Posted On 27 Ιουλίου 2017 By In ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Προτεινόμενα With 980 Views

Όταν οι νεκροί πουλάνε ακόμα

Το Σεπτέμβρη θα κυκλοφορήσει μια συλλογή με διασκευές που έκαναν κατά την διάρκεια της καριέρας τους οι Motorhead. Βλέποντας το tracklist διαπιστώνει κανείς πως τη συντριπτική πλειοψηφία των διασκευών την έχουμε ακούσει λίγο πολύ ήδη, ενώ ο κράχτης της επερχόμενης κυκλοφορίας είναι το Heroes του David Bowie που όλως τυχαίως έφυγε από τη ζωή με ελάχιστες μέρες διαφορά από τον Lemmy.

Οι φανατικοί οπαδοί της μπάντας θα τρέξουν (και καλά θα κάνουν) για να αποκτήσουν και αυτό το κομμάτι για την προσωπική τους συλλογή. Η συλλογή δίσκων, πολύ δε περισσότερο αν αφορά έναν καλλιτέχνη ή ένα συγκρότημα συγκεκριμένα, είναι σχεδόν μια μυσταγωγία για τον καθένα από εμάς, η θέση στο ράφι, η προσεκτική χρήση κατά την ακρόαση, το γεγονός ότι την μελετάμε ξανά και ξανά ώστε να μη λείψει το παραμικρό κομμάτι. Πολλές φορές όμως δείχνει αυτή η συλλογή να μη μας σέβεται καν, τουλάχιστον οι άνθρωποι που είναι πίσω από τις κυκλοφορίες και τα δικαιώματα των καλλιτεχνών. Και πόσο άραγε παίζει ρόλο το όλο θέμα του θανατικού στις πωλήσεις των albums;

Ποιος δεν εκνευριζόταν με το κάθε RIP Lemmy από ανθρώπους που δεν είχαν την παραμικρή επαφή με τη μουσική των Motorhead; Ποιος δεν εκνευριζόταν με κάθε «Δεν άκουγα Motorhead» λες και ρωτήθηκαν όλοι αυτοί για τα ακούσματα τους, ή λες και τα social media μπορούν να μετατραπούν σε ομαδικό Επιτάφιο όπου θα θρηνούμε όλοι μαζί

Ο θάνατος ενός καλλιτέχνη, τόσο στην εποχή των social media όσο και παλιότερα, είναι πάντα ένα γεγονός βαρύνουσας σημασίας όπου ο καθένας μας λόγω της απώλειας συνειδητοποιεί ποια ήταν η πραγματική του σχέση με τον αποθανών ή την αποθανούσα. Συναισθήματα από μούδιασμα (Chester Bennington) μέχρι βαθιά συγκίνηση-περισυλλογή (Lemmy-Dio) ή κλάμα ατελείωτο (Gary Moore, μιλάω προσωπικά πάντα) εναλλάσσονται και εκτός από το προφανές του δυσάρεστου δίνουν και την πραγματική έννοια της μουσικής και των τεχνών, του πόσο αγγίζει ένας καλλιτέχνης τον καθένα, του πόσο δικό μας άνθρωπο καταλήγουμε να τον θεωρούμε. Δυστυχώς όμως, όπως ίσως ήταν αναμενόμενο, υπήρχε και θα υπάρχει η εμπορευματοποίηση ΚΑΙ αυτού του συναισθήματος, της απώλειας της θλίψης κλπ, μέσα από την όλη βιομηχανία των memorabilia και των μετά θάνατο κυκλοφοριών. Κι αν από τη μία, τα μεγάλα μουσικά ονόματα λειτουργούν σαν εταιρείες οπότε οι πωλήσεις είναι απαραίτητες για τη διατήρηση ενός βιοτικού επιπέδου στους εμπλεκόμενους με έναν καλλιτέχνη ή ένα συγκρότημα, σίγουρα υπάρχει εκείνη η λεπτή κόκκινη γραμμή που αν την ξεπεράσει κάποιος τότε πραγματικά μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι «χορεύει πάνω στον τάφο». Προσωπικά αντικείμενα που βγαίνουν στο σφυρί παρά τη θέληση στενών συγγενών, ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις που ο ίδιος ο αποθανών ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ δε θα ήθελε τη δημοσίευση τους, διάφορα φαινόμενα που αποδεικνύουν την ανά περιπτώσεις σκληρότητα της μουσικής βιομηχανίας, σκληρότητας που για να είμαστε ακριβοδίκαιοι έχει συμβάλλει τα μέγιστα στη διατήρηση της δημοτικότητας κάποιων καλλιτεχνών οι οποίοι ευτυχώς μας απασχολούν μέχρι και σήμερα.

Κι από την άλλη είναι εκείνο το περίεργο συναίσθημα που πολλές φορές δεν εξηγείται, καθώς τι νόημα έχει η αγορά μιας κυκλοφορίας από ένα νεκρό καλλιτέχνη όταν δεν πρόκειται ούτε να τον δω live ούτε να τον στηρίξω οικονομικά αφού είναι νεκρός; Ίσως είναι επειδή ο νεκρός συσπειρώνει. Τους οπαδούς, το κοινό του, που θεωρεί εαυτόν ως μέλος μιας πολύ στενής κλίκας που άκουγε τη μουσική, την καταλάβαινε, την βίωνε, και τώρα πιθανόν να μη θέλει άλλους στην «παρέα» αυτή. Ποιος δεν εκνευριζόταν με το κάθε RIP Lemmy από ανθρώπους που δεν είχαν την παραμικρή επαφή με τη μουσική των Motorhead; Ποιος δεν εκνευριζόταν με κάθε «Δεν άκουγα Motorhead» λες και ρωτήθηκαν όλοι αυτοί για τα ακούσματα τους, ή λες και τα social media μπορούν να μετατραπούν σε ομαδικό Επιτάφιο όπου θα θρηνούμε όλοι μαζί. Αντίστοιχα λοιπόν, είναι πολύ ανθρώπινο και λογικό όταν θρηνούμε κάποιον που θεωρούσαμε δικό μας (και όχι κάποιων άλλων) να κοιτάξουμε να εντείνουμε την επαφή και τη σχέση μαζί του. Θα αγοράσουμε πιο γρήγορα τα albums που μας έλειπαν, θα περιμένουμε πως και πως να βγούνε τα ακυκλοφόρητα και τα b sides σε μια ενιαία κυκλοφορία, θα αδράξουμε την ευκαιρία να νιώσουμε ακόμα μια φορά κομμάτι της «κλειστής» κάστας του καλλιτέχνη. Όσο ανθρώπινο είναι αυτό εκ μέρους μας, άλλο τόσο θεμιτό είναι από την εταιρεία που θα μας τα προσφέρει όλα αυτά να κοιτάξει να βγάλει κέρδος.

Στον ελεύθερο κόσμο, ο κάθε ακροατής έχει δικαίωμα να αγοράσει τη νιοστή συλλογή Motorhead μετά τον θάνατο του Kilmister και κάποιος άλλος έχει το δικαίωμα να δει με κακό μάτι την κυκλοφορία τέτοιων συλλογών. Η αλήθεια, όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, βρίσκεται κάπου στη μέση, καθώς η μουσική βιομηχανία θα ήταν ένα τίποτα μπροστά στο εμπορικό και επιχειρηματικό της κομμάτι.

Είναι πράγματι πολλά τα παραδείγματα θανάτων καλλιτεχνών και πως αυτοί επηρέασαν τις πωλήσεις μεταγενέστερων δίσκων. Το Pearl της Joplin θα κυκλοφορήσει τρεις μήνες μετά το θάνατο της και μέχρι σήμερα θα έχει πουλήσει 8 εκ. αντίτυπα. O John Lennon τρεις βδομάδες πριν δολοφονηθεί θα κυκλοφορήσει το διπλό album Double Fantasy το οποίο φυσικά από την επομένη της αποφράδας 8/12/1980 θα δει τις πωλήσεις του να εκτοξεύονται. Καλλιτέχνες όπως η Whitney Houston κι ο Michael Jackson, παρόλη την εμπορική επιτυχία που είχαν εν ζωή, συνεχίζουν μέχρι σήμερα να πουλάνε πολλούς δίσκους με το υπερεμπορικό brand name τους να γίνεται προϊόν στα χέρια δισκογραφικών, managers και «τεθλιμμένων συγγενών». Και φυσικά να μη μιλήσουμε για τους δύο θανάτους που ουσιαστικά «όρισαν» δύο μουσικά είδη, την αυτοκτονία του Kurt Cobain και τη δολοφονία του Euronymous από τον Varg Vikernes. Δυο γεγονότα χωρίς τα οποία σίγουρα η τροπή της βιομηχανίας τόσο μουσικά όσο και εμπορικά θα ήταν διαφορετική. Είναι πολλοί οι καλλιτέχνες που δεν αναγνωρίστηκαν πριν από το θάνατο τους. Ίσως ένα από αυτά που αναγνωρίζεται μετά είναι η δυνατότητα κάποιων να είχαν παράγει εκπληκτικά αποτελέσματα λόγω ενός ταλέντου που δεν πρόλαβε να αναπτυχθεί. Ταλέντο που κρίνεται φυσικά μονάχα από το όποιο έργο έχει υπάρξει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και παρόλο που ο Lemmy, ο Lennon, ο Bowie κλπ έφυγαν πλήρεις και καταξιωμένοι, είναι πολλοί οι Cobains αυτού του κόσμου που έφυγαν ενώ ήταν ξεκάθαρο πως δεν είχαν προσφέρει όσα μπορούσαν. Και έτσι η αύξηση των πωλήσεων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια «απονομή δικαιοσύνης» από το αγοραστικό κοινό.

Στον ελεύθερο κόσμο, ο κάθε ακροατής έχει δικαίωμα να αγοράσει τη νιοστή συλλογή Motorhead μετά τον θάνατο του Kilmister και κάποιος άλλος έχει το δικαίωμα να δει με κακό μάτι την κυκλοφορία τέτοιων συλλογών. Η αλήθεια, όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, βρίσκεται κάπου στη μέση, καθώς η μουσική βιομηχανία θα ήταν ένα τίποτα μπροστά στο εμπορικό και επιχειρηματικό της κομμάτι. Καλώς ή κακώς βρισκόμαστε στην εποχή του Internet οπότε η πρόσβαση σε άπειρο μουσικό υλικό είναι εύκολη. Ίσως και να μην υπάρχει πλέον η δυνατότητα για τη δημιουργία ειδώλων όπως τα προαναφερθέντα. Σε έναν κόσμο και μια μουσική βιομηχανία που αλλάζει συνεχώς ας προσφέρει ο καθένας τον οβολό του. Την κριτική του, τη συλλεκτική του δεινότητα, το ευτελές ή μη χρηματικό ποσό του. Τώρα που το ξανασκέφτομαι έτσι λειτουργούσε πάντα το θέμα. Απλά ήταν πάντα πιο εκκωφαντικός ο θόρυβος της προσγείωσης.

Tags : , ,

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley και οι Ratt, κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.