Ένα καταιγιστικό κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα, με θέμα την άνοδο και την πτώση ενός πρώην διαφημιστή, μέσα από την αγιοποίηση της νεκρής φίλης του, σε μια Ελλάδα που διαλύεται από τα χρέη, υπό την επιρροή και τον έλεγχο τραπεζών και τηλεοπτικών καναλιών με εκπομπές μεσημεριανής «οικογενειακής» τραγωδίας. Η Ελλάδα της κοινωνικής, πνευματικής, ανθρωπιστικής σήψης, μέσα από τα καθάρια νερά της Χαλκιδικής και τα απόνερα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, στο μεγάλο Σαλονικιό μυθιστόρημα..

theompextesminiΑγαπώ τους βορειοελλαδίτες για τις ονειρώξεις και φαντασιώσεις τους περί καλύτερου φαγητού, θάλασσας, φραπέ, τις ποδοσφαιρικές, μπασκετικές, το μόνιμο παράπονο ότι ο Nότος και ειδικά η Αθήνα τους κατατρέχει, το παραμύθι του ευθύ, τίμιου βόρειου. Αντικειμενικά όταν γνωρίζουν Αθηναίους που ξέρουν την Αθήνα και την νότιο Ελλάδα γενικότερα, βλέπουν την αλήθεια, ότι κάθε μέρος έχει τις ομορφιές του. Όμως πλέον τους ζηλεύω γιατί με το μυθιστόρημα του Μπάμπη Χαραλαμπούλια έχουν πλέον το ολοδικό τους Σαλονικιό μυθιστόρημα, που μυρίζει, σάντουιτς, φραπέ, Χαλκιδική αλλά και μποτιλιάρισμα στον περιφερειακό, σουβλάκι στα κάρβουνα στην Καλαμαριά, θύρα 4 και Άγιο όρος, μαζί με κρίση, διαφθορά, τηλεπώληση και μεσημεριανές εκπομπές, σε ένα μίγμα πρωτόλειο για την ελληνική μυθιστοριογραφία, αλλά εκρηκτικό και κιμπάρικο σε συναισθήματα, έννοιες, ιδεολογικούς στοχασμούς και ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Καρντάσια αυτό το βιβλίο έπρεπε να είναι η σημαία σας ακόμα και όσων δεν διαβάζετε.

Η ιστορία του είναι τόσο ρεαλιστική, που εκτός κάποιων μικρών ακραίων περιγραφών στα τελευταία κεφάλαια (αλλά αυτή είναι άλλωστε η μαγεία της μυθοπλασίας) είναι σαν να διαβάζεις ένα χρονικό της Ελληνικής κρίσης από την εποχή του εκσυγχρονιστή Σημίτη και της διαφθοράς των Ολυμπιακών αγώνων μέχρι σήμερα, με τις κυβερνήσεις των ντε μεκ αριστερών κι επαναστατών της γραβάτας. Ένας φέρελπις νέος, γιος μεταναστών από τη Γερμανία (πρώτη ένδειξη Β. Ελλάδος) έρχεται στην Ελλάδα για σπουδές. Με τη βοήθεια των μορίων για τα παιδιά των μεταναστών, λες και όσοι έμειναν στην Ελλάδα ήταν καλύτερα (η κριτική του Χαραλαμπούλια στα κακώς κείμενα ξεκινά νωρίς και διαχέεται σε διάφορα σημεία, υπόγεια και καταλυτικά). Το καλό παλικάρι, ο Σωκράτης Χαρίτος, είναι το παιδί της διπλανής πόρτας. Καλοφτιαγμένος (γυμναστήριο και εικόνα), με λεξιλόγιο επαγγελματικό, αυτοκίνητο, γραβάτα κοστούμι από τον «Γλου», εικόνας, που χαλά όμως στην πρώτη βροχή. Επιτυχημένος ασφαλιστής, μέχρι τον κορεσμό του και την ταυτόχρονη πτώση του κράτους των νεόπλουτων που τροφοδότησε ο Ανδρέας και έδυσε με την Γιάννα και τον Κωστάκη. Η συνείδηση του ήσυχη, όσο γεμίζει την τσέπη, εις βάρος συναδέλφων και πελατών. Τα όνειρα του, μπουζούκια, τεκνο κλάμπ, ντύσιμο, αυτοκίνητο, ρολόι, οικονομική ανεξαρτησία και να είναι ανεξάρτητος, όχι γονείς, αυτονομία που έχει σκοπό την κατανάλωση. Πουθενά ένα ίχνος εσωτερικότητας, ανάγκης για δημιουργία, βιβλία, μουσική, θέατρο, κινηματογράφο. Όλα καθορίζονται από το λαιφσταιλ, που τόσο πιστά υπηρετεί και ακολουθεί.

Η κρίση στο επάγγελμα του, τον οδηγεί σε κορεσμό και αδυνατεί να επανατροφοδοτήσει το     τέρας των πωλήσεων, που ζητά ψυχές διψασμένες για επιτυχία με κίνητρο, την υπερκατανάλωση των μπόνους. Το αντιλαμβάνεται αργά πια, όντας άδειος, γιατί αν δεν έχεις υπόβαθρο, μια ροκ κουλτούρα, μια σχέση με το διάβασμα, τον κινηματογράφο, την ανεξαρτησία της σκέψης αργά ή γρήγορα ή πτώση στον χώρο των εταιρειών, που έρχεται για όλους μας θα σε συντρίψει. Τον σώζει η γνωριμία του με την Ελένη, μια μελαχρινή, λάγνα κοπέλα που τον προσγειώνει (εδώ να παραδεχτώ, ότι όντως στις γυναίκες ο Βορράς, έχει τα σκήπτρα) και του δίνει την ηρεμία που χρειάζεται καθώς αναζητά μια νέα δουλειά σε ένα κόσμο που η αξία του βιογραφικού είναι συνυφασμένη με το φτηνό και χαμηλών τόνων δυναμικό. Η ζωή του ομορφαίνει ώσπου ένα τροχαίο οδηγεί την Ελένη στον τάφο και αυτόν στα κανάλια, των μεσημεριανών εκπομπών διαμαρτυρίας, εξομολόγησης, επί πληρωμή, σαν φανατικό άθεο. Τα επιχειρήματα του σαν φθηνός Εμίλ Σιοράν, απλοϊκός, για απλοϊκούς ανθρώπους, όπως αυτός τον αντιλαμβάνεται, βρίσκουν ευήκοα ώτα στην ζωή κουρασμένων ανθρώπων, που η τηλεόραση είναι το αποκούμπι τους. Ο Χαρίτος και οι τηλεοπτικοί συνεργάτες του, τολμούν να πουλήσουν τον ανθρώπινο πόνο και γίνεται τηλε περσόνα δείχνοντας τα αίματα του μόνου ανθρώπου που τον αγάπησε ποτέ. Ευτελίζεται για λίγους παραπάνω ψήφους στις τηλε ψηφοφορίες αλλά ταυτόχρονα βρίσκει οικονομικές απολαβές, μέχρι να γίνει ο ίδιος ένας αντισυστημικός κήρυκας της λύτρωσης από το Θεό, τον Θεό όπως τον γνώρισε στο κατηχητικό της Γερμανίας, στην οργανωμένη εκκλησία. Η τηλεόραση γίνεται ο ψυχολόγος και εξομολογητής του και οι «αθεϊστικές» κορώνες του συντηρούν την τσέπη του αλλά και έναν αθεϊσμό φτιαγμένο για γρήγορη αλλά πετυχημένη κατανάλωση.

Η πτώση της τηλεθέασης που θα έρθει όταν ο κόσμος βρει καινούργιο θέμα να ασχοληθεί, θα τον οδηγήσει στην κατάθλιψη και έτσι θα γεννηθεί η ιδέα της αγιοποίησης της μνηστής του, του ίδιου που με τη βοήθεια ενός παπά, πρώην μπράβου, που το Άγιο Όρος έκανε άνθρωπο, μέσα από τη γνωριμία με ένα ασκητή, θα ομολογήσει ότι ήταν δαιμονισμένος. Η αγία θα τον λυτρώσει και η αντίπερα όχθη, του Εκλεκτού να μεταφέρει τον λόγο της Αγίας, μαζί με τον πάτερ Τιμόθεο και τους τηλεοπτικούς συνεργάτες του, θα κάνουν τον αθεϊσμό του στέρεη πίστη. Σας θυμίζει κάτι, κάποια πολιτική κωλοτούμπα ίσως… ίσως γιατί πολιτική και οργανωμένη θρησκεία, έχουν τόσο κοινά όπως την χειραγώγηση της μάζας, στην οποία επικεντρώνεται τόσο πιστά το βιβλίο του Χ… Πλέον η νεοσύστατη ομάδα, θα δουλέψει με ιδιωτικά συμφωνητικά και με την έδρα της στην κοινότητα του Τιμόθεου τον Βόλβο, θα κατακτήσει την τηλεόραση, αλλά θα δημιουργήσει μια κοινότητα δανειοληπτών, αρχικά της περιοχής, που θα διαψεύσει από τα χρέη και τις τράπεζες, που οικιοθελώς πήραν, αλλά αδυνατούν πια να αποπληρώσουν. Πολιτικοί, νομάρχες, αρχιεπίσκοποι, θαύματα και παιχνίδια πολιτικής ,θρησκευτικής και τηλεοπτικής εξουσίας θα περάσουν μπροστά από τα μάτια μας, μέσα από τα λογύδρια του Χαρίτου αλλά και τις σκέψεις του Τιμόθεου. Η σήψη της Ελληνικής κοινωνίας, μέσα από μοδάτα εστιατόρια στην θάλασσα, οργανωμένους οπαδούς που πουλάν τις υπηρεσίες τους ως επαγγελματίες διαδηλωτές, πολιτικούς που ψάχνουν για ψήφους, όλα αυτά σε μια χώρα. Που το βιοτικό επίπεδο καταρρέει πολιτικοί την ξεπουλάνε στα αιτήματα της Τρόικας και ο λαός, αντιστέκεται ελπίζοντας στην σωτηρία. Αυτή που θα βρει στην νεόκοπη Αγία. Ο πρώην Άθεος, νυν απόστολος, θα αποκτήσει ισχύ, αλλά και σεξουαλικά ακόρεστα πάθη. Θα μυηθεί στο έγκλημα, θα συνεχίσει να νιώθει άδειος και μαζί με τον Τιμόθεο θα δημιουργήσουν ένα κοινόβιο, φούσκα, όπως και τα διακοποδάνεια που μοίραζαν αφειδώς οι τράπεζες. Μόνο που στην έκρηξη μετά την Lehman Brothers στην λαίλαπα του μνημονίου, κανένα κράτος δεν θα έρθει για να τους διασώσει.

Η αρχιεπισκοπή θα ζητήσει το μερίδιο της στην εξουσία επί των πιστών, γιατί το ποίμνιο είναι η περιουσία της και θα χρησιμοποιήσει το μοντέρνο μάρκετινγκ για να το αποκτήσει. Ο Χαραλαμπούλιας αποτίει φόρο τιμής στην αμερικάνικη φιλμογραφία καταγγελίας των 70ς και περιγράφει συναντήσεις σε κανάλια και εκκλησιαστικές αίθουσες, με μαεστρία, ρεαλισμό και δυστυχώς η πραγματικότητα κάποιες φορές τον κάνει να ωχριά. Το Βατοπέδι , μετά τον Αλεξάκη και το «μ.χ», βρίσκει εδώ μια νέα έκφανση, τόσο ρεαλιστική, που σου θυμίζει την ρήση, ότι η πραγματικότητα ξεπερνά και την πιο δημιουργική φαντασία. Παιχνίδια εξουσίας, της εκκλησίας στους πιστούς, των πολιτικών στους ψηφοφόρους, του Εκλεκτού στους τηλεθεατές και του Τιμόθεου στο χριστεπώνυμο πλήθος του κοινόβιου. Τα πάντα για την εξουσία που ο καθένας τους μεθερμηνεύει σε ψήφους, ακροαματικότητα, παρακλήσεις, πάντα με ενέχυρο την ζωή του «πιστού».

Η διάλυση του κοινωνικού ιστού, περιγράφεται με χειρουργική ακρίβεια, σε αντιπαράθεση με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των διαφόρων τυχερών ,κομματικών φερέφωνων διευθυντών στις τράπεζες, οργανισμούς και εμπόρων μαύρου χρήματος. Η φτωχοποίηση μιας κοινωνίας, δοσμένη με ένα τρόπο καταιγιστικό που σπάει κόκαλα, καθώς τα θαυματουργά αντικείμενα της Αγίας αδυνατούν να συντηρήσουν το κοινόβιο και οι πωλήσεις πέφτουν, μαζί με το βιοτικό επίπεδο της Ελλάδας, προς όφελος των πολιτικών ανεξαρτήτως κομμάτων. Σκληρή κοινωνική κριτική και αποστασιοποίηση από Εθνοσωτήρες, η άνοδος της Ακροδεξιάς και ο ξενοφοβικός χαρακτήρας του Έλληνα, που βγαίνει στην επιφάνεια είναι η τελευταία πινελιά του Χαραλαμπούλια σε ένα ζοφερό πίνακα, πριν ολοκληρώσει την ιστορία του.

Το κοινόβιο έχει να επιλέξει την ομαδική αυτοκτονία για να … με την Αγία ή την διάλυση και παράδοση των μελών του στον έξω κόσμο που κυριαρχούν οι ανθρωποφαγικές απαιτήσεις της τρόικας και των καναλιών. Πωλήσεις οργάνων προς όφελος του κράτους και κατάσχεση παιδιών από τραπεζικά ιδρύματα, ακραίο αλλά τόσο κοντινό. Ο Εκλεκτός Χαρίτος, προδομένος από συνεργάτες στο κανάλι ,οπαδούς και διασυρμένος για τα σεξουαλικά του πάθη, νιώθει κενός δίχως την τηλεοπτική αναγνώριση και συζεί με το πτώμα της Αγίας και αγαπημένης του. Αρρωστημένες καταστάσεις σε μια χώρα που νοσεί….

Η αυτοκτονία 3000 πιστών και του Εκλεκτού θα φέρει την ανάσταση, της εικόνας όλων, θα διατηρήσει την υστεροφημία του Τιμόθεου, θα κάνει τον Εκλεκτό το άφθαρτο τηλεοπτικό είδωλο που τόσο τον ενδιαφέρει… Το τέλος είναι τόσο κωμικοτραγικό και αναληθοφανές, που καταντά μέρος της πραγματικότητας και αποδεικνύει απλά και μόνο την δύναμη της τηλεόρασης στον 21 ο αιώνα για αυτό δεν το αποκαλύπτω.

Ο κεντρικός ήρωας ένας από εμάς, ρηχός, λάτρης της εικόνας, φλώρος όπως λέμε εμείς οι Νότιοι, δίχως ηθικό έρμα. Ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ αθεϊσμού όψιμου και λατρείας της αγίας σαν το εκκρεμές στο κενό, διανύει αποστάσεις για να υπάρχει μέσα στο απόλυτο κενό, τον ενδιαφέρει μόνο να τον παρακολουθούν όλοι. Δίπλα του κραταιός μετρητής της πίστης ο Τιμόθεος, πρώην γηπεδικός τσαμπουκάς, πορτιέρης, που τώρα εκπροσωπεί την εκκλησίας τις κατώτερες βαθμίδες, που με γκαιμπελικό/χιμλερικο τρόπο διοικεί το κοινόβιο ,μιας και η οργανωμένη θρησκεία και πολιτική είναι (ειδικά στην Ελλάδα) συγκοινωνούντα δοχεία. Με σιδηρά πυγμή φέρνει την ανάπτυξη και όταν η φούσκα του νεοκαπιταλισμού με το σοσιαλιστικό προφίλ γκρεμίζεται ετοιμάζεται για μια ακόμα έξοδο. Η διαφθορά και η ευπιστία του Έλληνα στηλιτεύεται σε όλες τις εκφάνσεις της. Η τηλεόραση είναι το μέσο, το όπλο αλλά η λύση ,μαζί σήμερα και με το ίντερνετ. Ο Χαραλαμπούλιας με δυο πρόσωπα που έχουν στοιχεία από τον καθένα μας, γκρεμίζει μια κοινωνία προβάτων που ήθελαν να θεωρούνται λύκοι, μέχρι κάποιος πιο επιτήδειος να τους φέρει στην άκρη του γκρεμού. Με γλώσσα γλαφυρή, χαρακτήρες ολοκληρωμένους, ζωντανούς και αποκρουστικούς γιατί είναι καθρέφτες των χειροτέρων στιγμών μας, μας οδηγεί μέσα από τα λογύδρια περί αθεΐας, πίστης και κοινωνικής κριτικής στο να αντικρύσουμε το κατασκεύασμα που λέγεται Ελλάδα. Ρηξικέλευθος τολμά να βάλει τηλεόραση και εκκλησία στο ρόλο του θύτη και όχι του θύματος τοποθετημένα στην στενή και θρησκόληπτη Βοορειοελλαδίτικη κοινωνία, μην ξεχνάμε ποιοι εκλέγουν Ψωμιάδη, αλλά μας δείχνει πριν ακόμη ολοκληρωθεί το επερχόμενο ψέμα που βιώνουμε από το 15, με τους δήθεν επαναστάτες. Προκλητικά στοχευμένος και με δυνάμεις Κασσάνδρας, δημιουργεί ένα μυθιστόρημα, κοινωνικής καταγγελίας, που θυμίζει Στάινμπεκ, με Μπουκοφσκικούς ήρωες, και εμμονές Λόντον. Σε έναν κόσμο που αποδεικνύεται σήμερα, χειρότερος και από τις προβλέψεις ενός δυσοίωνου, αλλά πραγματιστή συγγραφέα.

Ένα μεγάλο Βορειο Ελλαδίτικο μυθιστόρημα, που μυρίζει Χαλκιδική, σάντουιτς, θύρα 4, αλλά και Όμιλο, Τσιμισκή, και την βρώμα που φέρνει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όταν αλλάζει ο άνεμος… Όσοι διαβάζατε cyber punk και βιβλία σαν το « Οι ειδήσεις των 11» του Σπίνραντ, εδώ θα βρείτε ένα συγγραφέα, που έχει τη ρεαλιστική δύναμη της περιγραφής της καθημερινότητας του Κουμανταρέα και την αλητεία του Ταχτσή, σε μια μυθοπλασία που αν και πλατειάζει στις πραγματείες περί αθεϊσμού, βρίσκει στόχο, για την Ελλάδα του «μαζί τα φάγαμε». Αιρετικό, ρηξικέλευθο και πάνω από όλα ωμά ρεαλιστικό, προκαλεί τον αναγνώστη, να σκεφτεί για την αλήθεια του κόσμου του, σε μια εποχή, κατευθυνόμενης πολιτικής ορθότητας Το μεγάλο Σαλονικιό μυθιστόρημα, που αξίζει να διαβάσετε.

Γεννημένος τo 1968, ο Στέλιος Μπασμπαγιάννης, διαφωνεί με όλους. Όσους έχουν άποψη ,που δεν είναι η δική του και όσους δεν έχουν, γιατί δεν ασπάζονται τη δική του. Ασχολείται εδώ και χρόνια με την τέχνη της προώθησης θεραπευτικών ουσιών. Παράλληλα ασχολείται με την ευγενή τέχνη της μουσικής, ως συντάκτης σε διάφορα μέσα από το 1986. Το βιβλίο είναι η άλλη του μεγάλη αγάπη, που του επιτρέπει το ταξίδι ακόμη και ελλείψει χρημάτων. Πολιτικά ακραίος αντιπαθεί τη διαφθορά της αστικής δημοκρατίας, τον λαϊκισμό των Ελλήνων και τον υποκριτικό χαρακτήρα τους. Αν ήταν ζώο (κάποιοι λένε ότι είναι ) θα ήταν λύκος.