Ακόμα σκέφτομαι αν πρέπει να αλλάξω το μικρό κειμενάκι που βρίσκεται δίπλα στη φωτογραφία μου στο site. Στο κάτω μέρος της οθόνης γράφει σε τρίτο πρόσωπο «Ζει με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα γνωρίσει από κοντά τον Anthony Bourdain».

Δυστυχώς, χθες το μεσημέρι αυτή η ελπίδα έφυγε και μάλλον το πήρα κατάκαρδα γιατί είναι η πρώτη ελπίδα που μου φεύγει πραγματικά.

Ο κύριος Bourdain δεν ήταν μεγάλος chef, όπως διαβάζω σε πολλά κείμενα από χθες το βράδυ. Ο ίδιος ποτέ δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο αλλά ούτε και πολύ άλλοι έχουν εκφράσει τον θαυμασμό τους για τις μαγειρικές του ικανότητες. Αντιθέτως όμως, σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και συμπεριφερόμαστε στο φαγητό δεν θα ήταν ο ίδιος αν ο Anthony δεν είχε αποφασίσει να γράψει το «Κουζίνα Εμπιστευτικό». Ένα βιβλίο που έφερε τα πάνω κάτω στον κόσμο της μαγειρικής και του φαγητού.

Αυτό όμως ήταν μόνο η αρχή, μιας και το «Μισοψημένο» που ακολούθησε τον εδραίωσε στο παγκόσμιο στερέωμα ως τον άνθρωπο που εκπροσωπούσε τον απόλυτο punk τρόπο ζωής ανάμεσα σε celebrities που προσπαθούσαν να κλέψουν λίγο από την ελκυστική «βρωμιά» του.

Ποτέ δεν μάσησε τα λόγια του. Ποτέ δεν δίστασε να πει την άποψη του και να υποστηρίξει αυτά που ο ίδιος πίστευε σ’ ένα κόσμο που εκθείαζε και συνεχίζει να εκθειάζει κάθε νέα τάση και στάση ζωής ακόμα και αν αυτή αναπνέει μέσα σε μια σαπουνόφουσκα. Αν μπείτε στον κόπο, θα διαβάσετε εκεί έξω πολλά για τα οποία έχει εκφράσει την αντίθεση του αλλά μάλλον θα δυσκολευτείτε να διαβάσετε για το μένος του με τους vegan. Φυσικά όχι με τους ανθρώπους που υποστηρίζουν αυτό τον τρόπο ζωής αλλά με τη φιλοσοφία που προσπαθεί να πείσει ότι αυτοί που τρώνε κρέας κάνουν λάθος. Ο Tony έλεγε επιχειρήματα που δύσκολα μπορεί να αντικρούσει κανείς με τρόπο που μάλλον σε φέρνουν σε δύσκολη θέση δίχως να προσπαθούν να «γλύψουν» κάθε πλευρά για να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι.

Φυσικά ο Tony δεν έμεινε μόνο στα βιβλία. Οι εκπομπές του στην τηλεόραση θα μείνουν στην ιστορία ως αυτές που καθιέρωσαν έναν μάγειρα να ταξιδεύει όχι για να μαγειρέψει και να κλέψει συνταγές αλλά για να ανακαλύψει πολιτισμούς και κοινωνικές ομάδες μέσα από φαγητά, μυρωδιές και γευστικές συνήθειες. Ο Tony είχε ένα μοναδικό μέταλλο στη φωνή του που όταν μιλούσε σε καθησύχαζε. Σε διαβεβαίωνε υποσυνείδητα πως όλα θα πάνε καλά ακόμα και αν σου έδειχνε ψητούς σκορπιούς στην Καμπότζη. Σ’ έπειθε πως ακόμα και αν πάθεις τροφική δηλητηρίαση μετά από ένα γεύμα στους δρόμους του Νέου Δελχί και δεν μπορείς να σηκωθείς από το κρεβάτι για τις επόμενες δυο μέρες, ότι άξιζε τον κόπο. Άξιζε τον κόπο γιατί πρέπει να δοκιμάζεις. Να δοκιμάζεις καινούρια πράγματα, να ανακαλύπτεις τον κόσμο ακόμα και αν ξέρεις ότι θα σου κοστίσει. «Δεν αξίζει να ζεις αν δεν έχεις το θάρρος να δοκιμάζεις» έλεγε ο Tony.

Από τότε αυτή είναι η φιλοσοφία μου στο φαγητό και προσπαθώ σταδιακά να την βάλω και στον γενικότερο τρόπο ζωής μου. O Tony, ήταν αυτός που όσα νεύρα και αν είχα, όσο στεναχωρημένος και αν ήμουν, πάντα με καθησύχαζε.  Με καθησύχαζε, βλέποντας τον, μέσα σε ένα επεισόδιο των είκοσι λεπτών να περπατάει στους δρόμους του κόσμου και να μου λέει την αλήθεια.

Από τότε που τον πρωτογνώρισα μέσα από τα κείμενα του, έχω ταξιδέψει πολύ. Πάντα όμως τον είχα δίπλα μου. Τον είχα δίπλα μου στους δρόμους της Νέας Υόρκης, στο Ελσίνκι, στη Στοκχόλμη, στην Κοπεγχάγη, στο Λονδίνο, στην Βαρκελώνη, στην Πράγα, στη Βιέννη, στη Βουδαπέστη, στο Ταλίν, στο Μόναχο, στην Κολωνία, στο Βερολίνο, στη Ρώμη, στη Σικελία, στη Βερόνα, στη Βενετία ακόμα και στην αδικημένη Μπολόνια. Ο Tony ήταν πάντα εκεί για να μου λέει τι πρέπει να κάνω για να βιώσω μια πόλη όχι ως τουρίστας αλλά ως άνθρωπος που του αρέσει το αυθεντικό, η ομορφιά της αλήθειας αλλά και η ηδονή της ανακάλυψης.

Ο Tony έλεγε ότι δεν αξίζει να περιμένεις σε ουρές. Δεν αξίζει να περιμένεις 2 ώρες για να ανέβεις σε ένα κτήριο 150 ορόφων όταν μπορείς απέναντι να ανέβεις σε ένα κτήριο των 100 και να θαυμάσεις ότι έχεις μπροστά σου μέσα σε 5 λεπτά. Ο Tony σ’ έβγαζε πάντα από τη δύσκολη θέση. Ήξερε τι να πει, πώς να το πει και γιατί να το πει. Ήταν αυτός που στις εκπομπές του μιλούσε με περισσότερο σεβασμό στον Iggy Pop απ’ ότι στον Barack Obama γιατί απλά σεβόταν τους ήρωες του περισσότερο από τα πρέπει.

Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί αποφάσισε να βάλει τέλος τη ζωή του. Στο μυαλό μου γυρίζουν οι ιστορίες του στο instagram που συνήθιζε να ανεβάζει κοιτάζοντας έξω από το μεγάλο παράθυρο στον ουρανοξύστη της Νέας Υόρκης που έμενε, συνδυασμένες πάντα με punk μουσική. Σε όλες υπήρχε μια μελαγχολία αλλά μου φαινόταν τόσο γλυκιά.

Δεν ξέρω τι μπορεί να απασχολούσε το μυαλό του αλλά η είδηση της αυτοκτονίας του χθες το μεσημέρι με σόκαρε κυριολεκτικά. Όχι τόσο γιατί αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του αλλά γιατί επέλεξε την Γαλλία για να το κάνει. Τον θυμάμαι πάντα να λέει πως όνειρο του ήταν να ζήσει κάποια στιγμή μόνιμα στο Βιετνάμ. Γι’ αυτόν ήταν ο επίγειος παράδεισος και πίστευα ότι εκεί θα επέλεγε να κλείσει τα μάτια του.

Τελικά δεν θα αλλάξω τις λέξεις στο βιογραφικό μου. Κάποια μέρα ίσως, τελικά, συναντηθούμε

Καλό ταξίδι Tony…

Ο Σάββας Στανής γεννήθηκε στην Κομοτηνή την χρονιά που οι AC/DC κυκλοφόρησαν το Back in Black και από τότε η σχέση του με την rock μουσική είναι μια σχέση εξάρτησης. Είναι δημιουργός του επίσημου ελληνικού fan club των Dream Theater “Infinite Dreams” (1999), βραβευμένο από την Warner Music και από την ifpi για την αύξηση των πωλήσεων του συγκροτήματος στην Ελλάδα. Υπήρξε συντάκτης των περιοδικών Rock On και Rock Hard με μόνιμες στήλες, συνεντεύξεις και studio reports συγκροτημάτων στο εξωτερικό. Έχει καθίσει πίσω από την κονσόλα του Atlantis Fm 105,2, αυτοαποκαλείται foodie και λατρεύει να αξιολογεί burger οπουδήποτε ανακαλύπτει ότι τα σερβίρουν. Αποκαλεί Άγιο τον Anthony Bourdain και θεωρεί τεράστιο πλήγμα που δεν κατάφερε να τον γνωρίσει από κοντά.