Οι μητέρες του τρόμου: Όταν τα αιμοβόρα μητρικά ένστικτα κυριαρχούν

ΆΝΤΑ ΛΕΙΒΑΔΑ
Posted on Οκτώβριος 11, 2017, 8:00 πμ
40 secs

mother! Ο τίτλος της πολυαναμενόμενης ταινίας του Darren Aronofsky που κέρδισε κριτικούς, έχασε αρχικά κοινό αλλά δεν έχασε ποτέ εμπορικό ενδιαφέρον. Σε αυτό συντελεί φυσικά η πάντα χαρισματική πρωταγωνίστρια, Jennifer Lawrence, που φαίνεται να αρχίζει σιγά σιγά να διευρύνει την γκάμα της να παίρνει ρίσκα που δε στοχεύουν σε εξωπραγματικά οσκαρικά ρεκόρ και να γίνεται μέρα με τη μέρα το αγαπημένο παιδί των auteur σκηνοθετών.

Η Lawrence είναι μία ηθοποιός που δεν προτιμά την τεχνική method των Daniel Day Lewis και Leonardo DiCaprio, οι οποίοι για μήνες χάνονται μέσα στους χαρακτήρες τους και δε βγαίνουν ποτέ από το ρόλο για να φτάσουν στα άπατα της συναισθηματικής ειλικρίνειας για την κάμερα. Ούσα αυτοδίδακτη παίζει πάντα με όπλο το ένστικτό της. Όσο δεν τραβάει η κάμερα μιλάει σα χιλιμπίλι από το Κεντάκι και μόλις ο σκηνοθέτης φωνάξει action βουτάει στο χαρακτήρα της τον οποίο όμως πάντα φροντίζει να γνωρίζει άπταιστα κάνοντας εκατομμύρια ερωτήσεις. Μετά τη σκηνή γυρίζει πάλι στην πληθωρική της προσωπικότητα χωρίς να επηρεάζεται καθόλου και πουθενά. Αυτά όλα μέχρι που γύρισε το mother! με τον Aronofsky. Ο ημίτρελος σκηνοθέτης των Requiem for a Dream και Black Swan την εξώθησε σε τόσο σκοτεινά υποκριτικά μονοπάτια, σε τόσο μεγάλη συναισθηματική φόρτιση την οποία δεν μπορούσε να υποδυθεί με ειλικρίνεια αν δεν την ένιωθε στο πετσί της, που αναγκάστηκαν να της φτιάξουν μία σκηνή με υλικό από το αγαπημένο της reality Keeping Up With the Kardashians για να «μπορεί να ηρεμεί και να βρίσκει τον εαυτό της» μετά τις απαιτητικές σκηνές.

το μόνο σίγουρο είναι πως  η σχέση μητέρας-παιδιού όρισε σε τεράστιο βαθμό τις πιο κρυφές σπηλιές του ασυνείδητου, του υποσυνείδητου και της προσωπικότητας όλων μας.

Αυτό είναι και το μόνο που διατίθεμαι να πω για την ταινία μιας και είναι από αυτά τα φιλμ που πρέπει κανείς να μπει στον κινηματογράφο με άγνοια κινδύνου. Διαφορετικά χάνει όλη τη μαγεία της. Και έχει μαγεία. Το πιο μαγικό χαρακτηριστικό είναι πως πρόκειται για ένα φιλμ που ό,τι και αν ακούσετε δεν χρειάζεται ποτέ να φτάσει σε κυνικούς αβανγκαρντισμούς. Δεν προσποιείται ύψιστη τέχνη για τους πολλούς. Σχοινοβατεί μεταξύ trash horror που σε σημεία προκαλεί γέλιο και σε arthouse cinema που κάποτε θα πρωταγωνιστεί σε λίστες με τον τίτλο «Οι πιο συγκλονιστικές ταινίες του 21ου αιώνα». Δύο πράγματα θα συμβούν όταν το δεις. Θα το λατρέψεις ή θα το μισήσεις. Το σίγουρο όμως είναι πως υπηρετεί απόλυτα αυτή την ριμάδα την 7η τέχνη που τόσο αγαπά ο Darren Aronofsky, αυτή την «τέχνη του πτωχού» που γεμίζει τις αίθουσες με τόσες απόψεις όσα τα εισιτήρια που κόβει κάθε φορά. Και η συγκεκριμένη ταινία μπορεί να σημαίνει τόσα λίγα ή και τόσα πολλά ανάλογα με το τι θα αποφασίσεις εσύ ότι σημαίνει.

Το βασικότερο θέμα της καινούριας ταινίας του Aronofsky όπως προδίδει και ο τίτλος είναι η μητρότητα, η μητέρα, ό,τι σημαίνει αυτό. Αυτό είναι και το θέμα που μας οδήγησε σε αυτήν εδώ την ιντερνετική έκθεση σκέψεων που διαβάζετε σήμερα. Δε χρειάζεται να είσαι ειδικός του είδους για να συνειδητοποιήσεις μάλλον αρκετά γρήγορα πως η «μητέρα» πρωταγωνιστεί ενδημικά στο χόρορ . Μάλιστα θα έλεγα πως μαζί με το θάνατο και το σεξ είναι από τις πιο βασικές αγωνίες σε αμέτρητα χορορ φιλμς. Γιατί συμβαίνει αυτό; Η απάντηση είναι πιθανώς τόσο απλή και τόσο περίπλοκη όσο η πιο σημαντική ανθρώπινη σχέση, αυτή ανάμεσα σε μάνα και παιδί. Ό,τι μορφή σχέσης και να έχει κανείς με τη μητέρα του, είτε την έζησε είτε όχι, είτε τη μισούσε είτε τη λάτρευε, είτε τα πιο «φυσιολογικά» ενδιάμεσα που δεν είμαι καν σίγουρη ότι συναντάμε αρκετά στη μητριαρχική ελληνική κοινωνία ώστε να είναι άξια αναφοράς, το μόνο σίγουρο είναι πως αυτή η σχέση όρισε σε τεράστιο βαθμό τις πιο κρυφές σπηλιές του ασυνείδητου, του υποσυνείδητου και της προσωπικότητας όλων μας. Ε τώρα όταν είσαι και λίγο πιο ευαίσθητος σαν άνθρωπος πιο καλλιτεχνική φύση και έχεις γίνει και σκηνοθέτης οι πιθανότητες είναι η σχέση σου με τη μητέρα σου να είναι σε κάποιο τουλάχιστον επίπεδο βαθειά προβληματική. Εξού και η πολύ δύσκολη επιλογή που μου έλαχε να αναφερθώ σε χόρορ φιλμς με μανούλες που μας έκαναν να φωνάξουμε τη δική μας μαμά ενώ κρατούσαμε προστατευτικά το μαξιλάρι του καναπέ μπροστά στο πρόσωπό μας και μισοκοιτούσαμε την οθόνη.

Αρχικά να σημειώσω κάπου εδώ πως η απόλυτη πλειοψηφία των απεικονίσεων της μητρότητας στο χόρορ προέρχεται από άντρες σκηνοθέτες που κυριαρχούν στο είδος. Οι γιόκες αυτοί συχνά βλέπουν και δείχνουν τη μητέρα ως πλάσμα σεξουαλικά καταπιεσμένο, αρρωστημένα κτητική, ζηλιάρα, δεσποτική. Οι horror-moms όπως συχνά αποκαλούνται είναι φροϋδικοί εφιάλτες με σάρκα και οστά. Το θέμα μαμά είναι και θέμα αγαπημένο για τον πατέρα της ποπ ψυχολογίας, Sigmund Freud, ο οποίος μας θυμίζει πως μυθολογικά η μορφή της μητέρας-θεάς ήταν πάντα η μορφή ενός δημιουργού και ταυτόχρονα καταστροφέα. Κάπως έτσι απεικονίζονται πολύ συχνά οι χόρορ μαμάδες στο σινεμά. Συνήθως είναι θυμωμένες εξαιτίας της προδοσίας ή αχαριστίας των παιδιών τους που ξέχασαν ή απλώς προχώρησαν πέρα από τις μητρικές θυσίες που οι ίδιες έκαναν. Το μητρικό ένστικτο που σχετίζεται με τη δημιουργία και προστασία της νέας ζωής στο χόρορ μετατρέπεται εξαιτίας μιας τραγωδίας σε ένα είδους καταστροφική λαγνεία για εκδίκηση. Το θέμα της απώλειας ενός παιδιού, της αποβολής ή της υστερεκτομής υποβόσκει. Υπάρχει κάτι το ζωώδες στις μητρικές παρορμήσεις που έχουν μία κακόβουλη αδιαφορία για το δίκαιο και το σωστό. Το μόνο που ζητάνε είναι εκδίκηση. Όταν, όμως, ο σκηνοθέτης δεν είναι αυτός που αποζητά την εκδίκηση οι horror-moms δεν είναι μονόπλευρα τέρατα. Αντίθετα εκφράζουν μέσα από την υπερβολή της τέχνης που είναι και το πιο άμεσο μέσο προς μία ανακουφιστική κάθαρση αυτή την βασανιστική αγωνία και το δυσβάσταχτο βάρος της μητρότητας. Χρησιμοποιούν εκφραστικά μέσα για να υπερβάλλουν ώστε να επικοινωνήσουν αυτή την τεράστια ευθύνη, την τεράστια υποχρέωση, τον τεράστιο φόβο που δεν υπάρχει μαμά εκεί έξω που δεν έχει νιώσει. Θα λέγαμε πως όταν ο σκηνοθέτης δεν εκδικείται αλλά αντίθετα συζητά με ψυχραιμία, η μητέρα στο χόρορ συμβολίζει τις ανασφάλειες, τις τύψεις, τις ενοχές, την πικρία που για αιώνες βαραίνουν κοινωνικά τις μαμάδες όλων μας. Όταν νιώθεις όλα αυτά και ο γιός σου έχει και λίγη φαντασία δε θέλει πολύ για να πρωταγωνιστήσεις σε ταινία αφού σε καταλάβουν τα αιμοβόρα μητροκτόνα ένστικτα.

Οι ταλαντούχοι γιοί πολλοί. Οι παναγια-βοήθα-μητέρες ακόμα πιο πολλές. Ιεραρχικά και μόνο όμως δεν γίνεται να ξεκινήσουμε από άλλη ταινία. Οι υπόλοιπες ακολουθούν τυχαία σειρά.

Psycho (1960): Alfred Hitchcock αδιαμφισβήτητα ο πιο ταλαντούχος της λίστας και αυτός με τα περισσότερα και σοβαρότερα mommy issues. O Hitchcock μας χάρισε την έμπνευση και το πρωτότυπο για πολλές από τις χόρορ μανούλες που ακολούθησαν. Η κυρία Bates έχει όλα τα βασικά συστατικά για να κερδίσει τα σκήπτρα της πιο ανατριχιαστικής μαμάς στο σινεμά. Είναι αυταρχική, κτητική, είναι ζηλιάρα και θέλει τον απόλυτο έλεγχο του γιού της. Τυπικά η μανούλα αυτή δε δολοφόνησε ποτέ κανέναν, παραμένει όμως μία από τις πιο τρομακτικές καθώς σα σύγχρονη Μήδεια «έπνιξε» τον ψυχισμό του γιού της διαστρεβλώνοντας τον για πάντα. Δεν υπάρχει λόγος να ειπωθεί κάτι περισσότερο. Πρόσφατα (ντροπή μου!) είδα το Ψυχώ για πρώτη φορά μην έχοντας ιδέα για την πλοκή ή το τέλος και όταν γύρισε η κυρία Bates και με κοίταξε σχεδόν κατάπια το μαξιλάρι που σας έλεγα πιο πάνω.

Strait-Jacket (1964): Η ταινία που γράφτηκε από το team του Ψυχώ και στην οποία πρωταγωνίστησε η από μόνη της χόρορ-μαμά Joan Crawford είναι πιο πολύ θρίλερ και λιγότερο χόρορ. Η Joan βασικά στην ταινία, που κυριολεκτικά μεταφράζεται ως ζουρλομανδύας ελληνιστί επιστρέφει, στην αποξενωμένη κόρη της μετά από τα 20 χρόνια διαμονής της σε άσυλο εξαιτίας του διπλού φόνου που διέπραξε. Η επιστροφή φέρνει συγκίνηση, η συγκίνηση λίγο ανάβει τα αίματα ε και γενικά δε χρειάζεται πολύ για να χάσει η Joan την ψυχραιμία της. Η ταινία έχει κερδίσει επάξια τον τίτλο μιας από τις πιο «Απολαυστικά κακές ταινίες όλων των εποχών» αλλά η εξαιρετικά επινοητική και επιδέξια με το τσεκούρι Crawford επαινέθηκε για την ερμηνεία της που ήταν ανησυχητικά αληθοφανής.

Frightmare (1974): Άλλη μία περίπτωση μανούλας που πέρασε το καλύτερο μέρος 2 δεκαετιών σε άσυλο. Η Dorothy Yates αφού γιατρεύτηκε από τις κανιβαλιστικές ορμές αφέθηκε ελεύθερη και έτοιμη να επανενωθεί με την οικογένειά της. Παρόλα αυτά η λαχτάρα της για αίμα δεν ικανοποιείται εύκολα και είναι μάλλον και κληρονομικό της οικογένειας. Υπάρχουν στιγμές που η ταινία θυμίζει επεισόδιο από το Deadly Women αλλά ο Walker δε θέλει τόσο να αηδιάσει όσο να στοιχειώσει το κοινό του με άλλη μία ιστορία μιας αστής νοικοκυράς σε απόγνωση που έβαψε τα προάστια με αίμα.

Carrie (1976): Από ένα σκηνοθέτη από το βαρύ πυροβολικό του παγκόσμιου σινεμά ήρθε μία από τις καλύτερες χόρορ ταινίες που είδαμε ποτέ. Brian De Palma στην κάμερα, Stephen King στην πένα και το αποτέλεσμα απολαυστικό. Η Carrie είναι μια ντροπαλή και εμφανώς διαφορετική έφηβη που μεγαλώνει με μία φανατικά θρήσκα μητέρα. Ο φανατισμός φυσικά και γίνεται επικίνδυνος όταν μεταφράζεται σε άγνοια και ενοχή για το φυσιολογικό. Αυτό επικοινωνείται με δεξιοτεχνία από τον De Palma μέσα από τον πανικό της Carrie για την πρώτη της περίοδο. Ένα χόρορ λυρικό γεμάτο χαρακτήρες ολοκληρωμένους που τρομάζουν μέσα από τις υποσυνείδητα οικείες ψυχαναλυτικές αγωνίες. Μία σχέση μάνας και κόρης που συζητάει όλα αυτά τα αισθήματα ζήλειας, ανταγωνισμού, υπερπροστατευτικότητας, κτητικότητας και ελέγχου. Πολλές φορές αυτή η ταινία χρησιμοποιείται σαν απάντηση σε όσους κατηγορούν τον De Palma για μισογυνισμό.

Friday the 13th (1980): Μία μάνα την οποία η απώλεια οδηγεί σε ένστικτα δολοφονικά είναι η Mrs Voorhees στο Παρασκευή και 13. Η προαναφερθείσασα κατηγορεί μία ομάδα κατασκηνωτών για το θάνατο του γιου της Jason (τώρα, το ότι γυρίστηκαν άλλες 10 ταινίες με το Jason πρωταγωνιστή μετά από αυτό, δεν είναι της παρούσης) και αρχίζει να τους ξεπαστρεύει έναν έναν. Η ταινία είναι κάκιστη, μεταξύ μας. Δεν ξέρω καν αν κερδίζει μερικούς πόντους ούσα καλτ. Ας πούμε πως ναι. Η Mrs Voorhees πάντως είναι χαρακτηριστικό κινηματογραφικό παράδειγμα της τραγωδίας, του πόνου της απώλειας που οδηγεί μία μητέρα στην ανάγκη για εκδίκηση.

The Baby (1973): Εδώ δεν πρόκειται ακριβώς για μία αιμοβόρα μανούλα, αλλά για ένα φιλμ που ουσιαστικά πραγματεύεται το ευρύ ένστικτο της μητρότητας και τους σεξουαλικούς συνειρμούς που συχνά κάνει. Η Ann είναι μία κοινωνική λειτουργός που φέρει βαρέως το ατύχημα που ίδια προκάλεσε και άφησε το σύζυγό της βαριά τραυματισμένο. Όταν της ανατίθεται μια καινούρια οικογένεια, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το νεαρότερο μέλος της, έναν άντρα στα 20 του που λόγω κάποιου εγκεφαλικού προβλήματος είναι νοητικά σα μωρό για αυτό και τον αποκαλούν Baby. Η οικογένεια αμελεί και κακοποιεί το Baby και η Ann αποφασίζει να δράσει. Με τα πιο άνομα μέσα που θα μπορούσε ποτέ να σκεφτεί. Απαγάγει το Baby, σκοτώνει την οικογένειά του, τη θάβει κάτω από την πισίνα που κατασκευάζεται σπίτι της και σιγά σιγά αποκαλύπτει το λόγο που απέκτησε τέτοιο ενδιαφέρον και έφτασε στα άκρα για έναν ενήλικα άντρα με συμπεριφορά μικρού παιδιού.

Mother’s Day (1980): Ο Charles Kaufman παρουσιάζει ένα παράφρον και βαθειά σαδιστικό φιλμ που ακουμπάει σημεία που κάνουν τζιζ στη σχέση ανάμεσα σε μητέρα και γιο. Η ταινία αφορά δύο άντρες που είναι έτοιμοι να κάνουν το οτιδήποτε για να ικανοποιήσουν τη μητέρα τους. Και πως γίνεται αυτό καλύτερα; Μα με το να βιάζουν και να δολοφονούν κοπέλες μπροστά της. Η ταινία είναι μακριά από αριστούργημα. Συχνά όμως μπλέκει χόρορ με κωμωδία και σάτιρα. Και όπου υπάρχει σάτιρα υπάρχει και κάποια προβληματική κοινωνική δομή που ο δημιουργός παρατηρεί και υπερβάλλει μέσω της τέχνης του για να τη σχολιάσει. Εδώ δεν είναι άλλη από τη σχέση μητέρας και γιου. Δεν θελω να ξέρω τι μπορεί να έκρυβε ο Κaufman στην ψυχή του για να εμπνευστεί τέτοια ταινία.

Die Die My Darling (1965): Το Βρετανικό θρίλερ Fanatic κυκλοφόρησε στην πάντα πιο γραφική Αμερική με τον τίτλο Die Die My Darling! Εδώ η μητρότητα βρίσκεται στο πρόσωπο μιας τρομακτικής πεθεράς (Tallulah Bankhead) που κατηγορεί τη νύφη της για το θάνατο του γιού της και την εκφοβίζει και βασανίζει. Και πάλι η πολύπλευρη σχέση μητέρας και γιου. Και πάλι η τραγωδία της απώλειας που αδιαφορεί για το δίκαιο και προσπαθεί ενστικτωδώς να ανακουφιστεί με μία τυφλή και ζωώδη εκδίκηση.

Black Swan (2010): Και κάνοντας τον τέλειο κύκλο, επιστρέφουμε στον Darren Aronofsky που φαίνεται να είχε εφιάλτες ψυχαναλυτικούς με μητρικές φιγούρες πολύ νωρίτερα από το mother! Γενικά το πνεύμα το Black Swan, το ύφος, ο ρυθμός του είναι αρκετά κοντά στο mother. Πιθανώς πιο κοντά από οποιεσδήποτε άλλες δύο ταινίες του. Η μητέρα του Black Swan, Erika, μπορεί να μην έχει φανερές δολοφονικές τάσεις, ή εκδικητική διάθεση ο τρόπος όμως που τοποθετεί τη συμπεριφορά της απέναντι στην κόρη ως αποδεκτή και ευεργετική ενώ στην πραγματικότητα είναι καταπιεστική, δεσποτική και επικίνδυνη την κάνει μία από τις πιο τρομακτικά δοσμένες παρουσίες εδώ. Η Erika αντιπροσωπεύει κάθε γονιό που ζει μέσα από τις επιτυχίες και αποτυχίες του παιδιού του σαν να είναι δικές του. Κάθε γονιό που τηλεκατευθύνει το παιδί του να εκπληρώσει δικά του όνειρα. Κάθε γονιό που μετά βίας επιβιώνει όταν συνειδητοποιεί πως το παιδί του προσπαθεί να διαμορφώσει μία δική του ανεξάρτητα ταυτότητα. Το Black Swan συζητάει όλα αυτά τα δύσκολα θέματα και δείχνει την ένταση αυτής της προσπάθειας για αποχωρισμό και διαχωρισμό. Μιας προσπάθειας που τελικά δεν ξέρεις αν θα αφήσει πίσω θύματα.

 

ΆΝΤΑ ΛΕΙΒΑΔΑ
Μεταπτυχιακή φοιτητρια στις αγγλοφωνες λογοτεχνίες με αδυναμία σε οτιδήποτε αμερικάνικο. Χόμπι της το cinema και το daydreaming… Αγαπημένη ταινία το Pulp Fiction. Αγαπημένη ταινία στην πραγματικότητα, το Breakfast at Tiffany’s. Εύχεται να κατασκηνώσει κάποτε έξω από το Kodak Theater. Ενθουσιάζεται με μια καλή ταινία του Tarantino αλλά και με ένα juicy χολιγουντιανό κουτσομπολιό. Είναι trivia freak!!!