Λογικά κάποια κλασικά εικονογραφημένα θα έχεις διαβάσει, δε μπορεί. Δε γίναμε ακόμα Kentucky που λες, να φερόμαστε στον κόσμο όπως φέρθηκαν αυτοί εκεί στον Μπαρμπα-Θωμά αλλά είμαστε σε καλό δρόμο. Κι όμως δεν ήμασταν πάντα έτσι. Κάτι αφίσες που θα έχεις δει, με κάτι τύπους με φανελάκι και κασκέτο να τσιμπολογάνε πάνω σε μια λαμαρίνα στον ουρανό του Manhattan, όλο και κανένας Πειραιώτης, Αγρινιώτης, Σαλονικιός θα ήτανε. Εκεί το μεροκάματο ήταν πικρό αλλά η ελπίδα μεγάλη. Και δε μας ένοιαζε που τη μοιραζόμασταν με το Μουσουλμάνο, τον «απολίτιστο», αυτόν που δεν ήξερε και δεν ήθελε να μάθει για την Παναγιά μας. Κι όταν κάπου στην Αστόρια πάνω από τους σωρούς των πιάτων της τοπικής μπουρζουαζίας κρεμούσαμε μια αφίσα του Κούδα ή του Δεληκάρη, μας φαινόταν φυσιολογικό να υπάρχει δίπλα μια αφίσα από ένα κάποιο Bollywood που μας διέφευγε. Κι όταν σήμερα οι νεότεροι ακούμε «στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές», είναι λογικό να το νιώθουμε σαν κάτι το παλαιοφολκλόρ. Το κάνουμε με άνεση, γιατί δε ζουν οι παππούδες μας να μας πλακώσουν στις φάπες να ισιώσουμε.

Κι εκεί ακριβώς είναι η ντροπή. Κάποια στιγμή Έλληνας έγινε ο Αλβανός και ο Ουκρανός. Και κάποια στιγμή η μπουρζουαζία έγινε Έλληνας. Έλληνας που δεν ήξερε ούτε να αναπεξέλθει ούτε να σταθεί. Γιατί δε γίνεται κατευθείαν ο αγρότης μεγαλοτσιφλικάς. Ούτε το Κακοσάλεσι μπορεί να βγει κατευθείαν από πάνω σου, μόλις κονομήσεις μερικά ποσοστά στην Αθήνα. Και φοβήθηκε ο Έλληνας μην τυχόν εσύ Αμίρ και κάποιοι άλλοι «αλλοιώσουν» την κουλτούρα του. Την κουλτούρα που έχει δώσει πεντέξι πλατινένιους δίσκους σε «μουσικές πολιτισμικές τουρκιές». Την κουλτούρα που φυσικά η υποτιθέμενη ελίτ της χώρας κάθεται και κοιτάει χλευαστικά, λες και δεν έχει αυτή ευθύνη. Μας πειράζει ξαφνικά το μαύρο χρώμα. «Μόλυναν» τις περιοχές μας. Είναι τόσο μικρόμυαλοι που νομίζουν ότι το μέλημα του κάθε Αμίρ είναι ο «πολιτισμός» του κάθε ντόπιου φελλού, κι όχι να ξαναστήσει μια ζωή όπως οι παππούδες του φελλού κάποτε. Συγχώρα τους, τόσα ξέρουν. Τους πονάει κι ο Γιάννης. Εκείνος ο ψηλός. Τους πονάει που τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια και μεγαλούργησε μακριά από το βούρκο τους. Ο Γιάννης είναι πολύ μακριά πλέον για να συνειδητοποιήσει αυτό που έχει κάνει. Κοίτα εσύ να μάθεις κάτι από αυτό.

Κανένας νοήμων δε θα σου ζητήσεις να ξέρεις την ελληνική ιστορία απ’έξω κι ανακατωτά. Και μόνο ένας τιποτένιος προβοκάτορας θα αναρωτηθεί αν πολέμησες για αυτή τη σημαία, όπως είδαν τα ματάκια μας εδώ κι εκεί. Στη χώρα που αυτοί που φιλούσαν κατουρημένες ποδιές για μια ευνοϊκή μετάθεση και για μειωμένες σκοπιές, ξαφνικά θυμήθηκαν τον πατριωτισμό τους – και το ποιος πολέμησε λες και ζει κανείς από εκείνους τους ήρωες – μόλις είδαν την τσέπη τους να αδειάζει. Και που είναι τόσο κομπλεξικοί για να δούνε πως απλά αγαπάς αυτή τη χώρα που σου δίνει μια δεύτερη ευκαιρία, έχοντας φύγει κυνηγημένος από την πατρίδα σου. Είναι η ίδια αγάπη που κάποτε οι Έλληνες δακρύζανε μπροστά στην Αμερικανική σημαία, τη Γερμανική, τη Βελγική και όπου αλλού ξενιτεύτηκε ο Ελληνισμός για ένα κομμάτι ψωμί κι ένα καλύτερο μέλλον. Τους μάθαμε πλέον, δεν έχουν να μας πούνε τίποτα, η ίδια η πραγματικότητα τους ξεπερνάει. Οι βιαιοπραγίες τους θα γίνονται εντονότερες, όσο τα επιχειρήματα τους θα τείνουν προς το απόλυτο μηδέν. Για κάθε Αμίρ και για κάθε Γιάννη υπάρχουν άλλοι τόσοι πίσω που περιμένουν τη δική τους ευκαιρία. Και τον κάθε φορέα της βίας που δέχτηκαν, θα τον τιμωρήσουν με τη χειρότερη από όλες τις τιμωρίες. Την πλήρη αδιαφορία.

Μη μασάς Αμίρ. Η εποχή του «Εδώ μωρή θα λέγεσαι Μαρία», που λέγανε κι οι Ενδελέχεια, τελειώνει.

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.