Άπειρες φορές ως «κοινοί θνητοί» έχουμε νιώσει την επιθυμία όχι μόνο να ακούσουμε live έναν αγαπημένο μας καλλιτέχνη, αλλά και να τον συναντήσουμε backstage και να συνομιλήσουμε μαζί του. Κι όσο περίεργο κι αν ακούγεται, η ανάγκη αυτή χτυπάει και την πόρτα των επωνύμων.

Δηλαδή, ακόμα κι αν είσαι οι Rolling Stones ή ο Bob Dylan, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θαυμάζεις κάποιον άλλον, τόσο ώστε να θέλεις να βρεθείς «τετ α τετ» μαζί του.  Έτσι συνέβη και με την περίπτωση των Beatles. Υπήρχαν πολλά άτομα από το χώρο της μουσικής (και όχι μόνο) με τα οποία τα θρυλικά «σκαθάρια» ήθελαν να συναντηθούν, είτε εντός είτε εκτός σκηνής. Ένα από τα πρόσωπα τα οποία θαύμαζαν και  ποθούσαν να συναντήσουν ήταν και ο Elvis Presley. «Ο Elvis ήταν πολύ σημαντικός και πολύ υψηλότερα απο όλους. Ήταν κάτι παραπάνω από ένας pop τραγουδιστής. Ήταν ο Elvis ο Βασιλιάς» είχε πει ο Paul McCartney όταν ρωτήθηκε γιατί ο Presley δεν είχε εμφανιστεί όπως πολλοί άλλοι στο εξώφυλλο του album της μπάντας «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band».

Οι Beatles κατάφεραν να συναντηθούν με τον Elvis, για μία και μοναδική φορά (το φρόντισε έπειτα από αίτημα των πρώτων, ο manager του Elvis, Tom Parker). Στις 27 Αυγούστου του 1965. Στην έπαυλη του «βασιλιά» του Rock n’ Roll, στο Beverly Hills (565 Perugia Way). Κοινή απαίτηση και των δυο πλευρών ήταν να μην υπάρξει καμία εμπλοκή των ΜΜΕ. Για αυτό και δεν διέρρευσε ποτέ καμία φωτογραφία ή κάποιο ηχητικό ντοκουμέντο απο αυτή την ιστορική συνάντηση. Ωστόσο, αρκετοί οπαδοί -άγνωστο πως- είχαν ενημερωθεί για το ραντεβού και βρέθηκαν έξω από τον χώρο. Στη βραδιά ήταν παρόντες (πέρα από το προσωπικό και τους φύλακες), ο Tonny Barrow (υπεύθυνος Τύπου του συγκροτήματος το διάστημα 1962-1968) και  η Priscilla Presley (έμεινε για λίγο μαζί τους). Μία έγχρωμη τηλεόραση, ένα jukebox, ένας καναπές σε σχήμα ημισελήνου, ένα μπιλιάρδο και φυσικά ένα bar κοσμούσαν τον χώρο στον οποίο έγινε η συνάντηση. «Ήταν σαν ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης» είχε πει τότε ο Lennon.


Ο Elvis ήταν απίστευτα ήρεμος και έκανε χειραψία με όλους. Οι πρώτες στιγμές ήταν λίγο αμήχανες. «Αν είναι να κάτσετε εδώ και να με κοιτάτε έτσι επίμονα όλο το βράδυ, θα πάω για ύπνο» είπε ο «οικοδεσπότης» χαριτολογώντας. Βασικό θέμα της επικοινωνίας τους ήταν βέβαια η μουσική (τα «Σκαθάρια» εκείνη την περίοδο πραγματοποιούσαν ένα διάλειμμα από την περιοδεία τους στην Αμερική). Αργότερα στη συνομιλία τους μπήκαν και οι κιθάρες («μίλησαν» στα χέρια των Lennon, McCartney, Harrison. Ο Elvis είχε ένα μπάσο Fender). Και τότε ο πάγος έσπασε για τα καλά. Ένα από τα κομμάτια που έπαιξαν ήταν το «I Feel Fine». Ο Ringo έδινε τον δικό του ρυθμό χτυπώντας με τα χέρια τα ξύλινα έπιπλα που είχε μπροστά του.

https://www.youtube.com/watch?v=vbnk6sXIzyM

Ο Elvis ήταν το είδωλο μιας ολόκληρης εποχής και άσκησε μεγάλη επιρροή σε πάρα πολλούς καλλιτέχνες. Τόση που ακόμα και η ξακουστή μπάντα, όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά και ο John Lennon, το 1975, ένιωσε «τρομοκρατημένη» όταν βρέθηκε μπροστά του. Εκείνος ήταν φιλικός, ομιλητικός και ντροπαλός συνάμα. Ο McCartney πίστευε ότι δεν κατάφεραν ποτέ να βρεθούν ξανά με τον Presley και να κάνουν ακόμη και μια κοινή συνεργασία διότι για κάποιο λόγο, αν και του άρεσαν, εκείνος  ένιωθε να απειλείται (να χάσει τη δημοτικότητά του). Διότι οι Beatles επιδίωξαν ξανά μια επαφή. Και καθώς η επιτυχία της καριέρας της μπάντας μεγάλωνε, τόσο απομακρυνόταν και η ιδέα μιας συνύπαρξης. Κάτι τέτοιο θα ήταν αναμφισβήτητα ανεκτίμητης αξίας, αλλά μερικές φορές οι ίδιοι οι μουσικοί ξέρουν καλύτερα τι πρέπει να κάνουν. Ωστόσο, ο Elvis ουδέποτε είχε εκφράσει ανοιχτά κάτι τέτοιο, παρά μόνο τον σεβασμό και τον θαυμασμό του για την ενέργεια και το ταλέντο των Beatles.

Τα «σκαθάρια» ήταν ανοιχτόμυαλα και δεν θα δίσταζαν να δεχτούν την πρόκληση να συνεργαστούν ή να δεχτούν επιρροές από οποιονδήποτε θαύμαζαν. Ακόμη κι αν αυτός δεν ήταν κοντά στο είδος της μουσικής τους. Μία από τις όχι και τόσο γνωστές αγάπες τους ήταν κι αυτή για την Τζαμαϊκανή μουσική. Και βέβαια για τον άνθρωπο τον οποίο τη διέδωσε (με το κίνημα Rastafari), αφήνοντας μια τεράστια κληρονομιά πίσω του. Ο λόγος για τον τραγουδιστή, στιχουργό, μουσικό και κιθαρίστα Robert Nesta «Bob» Marley (06/02/1945 – 11/05/1981). Μεγαλύτερος fan του ήταν κυρίως ο McCartney. Ένα από τα κομμάτια που αποδεικνύουν την αγάπη του Paul για τον ρυθμό της reggae, ήταν το «C Moon», το οποίο έγραψε παρέα με την Linda McCartney (οι δυο τους είχαν σχηματίσει τη rock μπάντα Wings) και κυκλοφόρησε ως double A-Side με το «Hi, Hi, Hi» το 1972.

Το ομώνυμο track εμπεριέχεται επίσης στη συλλογή των singles «All The Best» (1987)! Στις live εμφανίσεις του μάλιστα, ο 75χρονος σήμερα Βρετανός καλλιτέχνης, συνήθιζε να κάνει εισαγωγή μιλώντας στη τζαμαϊκανή διάλεκτο. Τα συναισθήματα όμως ήταν αμοιβαία. Ο Bob Marley μπορεί να μην συνέκρινε την αίσθηση του είδους που εκπροσωπούσε με τίποτα άλλο, ωστόσο αναγνώριζε την καλή μουσική. Και φυσικά του άρεσαν οι Beatles (ηχητικό ντοκουμέντο όπου το παραδέχεται), οι οποίοι ήταν δημοφιλείς και στη χώρα του.

Ο George Harrison είχε συναντηθεί με τον Marley στις 13 Ιουλίου του 1975, στα παρασκήνια του Roxy Theatre, στο Los Angeles. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, η ξακουστή συνάντησή τους κράτησε πέντε λεπτά. Το ραντεβού το είχε φροντίσει ο τότε πρόεδρος των Island Records, Charley Nuccio. Η εκτίμηση του ενός για τον άλλον ήταν αμφίδρομη. Ακολουθεί μία διασκευή του Marley (&The Wailers) στο κομμάτι των Beatles «And I Love Her».

 

Η Ντέμη Αυλωνίτη εργάστηκε για δώδεκα χρόνια ως συντάκτρια στο πολιτιστικό τμήμα της εφημερίδας «Έθνος» και είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Τη χαλαρώνει απίστευτα το να κάθεται σε ένα δωμάτιο με ωραία θέα, παρέα με καλό φαγητό και μουσική (ακούει από τους ήχους της φύσης έως όπερα και heavy metal) . Δεν φοβάται να πει ούτε να ακούσει την αλήθεια. Πιστεύει πως όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να γνωρίζουν πώς να παρέχουν τις Πρώτες Βοήθειες.