατολή, ήταν τότε το ούτι, κανένα μαντολίνο, το μπουζούκι, η λύρα στον Πόντο και φυσικά το βιολί.

Πώς προέκυψε η ενασχόληση με την συγγραφή; Τί σημαίνει για εσάς, το γράψιμο;
Η ενασχόληση με την γραφή προέκυψε από την ανάγκη να γραφτεί η πρόσφατη ιστορία της Θράκης σαν μυθιστόρημα, το ανέφερα και πιο πάνω, στα πλαίσια άλλης ερώτησης. Έγραφα καλά από παιδί, αλλά δεν ένιωσα πριν την ανάγκη να γράψω βιβλίο, προτιμούσα να τα διαβάζω. Από εκεί και πέρα όμως το γράψιμο έγινε συνήθεια και ανάγκη.

Υπάρχει κάποιο νέο βιβλίο στα σκαριά;
Το γράψιμο της περιπλάνησης τελείωσε πριν από δυό χρόνια. Κάτι έχω στο μυαλό μου, αλλά έχω γράψει μόνο λίγες σελίδες, περισσότερο διαβάζω.

Πόσο σημαντική θεωρείται την θέση του επιμελητή έκδοσης στην κυκλοφορία στις βιβλίου; Από το τελικό χειρόγραφο που παραδώσατε έως αυτό που διαβάσαμε, (στις είναι 😉 οι άνθρωποι που (στις 😉 επηρέασαν, στις όποιες αλλαγές, διορθώσεις, αν υπήρξαν;
Η επιμέλεια της έκδοσης είναι πολύ σημαντικό στοιχείο στην τελική μορφή ενός βιβλίου, μαθαίνει κανείς πολλά, αλλά κι ο επιμελητής πρέπει να έχει ανοιχτό μυαλό, ίσως μπορεί να μάθει κι αυτός από τον συγγραφέα. Κάποια μικροπροβλήματα υπήρξαν σε θέματα ορθογραφίας, είμαι αρκετά παλιός για να συνηθίσω στις καινούργιες απλοποιήσεις. Πάντως οφείλω πολλά στην κ. Μαρία Συμεωνίδου, επιμελήτρια της έκδοσης, όπως και στην κ. Μαρία Σπανάκη υπεύθυνη διορθώσεων του Κέδρου.

Ποιο βιβλίο που διαβάσατε πρόσφατα, σας έκανε εντύπωση και σας βιβλία διαχρονικά σας έχουν ‘σημαδέψει» ως αναγνώστη;
Πρόσφατα με εντυπωσίασε το Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ, εκδ. ΠΟΛΙΣ. Κάποιος μάλιστα έκανε την εξής διαπίστωση, έχοντας διαβάσει και την Περιπλάνηση: «Συνδετικός κρίκος ένα βιολί, και στο ένα και στο άλλο βιβλίο. Δύο φίλοι και στο ένα και στο άλλο. Ένας έρωτας και στο ένα και στο άλλο. Η ενεστωτική αφήγηση αρχίζει και τελειώνει στη Βαρκελώνη, αφού κάνει περάσματα από πολλά μέρη, και στο ένα και στο άλλο. Ιστορία, φιλοσοφικές αναζητήσεις, πολιτική, ανατομία χαρακτήρων, και στο ένα και στο άλλο. Που διαφέρουν; Ο μύθος είναι διαφορετικός, κι ακόμη οι χαρακτήρες. Μοναδικοί, χαρισματικοί, ιδιαίτεροι οι χαρακτήρες του Καμπρέ, καθημερινοί οι χαρακτήρες του Μπουναρτζίδη». Τα βιβλία που με σημάδεψαν διαχρονικά; Είναι πολλά, αλλά ας ξεχωρίσω πρόχειρα, Τα Σταφύλια της Οργής του Τζων Στάιμπεκ, τη Σκιά του Ανέμου του Κάρλος Ρουίς Ζαφόν και την Αηδονόπιτα του Ισίδωρου Ζουργού.

Πιστεύετε ότι υπάρχει φιλαναγνωσία στην Ελλάδα αλλά και χώρος για το ιστορικό μυθιστόρημα, όπως το δικό σας;
Δεν υπάρχει δυστυχώς. Ο Έλληνας δεν διαβάζει γι’ αυτό και η αγορά του βιβλίου είναι φτωχή και αμελητέα, ιδιαίτερα τώρα με την κρίση. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, γι’ αυτούς που διαβάζουν παρ’ όλα αυτά, πάντα υπάρχει χώρος και για το ιστορικό μυθιστόρημα.

Το ζευγάρι, στο τέλος του βιβλίου, συνεχίζει, μάλλον, σε μια Ευρώπη που σύντομα θα αφεθεί στα χέρια του θεού του πολέμου, με εκατομμύρια Εβραίων και Ευρωπαίων να γίνονται βορά των ιδεολογιών και του ρατσισμού. Το τέλος αφήνει χώρο για υποθέσεις, της τύχης των δύο ηρώων. Υπάρχει στο μυαλό σας μια πιθανή συνέχεια; Θα ξαναπαίξει το βιολί του Θωμά, κάποιο χαρούμενο σκοπό;
Κάποιοι έχουν ζητήσει μια πιθανή συνέχεια, αλλά δεν με θέλγει η ιδέα, προς το παρόν τουλάχιστον.

Κλείστε τη συνέντευξη με λίγα λόγια για τους αναγνώστες.
Σας ευχαριστώ
Θα το κάνω, αντιγράφοντας τη θέση μου, από μια άλλη συνέντευξη. Η ερώτηση ήταν η παρακάτω:
Ποιοι πιστεύετε πως είναι οι βασικοί και καθοριστικοί παράγοντες ώστε να προβληθεί ένα αξιόλογο λογοτεχνικό έργο, προκειμένου να φτάσει στα χέρια περισσότερων αναγνωστών;
Αυτό ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση. Πολλοί πιστεύουν, πως αν ένα λογοτεχνικό έργο είναι αξιόλογο, δεν θα χαθεί. Δεν είναι καθόλου έτσι. Ξέρω αριστουργήματα που «θάφτηκαν» στη λησμονιά και «σκουπίδια», -στην κυριολεξία- που διαβάστηκαν, ασχέτως του αν οι περισσότεροι απ’ όσους το επιχείρησαν, μετάνιωσαν για τον χαμένο χρόνο τους. Θα μπορούσε κανείς να πει, πως το θέμα έχει τη ρίζα του, στο τι ζητάει κανείς από ένα βιβλίο. Αυτό είναι σωστό, ο καθένας που διαβάζει περιμένει κάτι διαφορετικό. Αυτό ήταν σωστό, δεκαετίες πριν, όταν λίγοι ήταν αυτοί που έγραφαν, όταν οι εκδοτικοί οίκοι ξεδιάλεγαν και αναδείκνυαν, κι όταν τα ΜΜΕ ήταν μόνο εφημερίδες ή και ραδιόφωνο αντιμετωπίζοντας τη δουλειά τους και σαν λειτούργημα. Τώρα, όλο και περισσότεροι επιχειρούν να γράψουν γιατί πιστεύουν πως μπορούν, και φυσικά κανείς δεν τους αρνιέται το δικαίωμα να το κάνουν. Όταν έρχεται κάποια στιγμή η ώρα της έκδοσης, οι αλήθειες γίνονται αλλιώτικες. Οι εκδότες διατηρούν βέβαια ένα επίπεδο αυτοεκτίμησης και διαλέγουν, μιά που έχουν να διαλέξουν από σωρό, αλλά ο πήχυς είναι πιο χαμηλά λόγω της ανάγκης επιβίωσής τους σε μια αγορά που είναι από μικρή έως ελάχιστη, και η έκδοση εξαρτάται πολλές φορές από την δυνατότητα του συγγραφέα να την χρηματοδοτήσει. Αν αυτό συμβαίνει, ο εκδότης επιβιώνει και δεν πολυασχολείται, και απομένουν στον συγγραφέα τα επόμενα βήματα. Αν έχει προσβάσεις σε ΜΜΕ, κριτικούς, δημοσιογράφους, πολιτικούς κ.λπ. τότε μπορεί να γίνει γνωστό το έργο του. Αν αξίζει, πάει καλά, αν όχι ταλαιπωρούνται οι αναγνώστες, ή, ακόμη χειρότερα, σταδιακά αλλοιώνεται και υποβαθμίζεται το κριτήριό τους. Αυτό συμβαίνει στην ταλαίπωρη ελληνική αγορά βιβλίου, αλλά συμβαίνει και στις μεγάλες αγορές. Για παράδειγμα, κάντε μια σύγκριση μεταξύ των Αμερικάνων συγγραφέων του μεσοπολέμου και των σημερινών, και θα καταλάβετε τι εννοώ.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΠΑΣΜΠΑΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννημένος τo 1968, ο Στέλιος Μπασμπαγιάννης, διαφωνεί με όλους. Όσους έχουν άποψη ,που δεν είναι η δική του και όσους δεν έχουν, γιατί δεν ασπάζονται τη δική του. Ασχολείται εδώ και χρόνια με την τέχνη της προώθησης θεραπευτικών ουσιών. Παράλληλα ασχολείται με την ευγενή τέχνη της μουσικής, ως συντάκτης σε διάφορα μέσα από το 1986. Το βιβλίο είναι η άλλη του μεγάλη αγάπη, που του επιτρέπει το ταξίδι ακόμη και ελλείψει χρημάτων. Πολιτικά ακραίος αντιπαθεί τη διαφθορά της αστικής δημοκρατίας, τον λαϊκισμό των Ελλήνων και τον υποκριτικό χαρακτήρα τους. Αν ήταν ζώο (κάποιοι λένε ότι είναι ) θα ήταν λύκος.