Μια εκρηκτική μίξη  Μυριβήλη, Καραγάτση, Κουστουρίτσα , Καζάν σε μια συλλογή  διηγημάτων, που αναδύουν έντονα το άρωμα, την ιστορία και την ένταση των Βαλκανίων σε κάθε λέξη τους.

Τα Βαλκάνια φιλοξενούν λαούς παραδοσιακά νικητές στις Βαλκανικές, ενδοοικογενειακές διαμάχες: Έλληνες, Σέρβους. Λαούς που δυνάστευσαν τα Βαλκάνια: Τούρκους και λαούς που επέλεξαν μόνιμα τη λάθος πλευρά στις αναμετρήσεις και η ιστορία τους «τιμώρησε» για αυτό, όπως είναι οι Βούλγαροι. Όμως όλοι οι Βαλκανικοί λαοί, ενώνονται από το ίδιο χώμα, το ίδιο νερό, το αίμα που έχει ποτίσει τη γη, τις θρησκείες που τους χώρισαν, τον πόλεμο που τους ωρίμασε, τα Εθνικά πάθη που τους δίχασαν, τη φτώχεια, τη μετανάστευση και το μίσος για τους υποκριτές πολιτικούς που τους ένωσε.

Χρόνια τώρα μαθαίνουμε την ιστορία από την πλευρά των Ελλήνων, μαθαίνουμε για τους Μακεδονικούς αγώνες, τον Παύλο Μελά, τους κακούς Τούρκους και τους ακόμη χειρότερους κομιταζήδες. Διαβάζουμε τον Μυριβήλη να γράφει για τους Βαλκανικούς και νιώθουμε δέος, για τους Μακεδονομάχους. Ο Πένκοφ με το εναρκτήριο διήγημά του, το Μακεδονία, μας βάζει σε ένα άλλο ιστορικό σύμπαν. Μια ιστορία αγάπης, έρωτα, σε μεγάλη ηλικία, που θυμίζει το  L amour   του Χαινέκε, με ιστορική διάσταση, που στοιχειώνει τον Έλληνα και τον Βαλκάνιο αναγνώστη, προκαλώντας  θέσφατα και απόψεις με τις οποίες  έχουμε γαλουχηθεί επί χρόνια.

penkovinΗ δυναμική του Πένκοφ διαφαίνεται στην έλλειψη κάθε ίχνους εθνικισμού. Ο ήρωάς του ζητά τη λύτρωση από τον χρόνο, από την προσωπική δειλία, πολεμώντας έναν από χρόνια χαμένο αντίπαλο για την καρδιά της γυναίκας του. Αδυνατώντας να συμβουλεύσει την κόρη του, που βιώνει τον χωρισμό της, ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν και τον χαμένο αντίπαλο ,το παρόν και τη γυναίκα του που χάνεται στην άβυσσο της άνοιας. Η σύγκρουση των κομιτατζήδων με τους Τούρκους σε ευθύ παραλληλισμό, με τον άνδρα που αρνείται τις ευθύνες του, μένει πίσω να προστατεύει τη μητέρα και το σπίτι του, αρνείται τον παραδοσιακό ρόλο του νεκρού ήρωα για αυτόν του ζωντανού «δειλού». Η γυναίκα του μήλο της έριδος σε ένα πόλεμο, που έχει χαθεί  χρόνια μαζί με τον αντίπαλό του, στο πεδίο μιας μάχης που ταπείνωσε τη Βουλγαρία. Η Μακεδονία, τόπος αγώνα, τόπος διεκδίκησης, τόπος ανάμνησης, για μια ζωή που χάθηκε και κερδήθηκε στο πεδίο των μαχών, αλλά και στο πεδίο του έρωτα.

Η πτώση του Ζίβκοφ και του ΚΚΒ, αποτελεί ακόμα ένα ορόσημο στη ζωή του σύγχρονου Βούλγαρου. Η αλλαγή από το Σοβιετικού τύπου κράτους σε μια άναρχη δημοκρατία, απασχολεί τον Πένκοφ σε επόμενα διηγήματα, είτε με τρόπο  κωμικοτραγικό, μέσα από τα μάτια ενός νεολαίου που ο πεσιμισμός, η άρνηση της κατάστασης τον οδηγεί μαζί με τον φίλο του να απεμπολήσουν κάθε ίχνος ταυτότητας ακόμη και τα ονόματά τους, για χάρη ψευδωνύμων, σε μια ζωή, που το σήμερα γίνεται ο βασιλιάς. Το εφήμερο, αντικαθιστά την ενατένιση του μέλλοντος, η κλοπή τη δουλειά και τη δημιουργία, ο φόβος για το αύριο, καθιστά το σήμερα αντικείμενο συναλλαγών. Η διάλυση της παλιάς τάξης του ΚΚΒ οδηγεί σε μια αναρχική δημοκρατία, με τον ελεύθερο πλέον πολίτη, σε μια διαρκή αναζήτηση του καλύτερου, να ακούει την κάθε σειρήνα του δυτικού τύπου κοινοβουλευτισμού. Οι παραδόσεις συνθλίβονται από το παρόν, που πατά στα μίζερα πόδια της επιβίωσης με κάθε μέσο και της άρνησης του παρελθόντος, σαν ιδεολογική πατερίτσα, σε κόσμους δίχως κανένα άλλο έρεισμα παρά την λαγνεία και λατρεία του χρήματος.

Η μετανάστευση κοινός τόπος των Βαλκανικών λαών, με τη μορφή, της νοσταλγίας, του νόστου για τη μητέρα πατρίδα ή της επιστροφής σε αυτή, για τη γιατρειά, αποτελεί μια ακόμη κυρίαρχη ιδέα στα διηγήματα του νεαρού Βούλγαρου, μετανάστη και αυτού για σπουδές. Το παρελθόν πληγώνει τη νέα γενιά, τη συντρίβει σαν μηλόπετρα. Στο «Αγοράζοντας τον Λένιν», ο διεθνισμός συναντά την οικογενειακή παράδοση, σε μια προσπάθεια να γεφυρώσουν το χάσμα που προκαλεί μια μετανάστευση στη χώρα της επιτυχίας, στις Η.Π.Α. Ο φόβος της μοναξιάς, οδηγεί σε επανεκτίμηση των αξιών, από τον εγγονό, που έχει αναζητήσει τον εαυτό του στη νέα χώρα, τη νέα γλώσσα αλλά και τον παππού, που έχει οχυρωθεί πίσω από το κομμουνιστικό του παρελθόν, το φόβο της αλλαγής και αρνείται ότι η κοινωνία και οι άνθρωποι εξελίσσονται. Η γλώσσα του αίματος, θα λυθεί από τη μοναξιά και η απόσταση θα γεφυρώσει δύο γενιές που δεν βρίσκουν το θάρρος να απεμπολήσουν το παρελθόν που τις στοιχειώνει για χάρη ενός καλύτερου μέλλοντος. Αντίστοιχα στη «Φωτογραφία με την Γιούκι», η πατρίδα, οι παραδόσεις, οι τσιγγάνοι, η οικογένεια θα γίνουν ο λόγος επιστροφής από το Σικάγο, στη Βουλγαρία και συνειδητοποίησης από ένα νεαρό ζευγάρι ενός Βούλγαρου και μιας Γιαπωνέζας, της αξίας της ζωής, της ανοχής και της λύσης των συνδέσμων με τη ζωή. Ο θάνατος ενός νεαρού τσιγγάνου σε ατύχημα ή από τον πατέρα του, θα φέρει το ζευγάρι αντιμέτωπο με την οικογένεια, τα έθιμα μιας φυλής που ζούσε πάντα στο περιθώριο των τσιγγάνων αλλά και με τους ίδιους τους εαυτούς και τα θέλω τους. Η υπέρβαση του ορίου της ανθρώπινης επαφής, η ζωντάνια των τσιγγάνων, το Βαλκανικό ταπεραμέντο τα μαντζούνια και η σοφία των ηλικιωμένων θα κάμψουν τις δυτικού τύπου αντιστάσεις και αποστάσεις της γιαπωνέζας, θα ρίξουν τις άμυνες του δυτικού κόσμου, μυώντας τους στον ανθρωπιστικό περίγυρο του Βαλκάνιου.

Στις Η.Π.Α θα λάβει χώρα και το «νυχτερινός ορίζοντας» μια ακόμη ελεγεία στον μετανάστη, που η ζωή ξεπερνά.  Στην οικογένεια που διαλύεται από τις οικονομικές δυσκολίες. Στους δασκάλους που θα αλλάξουν με την επαφή τους με τη χώρα της αφθονίας. Ο άντρας θα παραμείνει ονειροπόλος προσπαθώντας να κρατήσει κομμάτι της παράδοσης ζωντανό στη κόρη του, που νιώθει πλέον περισσότερο Αμερικανίδα. Η πρώην γυναίκα του με τον νυν Βούλγαρο, σύζυγο της και γιατρό, θα ανταλλάξει την ταυτότητά της για στήθη σιλικόνης και την ευμάρεια του Αμερικάνικου ονείρου, οικτίροντας τον πρώην σύζυγό της, που παραμένει προσκολλημένος στις παραδόσεις της παλιάς πατρίδας. Ένας τυφώνας θα φέρει αυτόν, τον αμερικανό φίλο του και την κόρη του, αντιμέτωπους με τα στοιχεία της φύσης αλλά και την ανάγκη τους για επικοινωνία, πέρα και μακριά από τις παραδόσεις και τους φόβους της παλιάς και της νέας πατρίδας.

Σε ένα από τα πιο σκληρά διηγήματα του βιβλίου, το γράμμα, η εναλλαγή των γενεών, τα λάθη και οι συνέπειες, θα σκιαγραφήσουν μια ιστορία κοινωνικού δράματος, σε μια χώρα που τα πάντα και κύρια οι γυναίκες είναι προς πώληση. Ο κύκλος της κόρης που θα ακολουθήσει τα βήματα της μητέρας, που έχει απαρνηθεί ως πρόσωπο αλλά και ως συμπεριφορά θα είναι ταυτόχρονα μια ιστορία της Βουλγαρίας, που ξεπουλά τον εαυτό της από το Σοβιετικό πατερούλη στον  Άγγλο/Δυτικό χρηματοδότη, για να πετύχει να επιζήσει, υπό όρους και εξάρτηση.

Στο «Ανατολικά της δύσης» ο Κουστουρίτσα συναντά τον Σεπουλβέδα σε ένα διήγημα, γεμάτο Βαλκανικές παραδόσεις αλλά και τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και την πτώση του τείχους, που συντρίβουν ζωές και οικογένειες που χωρίζει ως άλλο τοίχος του Βερολίνο ένα ποτάμι Σέρβους και Βούλγαρους. Τα φυσικά σύνορα καταπατώνται κάθε βράδυ από ερωτευμένους και λαθρέμπορους, αλλά η κοινή  γιορτή μια φορά το χρόνο, τα κοινά έθιμα, η γλώσσα με μικρές παραλλαγές, δείχνουν ότι τα σύνορα είναι τεχνητά. Ο θάνατος ενώνει, η Δύση με τα αγαθά της παρασύρει σαν σειρήνα, το παλιό καθεστώς καταρρέει και θάβει στα συντρίμμια του ήρωες και εργάτες. Ο «μύτης» σπάει τις αλυσίδες που τον κρατούν δέσμιο στην παλιά πατρίδα, αναζητά τον έρωτα και την αποδοχή, που φοβήθηκε για χρόνια να κυνηγήσει και καταλήγει ξένος σε μια ξένη χώρα, σε ένα Βαλκανικό παραλήρημα, λέξεων, χρωμάτων, συναισθημάτων, που μόνο ο Κουστουρίτσα θα μπορούσε να οπτικοποιήσει.

Διηγήματα βγαλμένα από το χώμα των Βαλκανίων, γεμάτα αίμα, αγάπη, θυμό, οργή, χαμόγελα. Ακόμα και όταν ο Βούλγαρος φτάσει στις Η.Π.Α ακόμα και αν αλλάξει το όνομά του, παραμένει Βαλκάνιος, ζωντανός, φιλικός, καχύποπτος, θερμόαιμος, τίμιος, επαναστάτης  αλλά πάνω από όλα άνθρωπος. Ο Μυριβήλης, συναντά τον Άντριτς και γράφουν το σενάριο για την επόμενη ταινία του Κουστουρίτσα, με επιρροές από Καζάν, με θέμα τη Βουλγαρία. Γνώριμοι ήρωες, γνώριμα τοπία,  γνώριμες συμπεριφορές, μέσα από τα μάτια ενός γείτονα, που για χρόνια ήταν εχθρός, αλλά εδώ είναι το μεγαλείο της λογοτεχνίας. Αποδεικνύεται τόσο όμοιος με εμάς, τόσο ανθρώπινος και ο Πένκοφ, τόσο δυνατός συγγραφέας. Φορτισμένο συναισθηματικά, γνώριμο, εθιστικό, ένα καλογραμμένο Βαλκανικό μυθιστόρημα. Θα συγκινήσει τον καθένα από εμάς, που κοιτά με τα μάτια της ψυχής.

Διαβάζεται με συνοδεία τα Waterboys- Fisherman blues k Johnny Cash American recordings  III

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΠΑΣΜΠΑΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννημένος τo 1968, ο Στέλιος Μπασμπαγιάννης, διαφωνεί με όλους. Όσους έχουν άποψη ,που δεν είναι η δική του και όσους δεν έχουν, γιατί δεν ασπάζονται τη δική του. Ασχολείται εδώ και χρόνια με την τέχνη της προώθησης θεραπευτικών ουσιών. Παράλληλα ασχολείται με την ευγενή τέχνη της μουσικής, ως συντάκτης σε διάφορα μέσα από το 1986. Το βιβλίο είναι η άλλη του μεγάλη αγάπη, που του επιτρέπει το ταξίδι ακόμη και ελλείψει χρημάτων. Πολιτικά ακραίος αντιπαθεί τη διαφθορά της αστικής δημοκρατίας, τον λαϊκισμό των Ελλήνων και τον υποκριτικό χαρακτήρα τους. Αν ήταν ζώο (κάποιοι λένε ότι είναι ) θα ήταν λύκος.