Behind Blue Eyes (The Who)
Αδιαμφισβήτητα το Νο 1 τραγούδι που μου έχει σημαδέψει τη ζωή. Καταρχάς το τραγούδι αυτό είναι ο λόγος που είμαι σήμερα ακόμα εδώ και δεν έβαλα τέλος στη ζωή μου 30 χρόνια πριν όντας αντιμέτωπος με την μάλλον μεγαλύτερη εφηβική αυτοκτονική κρίση που είχα (καμιά 15ετία αργότερα είχα άλλη μία μεγαλύτερη μη εφηβική αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Θυμάμαι να έχω καταλήξει στη ταράτσα του σπιτιού καθήμενος στο περβάζι με τα πόδια να αιωρούνται στο κενό έχοντας αυτή τη πασίγνωστη εφηβική αίσθηση του ότι κανένας δε με καταλαβαίνει, μα κανένας. Πριν φουντάρω είπα να ακούσω ένα τραγούδι από το τότε (και τώρα) αγαπημένο μου συγκρότημα τους Who στο walkman που έπαιζε από το πρωί εως το βράδυ το Who’s Next. Μάθαινα ντραμς τότε και ο Keith Moon ήταν το είδωλό μου. Πατάω το play και το τραγούδι ξεκινάει

No one knows what it’s like
To be the bad man
To be the sad man

Behind blue eyes
And no one knows
What it’s like to be hated
To be fated to telling only lies

But my dreams they aren’t as empty
As my conscience seems to be
I have hours, only lonely
My love is vengeance
That’s never free

«Ώπα» λέω, «κάποιος που με καταλαβαίνει». Μαζεύω τα πόδια μου, κλάμα κορόμηλο, και πάω κάθομαι στο σκαλοπατάκι του πλυσταριού ακούγοντας το τραγούδι και προσπαθώντας να καταλάβω όσο πιο πολλούς στίχους μπορώ. Πόσες φορές το άκουσα αυτό το τραγούδι εκείνη την ημέρα, προσέχοντας το νότα-νότα στίχο-στίχο μέχρι που άδειασαν οι μπαταρίες. Το ξέσπασμα του Keith Moon  δε, στη μέση του τραγουδιού, φοβερό, μόνο οι στίχοι του τραγουδιού μπορούν να το περιγράψουν.. ή μήπως πάει αντίστροφα; Κάπως έτσι είναι τα ολοκληρωμένα τραγούδια.

Blues Brothers (η ταινία)
Παρότι μου έχει ζητηθεί να γράψω για τραγούδια που με έχουν επηρεάσει μουσικά, και σκεπτόμενος πια θα μπορούσαν αυτά να είναι, απ’ το μυαλό μου πέρασε και η ταινία “The Blues Brothers”. Αν και μουσικά την θεωρώ πιο πολύ Soul παρά Blues σίγουρα με έχει επηρεάσει, όπως και χιλιάδες άλλους, και με «έσπρωξε» να ασχοληθώ με τα Blues. Σαν ντράμερ που ήμουν, έφηβος ακόμα, η αγαπημένη μου σκηνή από τη ταινία ήταν στο “Sweet Home Chicago” όταν σηκώνεται ο ντράμερ από το σκαμπό του για να κάνει break και να ξεκινήσουν οι πνευστοί τα σόλα τους. Δύσκολο να ξεχωρίσεις τραγούδι απ’ αυτό το soundtrack για αυτό αποφάσισα να αναφερθώ στην ταινία σα σύνολο. Το σίγουρο είναι ότι το “Shake a tail feather” που στη ταινία το τραγουδάει ο Ray Charles είναι από τα τραγούδια που έχω χορέψει πιο πολύ στη ζωή μου. Επίσης το “She Caught the Katy” μου θυμίζει πάντα αυτό το καλοκαιρινό πρωινό στη Δανία το 1992 όταν έκανα την πρώτη μου στρατιωτική θητεία. Τα δύσκολα της θητείας είχαν περάσει, ήθελα δυο τρεις μήνες να απολυθώ και να ξεμπερδεύω με τα στρατιωτικά, ο ήλιος έλαμπε, οι Δανέζες φορούσαν ελάχιστα και τα πνευστά του“She Caught the Katy” ανάγγελλαν ότι το μέλλον μου ανήκει καθώς περπάταγα στους δρόμους της Κοπεγχάγης με το ίδιο πάντα walkman που είχα απ’ τα 13 μου. Μία εβδομάδα αργότερα έμαθα ότι θα υπηρετήσω και στην Ελλάδα.

Cold Water (Tom Waits)
1999 Blues Bar Πανόρμου. Τακτικός θαμώνας εκεί από τα 17 μου όταν τα μπλουζ με συνεπήραν. Ή τα ακούς και τα λατρεύεις ή τα ακούς και αδιαφορείς. Τόσα χρόνια εκεί μέσα, το ρεπερτόριο του μαγαζιού το ήξερα σχεδόν απ’ έξω κι ανακατωτά και δεν ήταν και μικρό. Η δισκοθήκη του Blues ήταν αξιοσημείωτη. Σχεδόν κάθε βράδυ εκεί, πίνοντας τα ουισκάκια μου το στοιχείο της μουσικής έκπληξης είχε μάλλον εξαφανιστεί. Τα μπλουζ δεν χαρακτηρίζονται και για την συνθετική τους πρωτοτυπία. Και ξαφνικά το καλοκαίρι του ’99 σκάει αυτή η ala Keith Richards κιθαριά με συνοδεία μια κουδούνα ένα κοντραμπάσο και μετά τη ντραμς να ακούγονται σαν κουτσό άστεγο που αγωνίζεται να σπρώξει το βαρύ του καρότσι….

Well, I woke up this morning with the cold water
With the cold water, with the cold water
Woke up this morning with the cold water
With the cold water, with the cold

…τραγούδαγε μια φωνή που πολύ απλά αρνιόταν να πεθάνει. «Ποιος είναι αυτός που τραγουδάει την αλήθεια;» Σκέφτηκα. Ξαφνικά μπαίνει η σόλο κιθάρα του Mark Ribot. Τραχιά και αυτή με έναν εκνευρισμό που θα μπορούσαν να σου έχουν προκαλέσουν απανωτές καντεμιές μα συγχρόνως αρνούμενη να το βάλει κάτω. «Τι είναι αυτό ρε;, Τι είναι αυτό;;» ανασηκώθηκα από το σκαμπό μου κι άρχισα να ρωτάω. Το Cold Water του Tom Waits ήταν η απάντηση. Σίγουρα αυτό το τραγούδι ήταν η αιτία να ασχοληθώ στη συνέχεια πολύ με τον εν λόγο καλλιτέχνη και η επιρροή μου απ’ αυτόν να είναι συχνά ευδιάκριτη. Θυμάμαι πρώτη φορά που άκουσα Tom Waits ήμουν μόλις 14 χρονών, σε ένα σπίτι οικογενειακών φίλων έβαλα να ακούσω το “Rain dogs”. Μου είχε φανεί ξεκούρδιστο και κακοπαιγμένο, άκουγα τους Who τότε.

Casta Diva (“Norma” Vincenzo Bellini)
2007 γυρίζουμε από το καζίνο Λουτρακίου με έναν φίλο στο αυτοκίνητο του.. Ημιπολητελές αυτοκίνητο, καλό ηχοσύστημα, κερδισμένοι και οι δύο ρολάρουμε στην εθνική και η ζωή είναι ωραία. Πέρα από την αγάπη μας για το rock’n roll είχαμε και στιγμές που ακούγαμε κλασική μουσική. Με σαφώς περισσότερες γνώσης γύρω από τον χώρο και με πολύ μεγαλύτερη σιντοδισκοθήκη από μένα συχνά μου έβαζε να ακούσω πράγματα που δεν είχα ακούσει ή απλά ακούγαμε πράγματα και θαύματα που αρέσαν και στους δυό μας. Η ώρα πρέπει να ήταν δύο τη νύχτα και ακούγαμε ένα CD συλλογή με διάφορα αγαπημένα του κομμάτια, κλασικά και μη. Εδώ και λίγη ώρα σιωπηλοί ακούμε την Μαρία Κάλλας να τραγουδάει το “Casta Diva” από τη Norma του Bellini. Ήπια και βελούδινη η μελωδία στο μεγαλύτερο της μέρος, έκανε το αυτοκίνητο να ίπταται, σαν να είχε μαζέψει τους τροχούς του και πλέον να πετάγαμε πάνω από την άσφαλτο. Στο βάθος φαίνονταν τα διυλιστήρια στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας.

Πάντα μου άρεσε η εικόνα των διυλιστηρίων τη νύχτα. Τα χιλιάδες φώτα που τα φωτίζουν τα κάνουν να μοιάζουν με πόλη του μέλλοντος ή με Χριστούγεννα στο φεγγάρι ίσως. Καθώς πλησιάζαμε ο συνδυασμός εικόνας και ήχου μου προκάλεσε δέος. Και σαν να κατάλαβα ξαφνικά την αξία των χρημάτων, το προνόμιο του να είσαι πλούσιος το πως τα λεφτά μπορούν να σου ανεβάσουν την ποιότητα ζωής αν έχεις μια στοιχειώδη καλλιέργεια και ένα στοιχειώδες γούστο. Από τη Κάλλας το μυαλό μου πήγε στον Ωνάση και από ‘κει στον Βαρδηνογιάννη (στον οποίο ανήκουν και τα διυλιστήρια) είχα και τον αέρα του νικητή από το καζίνο. Βούλιαξα στη θέση του συνοδηγού προσποιούμενος ότι ο φίλος μου ήταν ο σοφέρ μου και τα διυλιστήρια ιδιοκτησία μου και ένιωθα ευλογημένος που υπήρχε μουσική τόσο ντελικάτη που να μπορεί να αναδείξει το μεγαλείο της περιουσίας μου και του επιχειρηματικού μου μυαλού. Σκέψεις και ψευδαισθήσεις που μόνο η κλασική μουσική μπορεί να σου χαρίσει. Επόμενο τραγούδι στο CD, Καζαντζίδης… εργατιά φτώχεια και φιλότιμο.

Ain’t got no-I got life (Nina Simone)
2013 Χανιά Κρήτη. Βρίσκομαι στη Κρήτη για περιοδεία την οποία είχε κανονίσει ο μετέπειτα πολύ καλός μου φίλος Γιάννης. Δεθήκαμε πολύ κατά τη διάρκεια της περιοδείας, μιας και είχε αναλάβει να κάνει τον ηχολήπτη και τον οδηγό, και νομίζω ότι για αυτό έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο και η παρακάτω ιστορία που είχε για soundtrack το “Ain’t got no-I got life” της Nina Simone.

Κατευθυνόμαστε προς την Παλαιοχώρα για το πρώτο live και έχουμε πιάσει ψιλοκουβέντα για να σπάσει ο πάγος γιατί ουσιαστικά δεν γνωριζόμαστε, μια φορά είχαμε ιδωθεί και αυτό ένα χρόνο πριν όταν είχα παίξει στο πρώην μαγαζί του στην Ιεράπετρα χωρίς να έχουμε χρόνο να πούμε και πολλά. Με ρωτάει εάν μου αρέσει η Nina Simone και αφού του λέω «φυσικά» βάζει ένα CD από κάποιο live της να ακούσουμε. Πρώτα ακούγεται το “Sinnerman” καθώς εμείς σχολιάζουμε πόσο φοβερή και τρομερή είναι και συνειδητοποιώ ότι ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ασχοληθεί πολύ με την Nina και αποφασίζω να ακούσω με μεγαλύτερη προσοχή. Ευτυχώς ο Γιάννης ήταν λιγομίλητος, άλλος ένας λόγος που γίναμε φίλοι αργότερα, και έδωσε χώρο στα αυτιά μου και μάλλον και στα δικά του να μπει η μουσική.

Μετά το “Sinnerman” μπήκε το “Ain’t got no-I got life”.

Ain’t got no home, ain’t got no shoes
Ain’t got no money, ain’t got no class
Ain’t got no skirts, ain’t got no sweater
Ain’t got no perfume, ain’t got no beer
Ain’t got no man…..

Οι στίχοι άρχισαν να μου τραβάνε την προσοχή. Αλλά ποτέ δεν είναι μόνο οι στίχοι ή μόνο η μουσική, είναι και τα δύο μαζί σε συνδυασμό με τον ρυθμό, την απόδοση, την εκτέλεση, το groove; Δεν ξέρω πως να το πω, ένας κόμπος έκατσε στο λαιμό μου.  Γενικά έχω κι εγώ τις στιγμές μου που είμαι ευσυγκίνητος, υπερβολικά ίσως μερικές φορές.

 Well what have I got?
Why am I alive anyway?
Yeah, what have I Got?
Nobody can take away…

….με έκανε κι εμένα να αναρωτιέμαι, και ο κόμπος έγινε λυγμός. Αισθάνθηκα πολύ άσχημα και «ντροπή» μπροστά στο ξένο άνθρωπο και προσπάθησα να πνίξω το κλάμα που ένιωθα να έρχεται κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του συνοδηγού για να μη με βλέπει.

Got my hair, got my head
Got my brains, got my ears
Got my eyes, got my nose
Got my mouth, I got my smile
I got my tongue, got my chin
Got my neck, got my boobs
Got my heart, got my soul
Got my…

…και τα δάκρυα πια ήρθαν. Δε νομίζω να το κατάλαβε ο Γιάννης. Αυτός οδηγούσε και η μουσική έπαιζε. Η μουσική που με είχε κάνει να κλαίω σε βαθμό που ήταν μάλλον αδύνατον να το κρύψω πλέον κι ας  κοίταζα έξω από το παράθυρο.

I’ve got the life
And I’m gonna keep it
I’ve got the life
And nobody’s gonna take it away
I’ve got the life

Το τραγούδι τελείωσε κι εγώ ντροπιασμένος και κοιτάζοντας αλλού του ζητάω συγνώμη για αυτό που με έπιασε και τον ρωτάω αν έχει πουθενά χαρτομάντιλα. Το επόμενο τραγούδι ξεκίνησε χωρίς να πάρω ποτέ απάντηση, αναγκάζοντας με να γυρίσω να το κοιτάξω να δω γιατί δεν μου απαντάει, μόνο και μόνο για να τον δω κι αυτόν μέσα στα δάκρυα.

Το περιστατικό αυτό πέρα από το ήταν τα θεμέλια να ξεκινήσει μια φιλία ήταν και αφορμή να ασχοληθώ περισσότερο με την και να ανακαλύψω το μεγαλείο της. Ο συνδυασμός της κλασικής της παιδείας, της Jazz μουσικής και της Blues ψυχής δίνουν σάρκα και οστά στο γνωστό ανέκδοτο «Ο Θεός είναι γυναίκα και μάλιστα μαύρη» και την λένε Nina Simone.

 

ΣΑΒΒΑΣ ΣΤΑΝΗΣ
Υπεύθυνος Σύνταξης

Ο Σάββας Στανής μεγάλωσε στην Κομοτηνή και είναι δημιουργός του επίσημου ελληνικού FC των Dream Theater, βραβευμένο από τη Warner music και την ifpi για τις πωλήσεις του συγκροτήματος στην Ελλάδα. Έχει περάσει από τα μουσικά περιοδικά Rock On και Rock Hard ενώ βρέθηκε πίσω από την κονσόλα του Atlantis 105,2. Λατρεύει το φαγητό με αδυναμία στα burger και ζει με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα γνωρίσει από κοντά τον Antony Bourdain.