Μουσικά success stories και η ελληνική πραγματικότητα που δείχνει να αλλάζει

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Posted on Νοέμβριος 10, 2017, 8:30 πμ
43 secs

Τις Δευτέρες κάνω ραδιόφωνο. Ιντερνετικό, αργά τη νύχτα, με παρέα μερικούς καλούς φίλους, καμιά 10αριά ξενύχτηδες και ένα δυο ποτήρια Tullamore, βάλσαμο τώρα που χειμωνιάζει. Είναι σαν ψυχοθεραπεία, οι ρυθμοί της καθημερινότητας δε σε αφήνουν να αφοσιωθείς σε ακρόαση δίσκων όπως έκανες παλιότερα. Θα βρεις το διωράκι για να παίξεις τα αγαπημένα σου κομμάτια, να τα μοιραστείς, να τα θυμηθείς εσύ ο ίδιος και να γουστάρεις. Τις προάλλες έκανα ένα mini αφιέρωμα στο αγαπημένο μου hair metal. Δε μιλούσα σχεδόν καθόλου γιατί ήθελα διακαώς κι εγώ ο ίδιος να ξανακούσω τους ύμνους του είδους, κάποιους από τους οποίους είχα να ακούσω δέκα και έντεκα χρόνια! Motley, Ratt, Poison, Skid Row, LA Guns, Great White, Danger Danger κι άγιος ο Θεός. Ονόματα στα οποία λίγο πολύ έχουμε ξανααναφερθεί με διάφορους τρόπους και είτε θα θριαμβολογήσουμε γι αυτά, είτε θα τα χλευάσουμε. Ονόματα που κολυμπούσαν στο χρήμα, στη δόξα, στο αλκοόλ, στα ναρκωτικά, στην extravaganza. Αλλά είναι αυτό ακριβώς το lifestyle το οποίο μας κάνει να μπερδευόμαστε για κάποια πράγματα. Θα εξηγηθώ.

Κι είναι αυτές οι συνθήκες πενίας, πολιτιστικής και οικονομικής, που τους ωθούν στις μεγαλύτερες των θυσιών για να πετύχουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα

Όταν σκέφτεσαι λοιπόν τον Tommy Lee και τον Nikki Sixx αυτά θα σου έρθουν στο μυαλό. Η Heather Locklear, η Donna D Erico, κάτι κούρσες στο sunset strip, κάβες ολόκληρες κι ένας Sixx στο τέλος της ημέρας να προσπαθεί να πνίξει στην ηρωίνη τα ψυχολογικά αδιέξοδα από το ξαφνικό ροκσταριλίκι. Αλλά η επιτυχία ήταν αυτοσκοπός για τον μικρό Nikki που έφυγε νύχτα από το πατρικό του και τους υπερπροβληματικούς γονείς του. Και ήρθε δύσκολα, πολύ δύσκολα. Όπως ήρθε και στον Bret Michaels και τους Poison, με τον Bret να φεύγει από το Butler της Pennsylvania (μια πόλη μισή από το Κιλκίς φαντάσου) χωρίς δολάριο ουσιαστικά στην τσέπη και έμενε μαζί με την υπόλοιπη μπάντα σε ένα διαμέρισμα στο LA που ούτε για δωμάτιο φοιτητικής εστίας δεν έκανε. 24 ώρες την ημέρα οι κάθε Poison της εποχής τρέχανε από δισκάδικο σε δισκάδικο κι από στούντιο σε στούντιο, προωθώντας τα λιγοστά τραγούδια τους και το ιδιαίτερο image τους, θεωρώντας εαυτούς καταδικασμένους να πετύχουν. Δεν το έβαλαν ποτέ κάτω και τα κατάφεραν. Νοίκια δεν έβγαιναν, ο σκοπός του να βρεθούνε γκρούπις ήταν για να φέρνουν καμιά πίτσα το βράδυ στο σπίτι, και δεν υπάρχει καμία υπερβολή σε αυτό. Απλά ήταν τέτοια η φλόγα μέσα σε όλα αυτά τα πιτσιρίκια (και άλλα τόσα που προφανώς δεν τα κατάφεραν τόσο καλά) που δε θα σταματούσαν πουθενά. Και το glam ήταν απλά η αφορμή για αυτή την κουβέντα. Ήταν ο τρελαμένος James Hetfield που σηκώθηκε και πήρε τη μπάντα του φεύγοντας στο San Fransisco, καθώς θεωρούσε (και πρέπει να θεωρείται σοφός για αυτή του την απόφαση σήμερα) ότι το Los Angeles τους χαντάκωνε. Και ο Lars, αχ ο Lars. Δε θα υπήρχαν οι Metallica όπως τους ξέρουμε χωρίς αυτόν, το τσαγανό του, την ιδιοφυία του. Όσο μπόι και τεχνική κι αν του έλειπαν και του λείπουνε. Και τέλος ο άσωτος υιός, που δημιούργησε συγκρότημα μόνο και μόνο για να εκδικηθεί τους δυο προηγούμενους. Και έζησε πράγματα σε νεαρή ηλικία που φαντάζουν σενάρια επιστημονικής φαντασίας για έναν νεανία οποιασδήποτε άλλης χώρας του πρώτου κόσμου. Και κάποιοι Overkill λίγο πιο μετά. Δες το Born in the Basement του Rat Skates για να καταλάβεις για τι πράγματα μιλάμε.

Δεν είναι παίξε-γέλασε η Αμερική. Ως Μέκκα του καπιταλισμού, είναι εκείνη η χώρα που θα δεις τις μεγαλύτερες ανισότητες, τα μεγαλύτερα σκαμπανεβάσματα και φυσικά αντίστοιχα τις μεγαλύτερες επιτυχίες, εκφρασμένες και στις αντίστοιχες οικονομικές απολαβές, φυσικά. Τα Αμερικανάκια το ξέρουν καλά αυτό. Κι είναι αυτές οι συνθήκες πενίας, πολιτιστικής και οικονομικής, που τους ωθούν στις μεγαλύτερες των θυσιών ώστε να πετύχουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Ο δρόμος αυτός φυσικά δεν είναι εύκολος και δε μπορούμε να μένουμε στις εντυπώσεις που μας δίνουν οι πετυχημένοι. Είναι εξαιρετικά πρόσφατο το σκάνδαλο με τους παραγωγούς του Hollywood, βιτρίνα μόνο των υποχωρήσεων, νόμιμων ή μη, που πρέπει να κάνει κάποιος για να πετύχει στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Πριν από αυτές τις υποχωρήσεις όμως έρχεται η ίδια η λαχτάρα του δημιουργού. Το αμερικάνικο όνειρο, οι ιδρωμένες rockstar φαντασιώσεις, όλα αυτά τα οποία οραματίστηκε ο καθένας τους την πρώτη φορά που έπεσε η βελόνα σε κάποιο βινύλιο. Και που στην εποχή του internet φαντάζουν πιο δύσκολα αλλά και πάλι, εκατοντάδες νέοι Motley, Mustaine και οτιδήποτε, ετοιμάζονται για τη δική τους σειρά. Έτσι λένε στον εαυτό τους. Και το πιστεύουν. Και καλά κάνουν.

Πόσοι Σάκηδες υπάρχουν για να κυνηγήσουν live στις Φιλιππίνες και στην τελευταία κωμόπολη-φαβέλα της Λατινικής Αμερικής;

Γιατί όλα αυτά; Για την αναπόφευκτη σύγκριση με την Ελλάδα φυσικά. Και οφείλουμε να ξεκινήσουμε με μια παραδοχή που ίσως δε θα περιμένουν κάποιοι. Σήμερα η ελληνική rock/metal σκηνή είναι από τις καλύτερες στον κόσμο. Δεν ξέρω τι μαγικό φίλτρο έχουν καταπιεί τα παλικάρια τα τελευταία χρόνια αλλά η ποιότητα των κυκλοφοριών σφύζει από ποιότητα. Και μιλάμε για όλες τις εκφάνσεις του σκληρού ήχου, από hard rock μέχρι black. Ούτε όμως έχει σημασία να πούμε αν οι επιτυχημένοι είναι πλειοψηφία σε σχέση με τους αποτυχημένους. Υπήρχε (δείχνει να εξαφανίζεται) μια νοοτροπία συγκεκριμένη η οποία στεκόταν εμπόδιο όλα αυτά τα χρόνια. Δικαιολογίες λίγο πολύ αστείες. Υπήρχε τις προηγούμενες δεκαετίες πολύ ψωμί εκεί έξω για τα εγχώρια συγκροτήματα. Δεν το κυνήγησαν όσο θα έπρεπε. Η νοοτροπία του «καλύτερα πρώτος στο χωριό» υπερίσχυσε. Ποιος τολμάει να σηκωθεί να φύγει από την αγκαλιά της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας; Είναι κι ο στρατός. Είναι και το πτυχίο που πρέπει να πάρουμε καθώς ο θείος έχει κανονίσει διορισμό αμέσως μετά. Ήταν πολλά και η ασφάλεια η οποία δίνανε ήταν αποτρεπτική για μερικά παραπάνω όνειρα. Πόσο μάλλον όταν αυτά σχετιζόταν με κάτι το ξενόφερτο, το εντελώς ξένο προς την ελληνική κουλτούρα. Οι εξαιρέσεις φωτεινές, αλλά εξαιρέσεις. Πόσοι Σάκηδες υπάρχουν για να κυνηγήσουν live στις Φιλιππίνες και στην τελευταία κωμόπολη-φαβέλα της Λατινικής Αμερικής; Πόσοι Suicidal Angels υπάρχουν για να πούνε ότι thrash στην Ελλάδα ισοδυναμεί με poser στη Nέα Υόρκη, τη Μέκκα του punk και της disco δηλαδή. Πόσοι Gus G υπάρχουν για να παίζουν κιθάρα 25 ώρες τη μέρα για να τελειοποιήσουν την τεχνική τους και να σηκωθούν να φύγουν στη Σουηδία, στο καλύτερο δυνατό timing γι αυτούς; Ήταν οι ίδιοι οι Firewind που σε μια εξομολόγηση τους μιλούσαν για τη μετριοπάθεια που επεδείκνυαν σε κάθε τους βήμα και το πόσο down to earth ήταν σαν συγκρότημα, παρόλο που δίσκο με το δίσκο γιγάντωναν το όνομα τους. Πρόκειται για την ροκ Ελλάδα που έβγαζε ένα δίσκο, έκανε ένα live, είχε μια δυο επιτυχίες με γκρούπις και μέχρι εκεί. Αυτή η Ελλάδα πολύ ευτυχώς δείχνει να έχει εκλείψει. Εδώ και καμιά δεκαετία η νοοτροπία έχει αλλάξει. Γιατί όμως έπρεπε να περάσει τόσος καιρός;

Η επιτυχία είναι κάτι το πολυπαραγοντικό. Η Ελλάδα της κρίσης δείχνει να έχει αλλάξει τις προτεραιότητες και πολύ περισσότερο δείχνει να έχει ξεβολέψει τον νέο, μουσικό ή μη, και να τον κάνει να αμφισβητήσει τις περισσότερες από τις βεβαιότητες με τις οποίες μεγάλωσε. Γινόμαστε μάρτυρες κοινωνικών αλλαγών που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην τέχνη και δη στη μουσική μας. Είναι οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες που κάποτε, σε άλλες χώρες, έδωσαν τους μουσικούς θησαυρούς που μνημονεύουμε μέχρι σήμερα. Ας μη το χάσουμε αυτό το τρένο.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.