Ας μου επιτραπεί ένας παραλληλισμός. Οι Saxon για την πλειοψηφία του metal κόσμου δεν ήταν η ομορφότερη κοπέλα του σχολείου. Ούτε το πιο κουλ αγόρι. Ούτε καν ο πιο καλός ο μαθητής, ο απουσιολόγος.

Οι Saxon ήταν εκείνο το καλό κορίτσι, λίγο ασχημούλα, που για κάποιο λόγο ήξερες ότι μπορείς να της εμπιστευτείς δυο τρία πράγματα που σε βασάνιζαν κι αυτή με πολύ άνεση να σε παρηγορούσε ή να σε συμβούλευε. Χωρίς να ήταν η πιο στενή σου σχέση, ήταν μία από τις πιο σίγουρες και την είχες πάντα ψηλά στην κλίμακα αξιολόγησης. Επί του προκειμένου, το αγαπημένο συγκρότημα από το Yorkshire είναι ένα λατρεμένο από όλους μας group για το οποίο ελάχιστοι (εώς κανένας) θα σου πούνε ότι είναι το αγαπημένο τους. Αλήθεια πως γίνεται κάτι τέτοιο;

Το Barnsley στο νότιο Yorkshire, πόλη από την οποία κατάγονται τα περισσότερα μέλη των Saxon και θεωρείται η φυσική έδρα της μπάντας, είναι μέχρι σήμερα διάσημο για τη βιομηχανική του κληρονομιά με τα σωματεία των ανθρακωρύχων και των υαλουργών να δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην περιοχή επί δεκαετίες.

Αφορμή για τη συγγραφή του εν λόγω κειμένου πήρα χαζεύοντας κάποια βίντεο του Ράδιο Αρβύλα και ενθυμούμενος την εμφάνιση των Saxon εκεί πριν κάποια χρόνια. Σε μια αντιστοίχηση με τα Αμερικανικά δεδομένα είναι σαν να εμφανίστηκαν στην εκπομπή του David Letterman ή του Jimmy Fallon. Θα σκεφτόταν κανείς ότι στα πλαίσια της προώθησης όλα είναι δυνατά και θεμιτά αλλά αλήθεια τι είδους προώθηση να θέλουν με 30 χρόνια στην πιάτσα και άπειρες συναυλίες, ανάμεσα τους και πάρα πολλές στην Ελλάδα; Προσωπικά θεωρώ πως η συγκεκριμένη ενέργεια δείχνει πως οι Saxon είναι αυτό που λέμε μία λαϊκή μπάντα, με την πραγματική έννοια του όρου. Έπαιξαν ζωντανά σε ένα talk show και παρουσίασαν το καινούριο τους τραγούδι (το Hammer of the Gods από το Call to Arms συγκεκριμένα) αδιαφορώντας για τη μικρή ή μεγάλη θεαματικότητα του όλου σκηνικού. Σου δίνουν την εντύπωση ότι μπορούν να παίξουν στο μεγαλύτερο φεστιβάλ και την επόμενη μέρα να παίξουν στο μπαρ της γειτονιάς σου για μισή ώρα, επειδή ένας fan τους το ζήτησε. Και σου δίνουν και την εντύπωση (έχω προσωπική εμπειρία περί αυτού) πως όσο μεγάλο συγκρότημα και να είναι δεν υπάρχει περίπτωση να μην υπερβάλλουν εαυτόν, αψηφήσουν κούραση κλπ ώστε να κάτσουν μαζί σου για μισή κουβέντα και μισή φωτογραφία παραπάνω. Ακούγεται κλισέ αυτό που λέμε συνήθως για τα προσγειωμένα group τα οποία έχουν ψηλά τη σχέση με τους οπαδούς τους, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με τον ορισμό αυτής της κατάστασης. Κάτι όμως που λίγο πολύ έχει την εξήγηση του.

Ο Biff δηλώνει πως ελάχιστοι έως κανείς δεν αναφέρει τους Saxon σαν επιρροή και αυτή η διαπίστωση από τον ίδιο το δημιουργό χρίζει ερμηνείας. Πρόκειται για μια παραδοχή αποτυχίας ή πρόκειται για δήλωση ικανοποίησης για αυτά που πέτυχε με ταυτόχρονη τοποθέτηση ότι δεν ήθελε ή δε μπορούσε παραπάνω;

Σίγουρα δεν είμαι μόνο η καταγωγή και οι καταβολές του group που συνέβαλαν σε αυτό το φαινόμενο του προσγειωμένου μουσικού που προσπαθεί να περάσει το προφίλ του everyday ordinary man, αλλά παίζουν κι αυτές το ρόλο τους. Το Barnsley στο νότιο Yorkshire, πόλη από την οποία κατάγονται τα περισσότερα μέλη των Saxon και θεωρείται η φυσική έδρα της μπάντας, είναι μέχρι σήμερα διάσημο για τη βιομηχανική του κληρονομιά με τα σωματεία των ανθρακωρύχων και των υαλουργών να δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην περιοχή επί δεκαετίες. Με τις συγκεκριμένες δουλειές να έχουν κάνει τον κύκλο τους στην περιοχή, και μόνο μία υαλουργική εταιρεία να είναι σε λειτουργία σήμερα, το Barnsley πλέον κάνει τη δικιά του στροφή προς την ανάπτυξη φεύγοντας από τις πιο παραδοσιακές αν θέλετε προσεγγίσεις της αγοράς και επενδύοντας σε νέες τεχνολογίες, internet κλπ. Καταλαβαίνει κανείς λοιπόν ότι το περιβάλλον στο οποίο ανδρώθηκαν και μεγάλωσαν οι Saxon σαν συγκρότημα (αλλά σε κάποιο βαθμό και σαν ξεχωριστές προσωπικότητες) ήταν το κλασικό συντηρητικό αγγλικό τοπίο των πολλών ευκαιριών που όμως ήθελαν τρομερές θυσίες και ψυχικά αποθέματα. Αυτό το τοπίο μέσα στο οποίο ο Steve Harris δούλεψε ως σκουπιδιάρης για να αγοράσει το πρώτο του μπάσο και μέχρι σήμερα να είναι ο προσιτός μεν αλλά χωρίς «φανφάρες» ηγέτης των Maiden, το τοπίο στο οποίο φυσικά ο Rob Halford δεν τόλμησε να κάνει outing παρά μόνο πολλά χρόνια αργότερα, το τοπίο όπου όσο και να προσπάθησε το punk σαν κίνημα δε μπόρεσε να αποφύγει την επέλαση του κοινωνικού συντηρητισμού της Θάτσερ που χαρακτήριζε την πλειοψηφία των κοινωνικών δομών στην Αγγλία εκείνη την εποχή.

Υπάρχει όμως κι η μουσική πλευρά του θέματος η οποία λέει φυσικά πως οι Saxon ποτέ δε φτάσανε το status των Βρετανών συνοδοιπόρων τους. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του Biff Byford στην κλασική ερώτηση περί επιρροής στα νέα groups της μουσικής των Sabbath, των Priest, των Maiden και των ίδιων των Saxon. Ο Biff διορθώνει λέγοντας πως ελάχιστοι έως κανείς δεν αναφέρει τους Saxon σαν επιρροή και αυτή η διαπίστωση από τον ίδιο το δημιουργό χρίζει ερμηνείας. Πρόκειται για μια παραδοχή αποτυχίας ή πρόκειται για δήλωση ικανοποίησης για αυτά που πέτυχε με ταυτόχρονη τοποθέτηση ότι δεν ήθελε ή δε μπορούσε παραπάνω; Θεωρώ πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση με τους Saxon να πιάνουν το top της έμπνευσης στους την περίοδο 82-83, αφενός με το Eagle Has Landed live album που συμπύκνωσε την φοβερή πρώτη φάση του group σε ένα από τα καλύτερα ζωντανά ηχογραφημένα albums όλων των εποχών καθώς και το Power and the Glory LP που για πολλούς είναι το τελευταίο τεράστιο album κλασικού heavy metal που κυκλοφόρησε το group. Η συνέχεια είχε τους πειραματισμούς των Crusader και Innocence Is No Excuse με τον εξαμερικανισμό του ήχου τους, καθώς και την AOR φάση που ακολούθησε κι όταν αυτή τελείωσε με την έλευση του Nibbs Carter το συγκρότημα σαφώς και πέρασε μια δεύτερη νεότητα που συνεχίστηκε για πάρα πολλά χρόνια από πολύ καλά μέχρι εξαιρετικά albums, από την άλλη όμως η δεκαετία του 80 γιγάντωσε ένα σωρό groups με σαφέστερο εκείνη την εποχή  προσανατολισμό, οπότε η ευκαιρία των Saxon ώστε να γίνουν μαζί με άλλους ένα από τα top ονόματα που θα γέμιζε αρένες είχε χαθεί ανεπιστρεπτί.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι Saxon δεν έχουν καμία σχέση με τη μέση rock n roll φαντασίωση. Η ζωή τους ανάγκασε να τη σνομπάρουν σε μεγάλο βαθμό και αυτό που έμεινε είναι ξεκάθαρα η αγάπη για τη μουσική και για τους οπαδούς.

Τέλος υπάρχει κι ο ανθρώπινος παράγοντας. Αυτός που έχει να κάνει με τις προσωπικότητες των μελών του group και το προσγειωμένο lifestyle που ακολούθησαν στη ζωή τους. Έχει να κάνει με το ότι στην περίφημη Bombers & Eagles περιοδεία με τους Motorhead κανείς τους δεν ακολούθησε τις τρέλες του μακαρίτη Lemmy κι απλά σαν κλασικοί Εγγλέζοι φρόντιζαν στο καμαρίνι τους να υπάρχουν τσάι και εφημερίδες, αυτά χρειαζόντουσαν για την αυτάρκεια τους. Έχει να κάνει με τον μεγάλο Biff Byford που δουλεύοντας από τα 15 ως ξυλουργός για να συντηρήσει τον ανήμπορο από εργατικό ατύχημα πατέρα του (που αντιμετώπιζε και πρόβλημα αλκοολισμού), μεγάλωσε και ωρίμασε πολύ γρήγορα κι έτσι ήταν πάντα προετοιμασμένος να διαχειριστεί την όποια επιτυχία του group. Έχει να κάνει με τον έτερο εκπρόσωπο της σκληρά δοκιμαζόμενης εργατικής τάξης της εποχής στην Αγγλία, τον Paul Quinn, ο οποίος κάπου ανάμεσα στο ανθρακωρυχείο και τις εμφανίσεις σε καμπαρέ της περιοχής, κατάλαβε με τη βοήθεια του Byford ότι αξίζει παραπάνω αλλά δούλεψε σκληρά και δουλεύει μέχρι σήμερα για αυτό με απίστευτη σοβαρότητα και προσήλωση. Κι έχει να κάνει τέλος με τον αιώνιο έφηβο Nibbs Carter που όσο πωρωτικός και ενθουσιώδης είναι πάνω στη σκηνή, άλλο τόσο σοβαρός και μετρημένος είναι στην προσωπική του ζωή προσέχοντας τα τέσσερα παιδιά του, αλλά και τη γυναίκα του η οποία δυστυχώς από το 2010 λόγω σπάνιας αρρώστιας είναι καθηλωμένη στο σπίτι και εξυπηρετείται μόνο με τη βοήθεια κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας. Είναι ξεκάθαρο ότι οι Saxon δεν έχουν καμία σχέση με τη μέση rock n roll φαντασίωση. Η ζωή τους ανάγκασε να τη σνομπάρουν σε μεγάλο βαθμό και αυτό που έμεινε είναι ξεκάθαρα η αγάπη για τη μουσική και για τους οπαδούς. Σε μια από τις σπάνιες αυτές οπαδικές σχέσεις με κάποιο συγκρότημα.

Οι Saxon ήταν και θα είναι το group που όταν έρθει στην κουβέντα όλοι θα χαμογελάσουν, όλοι θα μιλήσουν με θετικά λόγια, όλοι θα έχουν μια καλή ανάμνηση κι έναν μεγάλο σεβασμό γι αυτούς. Δείχνουν να το έχουν αποδεχτεί εδώ και πάρα πολύ καιρό και να διασκεδάζουν ιδιαίτερα αυτή τη φάση της καριέρας τους. Το heavy metal χρειάζεται τους Saxon. Χρειάζεται τις σταθερές του, τα groups που δε θα αλλάξουν τον ήχο τους και θα πορευτούν σε αυστηρά μουσικά πλαίσια, τα groups που μπορούν να ενώσουν μουσικές και κοινωνικές διαφορές χαρίζοντας στιγμές απόλαυσης, και που ταυτόχρονα θα διατηρήσουν το προφίλ του λαοφιλούς και προσιτού, το προφίλ που θυμίζει ότι το rock είναι μουσική από οπαδούς προς οπαδούς. Γι αυτό και μέσα από την καρδιά μας οι περισσότεροι δε θα χορταίνουμε να αγοράζουμε και να ακούμε τους δίσκους τους, δε θα χορταίνουμε να τους βλέπουμε live. Long Live Saxon!

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.