ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ TOP STORIES/ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο Ευθύμης Καραδήμας ξετυλίγει 30 και πλέον χρόνια μουσικής ζωής στο rockyourlife

Από τα πρώτα βινύλια και την… κατά λάθος στροφή του στο μπάσο μέχρι το νέο album των Slayerking «Tetragrammaton» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες – Θα ήθελα να συνεργαστώ με κάποιον παραγωγό που με τις γνώσεις και την εμπειρία του μόνο κάπου καλά μπορεί να σε πάει. – Σου…

Από τα πρώτα βινύλια και την… κατά λάθος στροφή του στο μπάσο μέχρι το νέο album των Slayerking «Tetragrammaton» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες

– Θα ήθελα να συνεργαστώ με κάποιον παραγωγό που με τις γνώσεις και την εμπειρία του μόνο κάπου καλά μπορεί να σε πάει.

– Σου το εύχομαι.

Κάπως έτσι είχε ολοκληρωθεί η κουβέντα που είχαμε κάνει με αφορμή τότε την κυκλοφορία του ντεμπούτου των Slayerking. Τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά, με το δεύτερο album του συγκροτήματος με τίτλο «Tetragrammaton» να έχει μόλις κυκλοφορήσει, το rockyourlife συνάντησε ξανά τον Ευθύμη Καραδήμα σε μια συζήτηση που ξεκίνησε από τα ζόρικα πρώτα χρόνια της ενασχόλησης με τη μουσική και κατέληξε στην πραγματοποίηση, σήμερα, της παραπάνω επιθυμίας.

Ο Ευθύμης έφτασε στο ραντεβού μας σε γνωστή μπυραρία της Ηλιούπολης φορώντας την αγαπημένη του μαύρη τραγιάσκα. «Μόνο που ξέχασα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας και δυσκολεύομαι λίγο με τον κατάλογο», αστειεύτηκε. «Μην ξεχνάς άλλωστε ότι σε τρία χρόνια πενηνταρίζουμε». Ως συνομήλικος… μύωπας, προσφέρθηκα να βοηθήσω αλλά τελικά βγήκε άκρη και μετά από μια χαλαρή κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, μια ατάκα αρκούσε για να ανοίξει το φράγμα και να ξεχυθεί ένας πραγματικός χείμαρρος.

Κοιτάζοντας σήμερα πίσω, μπορώ να πω απερίφραστα ότι η δική μας η γενιά έζησε το απόλυτο πατρονάρισμα ως προς το τι θα άκουγε

Μάλλον ήταν γραφτό, του λέω, να συναντηθούμε στην Ηλιούπολη και όχι στο Γκάζι, όπως είχαμε προγραμματίσει αρχικά, αφού από εδώ ξεκίνησαν όλα, έτσι δεν είναι;

Ο Ευθύμης Καραδήμας το 1990

«Ανω Ηλιούπολη για την ακρίβεια, μέσα δεκαετίας ’80. Το κομβικό σημείο ήταν το Πολυκλαδικό Λύκειο της Ηλιούπολης, από εκεί ξεκίνησαν όλα, οι γνωριμίες, η επαφή με το metal και ό,τι ακολούθησε. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τότε δεν άκουγα πολλή μουσική, η βασική μου ενασχόληση ήταν το ποδόσφαιρο και ο στίβος. Τελειώνοντας το γυμνάσιο άρχισα να μπαίνω στη φάση λίγο πολύ όπως όλοι μας με μπάντες mainstream, όπως οι Scorpions για παράδειγμα και άλλα συγκροτήματα που σέρβιραν οι διανομείς τότε στην Ελλάδα, που ήταν λίγοι. Βεβαίως ας μην ξεχνάμε ότι μας παρέσυρε και η φρενίτιδα του Ευρωμπάσκετ με το The Final Countdown, που ειδικά για εμάς τους τότε πιτσιρικάδες ακουγόταν στα αυτιά μας αρκετά σκληρό. Σίγουρα όχι ακραίο αλλά δυνατό σε σχέση με τα με ό,τι άκουγε η γειτονιά και οι υπόλοιποι συμμαθητές μας στο σχολείο. Εμείς βρήκαμε ένα πιο σκληρό άκουσμα με δυνατές κιθάρες με τύμπανα με μουσικούς οι οποίοι κάνουν ένα διαφορετικό look. Στο λύκειο όμως ήρθα και σε επαφή με μπάντες με πιο σκληρό και ακραίο ήχο όπως οι Kreator, οι Sodom και οι Destruction, αλλά και με το γερμανικό power που τότε έκανε μία δυναμική εμφάνιση και οι διανομείς αποφάσισαν να φέρουν τους δίσκους εκείνους στην Ελλάδα. Κοιτάζοντας σήμερα πίσω, μπορώ να πω απερίφραστα ότι η δική μας η γενιά έζησε το απόλυτο πατρονάρισμα ως προς το τι θα άκουγε».

Αυτή είναι και η διαφορά της δικής μας εποχής με τη σημερινή. Εμείς δεθήκαμε με συγκεκριμένες μπάντες διότι αυτές μας φέρνανε, σε αντίθεση με τα σημερινά παιδιά που έχουν στη διάθεσή τους ένα πολύ μεγάλο -έστω και virtual- δισκάδικο για να επιλέξουν αυτό που τους αρέσει. Χρόνο και διάθεση να έχεις…

«Ακριβώς έτσι. Σήμερα μπορείς να βρεις ακόμα και μια πανκ μπάντα από την Αλάσκα και αν τη γουστάρεις μπορείς και να τη στηρίξεις. Τότε οι επιλογές ήταν συγκεκριμένες και όσο αστείο και αν ακούγεται σήμερα εξαρτιόνταν από τη διαδρομή του λεωφορείου. Για μένα ήταν το Ηappening και το Rock City. Πριν από αυτά σημείο αναφοράς ήταν ένα δισκάδικο στην Ηλιούπολη, ο Τοξότης, όπου από εκεί είχα αγοράσει το ‘Garage Days’ των Metallica. Ηταν το πρώτο βινύλιο που απέκτησα και ακολούθησαν το ομώνυμο EP των Helloween, το ‘Kaitsoku Ban’ των Accept. Είχαν προηγηθεί και κάτι κασέτες, αν θυμάμαι καλά η πρώτη μου ήταν το ‘Love at first sting’ των Scorpions».

Το πρώτο κομμάτι που έμαθα να παίζω στο μπάσο ήταν το Chemical Warfare των Slayer, ενώ θυμάμαι να παιδεύομαι και με το Guardians των Helloween

Σχεδόν ταυτόχρονα ξεκίνησε και η ενασχόληση του Ευθύμη με το μπάσο. Ο ίδιος θυμάται ότι όλα ξεκίνησαν από μια λάθος εντύπωση, η οποία πέρα από το αστείο της υπόθεσης καταδεικνύει και την αθωότητα με την οποία αντιμετωπίζαμε τότε τα πράγματα.

«Ηταν η περίοδος που οι Helloween είχαν κυκλοφορήσει το ‘Walls of Jericho’ και ακούγοντας εγώ το κομμάτι που ανοίγει το δίσκο, το Ride the Sky είχα την αίσθηση ότι το εναρκτήριο riff ήταν παιγμένο με μπάσο. Και λέω, αυτό είναι, μπάσο! Οταν λοιπόν κατέβηκα στον Αρμάο απέναντι ακριβώς από το Happening με τη μητέρα μου βρήκα ένα φθηνό, μάρκας Zeus, το οποίο είχε τον ιδανικό συνδυασμό τιμής, που ικανοποιούσε τον γονέα και μαύρου χρώματος, που ικανοποιούσε εμένα. Το πήρα και μετά βέβαια συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικός ήταν ο ήχος του μπάσου από αυτόν της κιθάρας. Το πρώτο κομμάτι που έμαθα να παίζω στο μπάσο ήταν το Chemical Warfare των Slayer, ενώ θυμάμαι να παιδεύομαι και με το Guardians των Helloween. Να φανταστείς ότι επειδή μέχρι να αποκτήσω ενισχυτή το συνέδεα σε ένα μονοφωνικό κασετόφωνο που είχα τότε».

Εύλογα η κουβέντα πήγε σε μουσικούς και δη μπασίστες, όπως ο Tom Araya και ο Markus Grosskopf, που ενδεχομένως λειτούργησαν ως πρότυπα για τον ίδιο. Η απάντησή του ομολογουμένως αιφνιδιάζει.

Η εμπορική επιτυχία του ‘Lesbian Show’ δεν έγινε αφορμή για ένα ‘Lesbian Show 2’, αλλά για κάτι τελείως διαφορετικό που σε κάθε περίπτωση αντανακλά την ψυχοσύνθεσή μου, που μού υπαγόρευε να πάω κόντρα.

«Δεν μπορώ να πω ότι είχα κάποιους μπασίστες ως πρότυπο τότε. Κακώς, μακάρι να είχα γιατί η διαδρομή ενδεχομένως να ήταν πιο εύκολη. Εμένα ο δικός μου οδηγός τότε ήταν το άγχος και η οργή γιατί δυσκολευόμουν να βρω τα πατήματα μου μέσα στο μικρό κοινωνικό πλαίσιο που με περιέβαλε τότε που ήταν το σχολείο και η γειτονιά. Κανείς δεν καταλάβαινε ούτε τη μουσική που άκουγα ούτε το ‘lifestyle’ της περιόδου εκείνης. Ο,τιδήποτε ξέφευγε από το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια και έφερνε κάτι καινούργιο αμέσως έμπαινε στο στόχαστρο και δημιουργούνταν γύρω από αυτό σενάρια τρόμου και συνωμοσίας και όσοι εξέφραζαν αυτή την τάση περιβάλλονταν με μνησικακία. Θυμάμαι ακόμα και τον διευθυντή του σχολείου, που σε γενικές γραμμές ήταν ένας χαλαρός τύπος, να μου κάνει παρατήρηση επειδή κυκλοφορούσα με ένα σχισμένο τζιν στο οποίο μάλιστα είχα ζωγραφίσει το λογότυπο των Exodus. Εμένα όλο αυτό με εξόργιζε και η μουσική λειτουργούσε ως διέξοδος. Κι επειδή ήμουν εσωστρεφής με ενδιέφερε να βρω φόρμουλες επικοινωνίας με τους άλλους, αλλά με τα δικά μου μέτρα και σταθμά, χωρίς πολλές εκπτώσεις».

Η τελευταία αυτή αποστροφή έφερε τη συζήτηση στους Nightfall, οι οποίοι δημιουργήθηκαν λίγα χρόνια μετά, το 1991 και είναι ταυτισμένοι με το όνομα Ευθύμης Καραδήμας. Προσωποκεντρική μπάντα ή μήπως όχι;

«Κατ’ αρχάς μια μπάντα είναι πάντα μια μπάντα, είτε μιλάμε για την πρώτη φορά που μπήκαμε στα Praxis Studios στη Νέα Σμύρνη με τους Nightfall για να γράψουμε το demo ‘Vanity’ είτε, σήμερα, για τους The Slayerking και το ‘Tetragrammaton’. Ολοι έχουν ρόλο και συμβολή στο τελικό αποτέλεσμα. Το προσωποκεντρικό του πράγματος όσον αφορά τους Nightfall έχει να κάνει κυρίως με το ότι εγώ ήμουν αυτός που το δημιούργησα, το κράτησα στους ώμους μου σε δύσκολες περιόδους, το προστάτευσα και δεν το εξέθεσα, δεν το έκανα φέιγ βολάν. Η εμπορική επιτυχία του ‘Lesbian Show’ δεν έγινε αφορμή για ένα ‘Lesbian Show 2’, αλλά για κάτι τελείως διαφορετικό που σε κάθε περίπτωση αντανακλά την ψυχοσύνθεσή μου, που μού υπαγόρευε να πάω κόντρα. Ολη η ομορφιά του πράγματος όμως περικλείεται στην έννοια της μπάντας».

Υπάρχει κάποια στιγμή που θα ξεχώριζες από εκείνα τα πρώτα χρόνια;

«Νομίζω ότι κομβικής σημασίας ήταν η πρώτη μας περιοδεία, το 1994 για το ‘Macabre Sunsets’. Ηταν μια εμπειρία απίστευτα διδακτική μέσα από την οποία κι εμείς συμβάλλαμε στο χτίσιμο της doom-death σκηνής. Είχαμε την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με άλλους μουσικούς, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν βγει ποτέ από τα στενά πλαίσια της περιοχής τους, αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε κασέτες κι έτσι ξεκίνησε η διασπορά των ιδεών και η αφομοίωση πολλών εξ αυτών στη μουσική του καθενός. Για μένα η σκηνή είναι σαν ένα βουνό που για να υπάρχει κορυφή πρέπει να υπάρξουν και πλαγιές. Αν δεχτούμε ότι στην κορυφή έκατσαν οι Paradise Lost, οι Nightfall ήταν ένα πέτρωμα σε κάποια πλαγιά μαζί με άλλες μπάντες όπως οι Tiamat, οι Pyogenesis, συγκροτήματα από την ελληνική σκηνή κ.ά. Ανεξάρτητα όμως από την καλλιτεχνική αξία ή την εμπορική απήχηση του καθενός, το σημαντικό ήταν ότι όλοι βγήκαμε από τον ίδιο σωρό και κάθε μπάντα προσπαθούσε να διαμορφώσει τον ήχο της. Ξεχωριστή στιγμή ήταν και το Wacken το 2001. Ιστορία από μόνο του και με τρελό vibe. Πραγματικά αξέχαστο».

Με τους Orphaned Land το 1995

Από τότε μέχρι σήμερα βέβαια έχουν αλλάξει πολλά. Ενας μουσικός και ένα συγκρότημα πρέπει να έχουν πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού τους την ανάγκη να επανασυστήνονται σε ένα κοινό το οποίο έχει εύκολη πρόσβαση σε πολύ περισσότερο υλικό σε σχέση με εκείνα τα χρόνια.

«Ετσι κι αλλιώς το metal εδώ και χρόνια έχει αλλάξει. Δεν είναι η αλήτικη μουσική του δρόμου που ήταν κάποτε, που έβγαινε κάποιος και έπαιζε με ξεκούρδιστη κιθάρα κι εμείς από κάτω κοπανιόμασταν. Πλέον, έχει αναχθεί σε τέχνη. Η δεκαετία του ’90 έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτό γιατί τότε τα προβληματικά παιδιά έγιναν προβληματισμένοι νέοι. Μοιραία λοιπόν και κάθε νέα γενιά οπαδών που ακολουθεί σου δίνει τη δυνατότητα και την ευκαιρία να επανασυστηθείς, είτε αλλάζοντας τις φόρμες πάνω στις οποίες δουλεύεις είτε δημιουργώντας ένα νέο σχήμα το οποίο έχει να παρουσιάσει κάτι καινούργιο. Είναι κάτι που σε κρατάει ζωντανό και ενισχύει το αίσθημα της ελευθερίας που από τη φύση της έχει όλη η ροκ μουσική, τόσο για εκείνους που είναι πάνω στη σκηνή όσο και για εκείνους που είναι από κάτω. Είναι μια ιδανική ευκαιρία για να δεις αν εξακολουθείς να το έχεις. Η νέα γενιά έχει πάρα πολλά ερεθίσματα και πολύ περισσότερα ακούσματα από αυτά που είχαμε εμείς και επιπλέον είναι αδυσώπητη, δεν συγχωρεί. Έχει τόσες πολλές εναλλακτικές επιλογές που δεν δίνει εύκολα δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, όπως κάναμε εμείς, που πηγαίναμε για παράδειγμα σε μια συναυλία και συγχωρούσαμε τον κακό ήχο και την επόμενη φορά ήμασταν και πάλι εκεί. Σήμερα, αν δεν τους κερδίσεις από την αρχή, τελείωσε. Αν έρθουν να σε δουν και για οποιοδήποτε λόγο δεν περάσουν καλά, θα σου γυρίσουν την πλάτη. Το θέμα είναι εσύ να κάνεις σωστά τη δουλειά σου για να αυξήσεις τις πιθανότητες να έχεις ανταπόκριση».

Γιατί στο κάτω κάτω οι The Slayerking δεν είναι καμιά μεγάλη μπάντα. Για την ακρίβεια είμαστε μια μικρή μπάντα, που όμως σέβεται τον εαυτό της και μας ενδιαφέρει ο θεατής να πάρει πίσω και με το παραπάνω τα χρήματα που θα δώσει για να  μας δει.

Αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι η εμφάνιση των The Slayerking στο πλευρό των Candlemass, στις 23 Νοεμβρίου στο Fuzz αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς εκεί θα παρουσιάσουν το «Tetragrammaton» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες.

«Κάθε συναυλία των The Slayerking έχει ένα χαρακτήρα ιεροτελεστίας. Εγώ μάλιστα με την περσόνα που υποδύομαι βυθίζομαι 100% σε ένα παράλληλο σύμπαν. Πρόκειται για μια ακριβή παραγωγή την οποία εμείς θέλουμε μάλιστα να εμπλουτίσουμε κι άλλο. Η συναυλία με τους Candlemass θα είναι ένα δυνατό crash test για το δικό μας live στο οποίο θα παρουσιάσουμε όλο το υλικό μας. Είναι κάτι που το σκεφτόμαστε εδώ και ένα χρόνο και το κύριο μέλημά μας είναι να βρεθεί ο κατάλληλος χώρος που θα ικανοποιεί χωρίς εκπτώσεις αυτό που θέλουμε να παρουσιάσουμε. Εχουμε πει ήδη αρκετά όχι σε ανθρώπους που μας κάλεσαν να παίξουμε, με τον κίνδυνο μάλιστα να παρεξηγηθούμε, αλλά είναι κάτι που έγινε καθαρά για λόγους αισθητικής και σεβασμού απέναντι σε αυτόν που θα έρθει να μας δει και να μας ακούσει. Όταν απορρίπτεις προτάσεις γιατί ο χώρος δεν ικανοποιεί τα θέλω σου, αυτός που σε προσκαλεί αν μη τι άλλο προσβάλλεται. Γιατί στο κάτω κάτω οι The Slayerking δεν είναι καμιά μεγάλη μπάντα. Για την ακρίβεια είμαστε μια μικρή μπάντα, που όμως σέβεται τον εαυτό της και μας ενδιαφέρει ο θεατής να πάρει πίσω και με το παραπάνω τα χρήματα που θα δώσει για να  μας δει. Αν δούμε ότι δεν μπορούμε να το εξασφαλίσουμε αυτό, πολύ απλά δεν θα το κάνουμε».

Στη δικιά μας γενιά άρεσε -και σε κάποιους αρέσει ακόμα- να ξέρει τι θα ακούσει. Οταν λοιπόν εμφανίζονται συγκροτήματα που κάθε άλμπουμ τους είναι και διαφορετικό πολλοί στραβώνουν.

Ένας επιπλέον λόγος  που έχει αλλάξει κατά πολύ ο μουσικός χάρτης τα τελευταία χρόνια είναι η εξάπλωση και η αξιοποίηση των social media, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι στην καθημερινότητα τόσο των fans αλλά και των μουσικών. Υπερβολική ή μη, δεν παύει να είναι η νέα πραγματικότητα.

«Η αλήθεια είναι ότι η δική μου σχέση με τα social media είναι σε εμβρυακό στάδιο και αυτό είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει. Το κοιτάω, ξέρω τι είναι, αλλά δεν συμμετέχω. Σαν αυτούς που πάνε και βλέπουν ζωντανό σεξ αλλά δεν συμμετέχουν (γέλια). Οπότε, ναι, υπάρχει πολύς δρόμος για μένα στο κατανοήσω τι είναι αυτό και να δω τα οφέλη του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θα περάσω ποτέ στο άλλο άκρο. Δεν με νοιάζει να ξέρει ο άλλος πότε πηγαίνω στην τουαλέτα, όμως θεωρώ ότι αν έχω κάτι σημαντικό να πω θα πρέπει να αξιοποιήσω και αυτό το μέσο, χωρίς να γίνω σαλτιμπάγκος. Ισως και να είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας, ότι και σε αυτόν τον τομέα, προτιμώ το σκοτάδι».

Tο νέο άλμπουμ των The Slayerking «Tetragrammaton» κυκλοφόρησε μόνο σε βινύλιο στις 4 Οκτωβρίου από την ολλανδική offtherecord

 

Σκοτάδι είναι η λέξη που χαρακτηρίζει και το «Tetragrammaton» και η οποία λειτούργησε ως ιδανική γέφυρα για να μπούμε στο κλίμα του νέου άλμπουμ των The Slayerking.

«Σε αντίθεση με το ‘Sanatana Dharma’ που ήταν μια αβίαστη προσπάθεια να ηχογραφηθούν κάποια κομμάτια που ήταν προϊόν τζαμαρίσματος το ‘Tetragrammaton’ είναι ένα άλμπουμ δουλεμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Δουλέψαμε τον ήχο μας από την αρχή και ο Marcus (σ.σ. αναφέρεται στον παραγωγό Marcus Jidell») βοήθησε ώστε μέσα από την παραγωγή να αναδειχτούν τόσο η μουσική όσο και οι στίχοι. Μιλάμε για ένα σκοτεινό, ερωτικό παραμύθι ντυμένο με ηχοχρώματα που παραπέμπουν ομιχλώδες τοπίο. Και όταν λέμε σκοτεινό μη φανταστεί κανείς μαυροντυμένους μουσικούς με καρφιά και ζώνες με σφαίρες. Αυτό ήταν σκοτεινό πριν 20 χρόνια, σήμερα είναι απλά ακραίο. Σήμερα σκοτεινό έχει έννοια κινηματογραφική, είναι το Ερεβος, κάτι σάπιο που έρπεται».

Από την άλλη υπάρχουν πολλοί, κυρίως της δικής μας γενιάς, οι οποίοι απορρίπτουν νέα ακούσματα ή διαφορετικές προτάσεις με την επίφαση ότι δεν είναι metal ή τουλάχιστον δεν είναι τόσο metal όσο έχουν συνηθίσει. Τελικά είναι στο DNA ενός μουσικού να βάζει περιορισμούς στα ακούσματα ή ακόμα και στις συνθέσεις σου για να μην δυσαρεστήσει το κοινό του;

«Εγώ δεν το έκανα ποτέ. Βέβαια το έχω πληρώσει γιατί όπως ξέρεις και εσύ η παντιέρα είναι το Α και το Ω. Στη δικιά μας γενιά άρεσε -και σε κάποιους αρέσει ακόμα- να ξέρει τι θα ακούσει. Οταν λοιπόν εμφανίζονται συγκροτήματα που κάθε άλμπουμ τους είναι και διαφορετικό πολλοί στραβώνουν. Για παράδειγμα, όταν πηγαίνεις να αγοράσεις Kreator ξέρεις τι θα ακούσεις. Από την άλλη τα Nightfall ήταν καθένα και διαφορετικό, ενώ το ίδιο συμβαίνει τώρα και με τους The Slayerking. Προσωπικά δεν είδα ποτέ κάτι σαν προϊόν για ένα συγκεκριμένο αγοραστικό κοινό. Θα μου πεις αν το έβλεπες έτσι, θα ήσουν ευχαριστημένος; Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να σου απαντήσω σε αυτό. Πάντως έχω δει πολύ κόσμο που βλέπει την τέχνη του σαν προϊόν και πολλές φορές χαίρεται διότι οι πέντε γίνονται δέκα, οι δέκα γίνονται είκοσι κ.ο.κ. Αν κάποια στιγμή όμως ξεφύγεις από αυτό που έχουν συνηθίσει να τους δίνεις, τρως κράξιμο. Και τότε συνειδητοποιείς ότι δεν τους έχεις εσύ, αλλά σε έχουν εκείνοι».

Slayerking

Υπάρχει ζωή για τον Ευθύμη εκτός μουσικής;

«Εγώ είμαι μονίμως μέσα στη φάση της μουσικής, σε βαθμό βλακείας. Περπατάω και τραγουδάω, σκέφτομαι riff, μελωδίες που μου έρχονται στο μυαλό. Για μένα η μουσική δεν είναι πια το αγχολυτικό που ήταν κάποτε, είναι ένα παράλληλο σύμπαν στο οποίο καταφεύγω όταν θέλω να ξεφύγω από την καθημερινότητα και χαίρομαι γιατί μετά από τόσα χρόνια τα έχω φέρει έτσι ή έχουν έρθει έτσι τα πράγματα ώστε να είναι ακόμα εκεί και να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο ασχολούμαι τόσο πολύ. Οι The Slayerking για παράδειγμα κάνουν ακριβώς αυτό. Υπηρετούν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μουσική, ακόμα και τις νέες ταχύτητες που διέπουν το σώμα μας. Πλέον δεν πηγαίνουμε με χίλια, πηγαίνουμε με εκατό και χαζεύουμε από το παράθυρο τη φύση. Σε αυτό βέβαια βοήθησε πάρα πολύ και ο παραγωγός μας ο Μarcus ο οποίος ανέδειξε πράγματα τα οποία τα έχεις, είναι εκεί μέσα απλά μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε βρεθεί κάποιος για να σε βοηθήσει να τα δεις και να σου τα βγάλει. Θυμάσαι στην προηγούμενη κουβέντα μας που σου έλεγα πόσο θα ήθελα να συνεργαστώ με έναν παραγωγό που θα μου ανοίξει νέους δρόμους; Ε, λοιπόν, να που έγινε»».

Αντί επιλόγου, επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας και της επανάστασης…

«Ηξερες εσύ ότι το τραγούδι Gorgar των Helloween είναι βασισμένο σε ένα… φλιπεράκι; Λοιπόν, σκέψου τι σοκ έπαθα ένα καλοκαίρι στον Κάλαμο που έκανα διακοπές, έριξα ένα δεκάρικο για να παίξω pinball και βλέπω τα μάτια ενός κόκκινου κερατά να αναβοσβήνουν και να μου φωνάζει ‘Gorgar will eat you!’»

Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1973 δίνοντας ακόμα ένα λόγο για να ηχούν τη συγκεκριμένη μέρα τα κανόνια του Λυκαβηττού. Αφού έχασε μερικά χρόνια από τη ζωή του στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, έμπλεξε με τη δημοσιογρφία και ως Συντάκτης Υλης του αρέσει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ονειρό του να βρεθεί κάποια στιγμή στο Wacken και να κάνει κατάδυση σε νερά με λευκούς καρχαρίες...

Latest from TOP STORIES

Go to Top