Posted On 8 Μαΐου 2017 By In ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Προτεινόμενα With 3199 Views

Το ουρλιαχτό του Λύκου στον 21ο αιώνα

Πως οι Ulver κατάφεραν να διευρύνουν το ακροατήριο τους δίχως να χάσουν την μαυρίλα τους.

Ελάχιστα είναι τα συγκροτήματα που τόλμησαν να αλλάξουν άρδην τον ήχο τους χωρίς στη συνέχεια να το μετανιώσουν και χωρίς πρώτα να έχουν χάσει μια σεβαστή μερίδα οπαδών. Άπειρες από την άλλη μεριά είναι οι μπάντες που ενώ σε κάποια φάση της καριέρας τους πειραματίστηκαν με διάφορα μουσικά είδη, στη συνέχεια «τα μάζεψαν» και γύρισαν στον ήχο που τους πρωτογνωρίσαμε, βαδίζοντας έτσι σε ασφαλή -για αυτούς- καλλιτεχνικά μονοπάτια.

«Οι Ulver προφανώς δεν είναι μια black metal μπάντα και δε θα θέλαμε να στιγματιστούμε ως τέτοια. Αναγνωρίζουμε πως ο ήχος της τριλογίας μας έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση της black metal κουλτούρας και είμαστε περήφανοι για τα πρώτα μας δημιουργήματα, αλλά αυτοί οι δίσκοι ήταν σκαλοπάτια και όχι προορισμός για εμάς» αναφέρουν οι Ulver στο EP «Metamorphosis» που κυκλοφόρησαν το 1999.

Αν πρέπει κάποιος να κρατήσει μια λέξη από αυτά που έγραψαν οι Ulver στα notes του «Metamorphosis» είναι η λέξη «στιγματισμός». Με αυτή τους την «δήλωση» οι Νορβηγοί ανοίγουν το παιχνίδι τους και μας υπόσχονται πως η συνέχεια της καριέρας τους θα ήταν ένα περιπετειώδες μουσικό ταξίδι μόνο για τολμηρούς.

Τους Ulver τους μάθαμε με την black metal τριλογία των «Bergtatt», «Kveldssanger» και «Nattens Madrigal», albums τα οποία αποτελούν ακόμα και σήμερα σημεία αναφοράς για τον Νορβηγικό ακραίο ήχο των 90s. Για να είμαι ειλικρινής, δεν αποτελώ και τον μεγαλύτερο fan του black metal… μάλλον το αντίθετο ισχύει. Ωστόσο, είναι κοινά αποδεκτό πως ακόμα και στις πιο «μαυρομεταλλικές» τους ημέρες οι Ulver είχαν διαφοροποιηθεί από τα υπόλοιπα black metal groups της Νορβηγικής σκηνής, βάζοντας στον ήχο τους αρκετά avant garde, psych και ambient στοιχεία. Ελάχιστοι ωστόσο θα στοιχημάτιζαν την πορεία που θα διέγραφε το συγκρότημα από τις αρχές των 00s και έπειτα.

Μετά από μια διαμάχη με την Century Media, ο Kristoffer Rygg ρίχνει την πρώτη του μεγάλη ζαριά με το «Themes From William Blake’s The Marriage Of Heaven & Hell», βγάζοντας στην επιφάνεια πολλά από τα -επιμελώς- κρυμμένα στοιχεία που υπήρχαν στα 3 πρώτα albums των Ulver. Η ζυγαριά πλέον έχει γύρει ξεκάθαρα πως την ηλεκτρονική μουσική, το ambient και το industrial, με το metal να έχει μπει σε δεύτερο πλάνο. Ο Rygg πιάνει στον ύπνο τους πάντες και σίγουρα αρκετοί από εμάς που βρισκόμαστε πλέον στα 35+ θυμόμαστε το κράξιμο που έφαγε τότε η μπάντα από τον εγχώριο -αλλά όχι μόνο- μουσικό metal Τύπο. Ποιος metal fan άλλωστε θα μπορούσε να καταπιεί το γεγονός πως μια από τις μεγαλύτερες ελπίδες του black metal θα γυρνούσε την πλάτη της στο είδος και θα φλέρταρε πλέον με τα samples, την electronica… ακόμα και με την drum & bass;

Οι trip hop ρυθμοί και το σαξόφωνο στο εναρκτήριο «Lost In Moments» του «Perdition City» του 2000 θα διαλύσουν πλέον κάθε αμφιβολία. Οι Ulver δεν είναι metal. Ίσως να μην είναι καν rock n roll, όπως παρατηρεί το Kerrang! που ωστόσο αποθεώνει το album, με τον συντάκτη προφανώς να αντιλαμβάνεται πως εδώ κάτι μεγάλο δημιουργείται. Οι Ulver είναι πλέον μια μπάντα που πειραματίζεται με καθαρά καλλιτεχνικά κίνητρα, με το αποτέλεσμα να αγκαλιάζεται από μια νέα «μαγιά» οπαδών που αρχίζει σιγά – σιγά να προσεγγίζει το συγκρότημα.

Αν το «Themes From William Blake’s The Marriage Of Heaven & Hell» ήταν η πρώτη μαχαιριά στον εγωισμό του metal οπαδού, το «Perdition City» ήταν η χαριστική βολή στο πληγωμένο σώμα του.

Από το «Perdition City» μέχρι την κυκλοφορία του «Blood Inside» πέρασαν 5 χρόνια, διάστημα που για έναν καλλιτέχνη μπορεί να ισοδυναμεί με αιωνιότητα. Σε αυτό το διάστημα ο Kristoffer Rygg ωρίμασε περισσότερο, δούλεψε στο μυαλό του το concept των Ulver και το 2005 μας παρουσιάζει το μνημειώδες «Blood Inside». Αν κάποιοι θεωρείτε πως το «Perdition City» ήταν κάπως φορτωμένο μουσικά -κάτι που ως ένα βαθμό ισχύει- εδώ αυτές οι «παιδικές ασθένειες» απουσιάζουν. Ο δίσκος έχει ξεκάθαρο πλάνο και μια ατμόσφαιρα που τολμώ να πω θυμίζει σε σημεία του τις πρώιμες μέρες του group. Το «Blood Inside» είναι ένα ακραίο και ωμό ορχηστρικό αριστούργημα με έντονες αναφορές στην ψυχεδέλεια των 60s (κρατήστε το αυτό για τη συνέχεια), τα soundtracks των ταινιών τρόμου των 70s και την ambient/dark σκηνή των 80s και 90s.

Δύο χρόνια μετά το «Blood Inside» οι Ulver θέλοντας να εκμεταλλευτούν το momentum που έχουν κυκλοφορούν το κατά πολλούς κορυφαίο album της καριέρας τους. Αν περιέγραφα την μουσική περιπλάνηση του Kristoffer Rygg ως «Οδύσσεια», το «Shadows Of The Sun» είναι σίγουρα η Ιθάκη του. Χωρίς ίχνος περιττού μουσικού λίπους, ο δίσκος αυτός περικλείει όλο το όραμα που έχει στο μυαλό του για τους Ulver ο δημιουργός. Περιπετειώδες και ατμοσφαιρικό, το artistic pop του «Shadows Of The Sun» αποτελεί αναμφίβολα το «απόσταγμα» των πειραματισμών των Ulver, οι οποίοι πλέον προσεγγίζουν πιο μινιμαλιστικά την μουσική τους δείχνοντας πως έχουν βρει τον ήχο που τους ταιριάζει απόλυτα.

Στιχουργικά, το album καταπιάνεται με τα πιο «απλά» θέματα… τη ζωή, την αγάπη, τον θάνατο. Όντας καταθλιπτικός, αντί να προσπαθήσει να εστιάσει σε πιο «χαρούμενα» θέματα, ο Rygg δείχνει να αγκαλιάζει το τέρας και μαζί του να δημιουργεί το πιο προσωπικό και μαύρο album που θα μπορούσε. Η δε διασκευή στο «Solitude» των Black Sabbath είναι απλά συγκλονιστική.

Στο «War Of The Roses» του 2011 οι Ulver έχουν πλέον στις τάξεις τους τον Βρετανό Daniel O’ Sullivan, ο οποίος έπαιξε καταλυτικό ρόλο για τον ήχο του δίσκου, όπως παραδέχθηκε και ο Rygg. Αν και ένα σκαλί πιο κάτω σε σχέση με τον προκάτοχό του, ο δίσκος «προκαλεί» και πάλι ηχητικά με την μπάντα να «ροκάρει» στο εναρκτήριο «February MMX» και στη συνέχεια να ακολουθεί το γνωστό μελαγχολικό κινηματογραφικό τέμπο των τελευταίων albums. Προσωπικά αγαπάω αυτό το album λόγω του «Providence», το οποίο και θεωρώ πως είναι μια από τις 2-3 κορυφαίες συνθέσεις των Ulver.

Ο Kristoffer Rygg είναι γεννημένος το 1976 και δεν έζησε τη χρυσή εποχή της αγαπημένης μας μουσικής στα 60s και 70s. Είχε όμως την τύχη και την ευλογία οι γονείς του να έχουν μεγαλώσει με αυτά τα ακούσματα και έτσι από μικρό παιδί «ρούφηξε» τους ήχους των Byrds, των Jefferson Airplane, των Electric Prunes, των 13th Floor Elevators και των υπολοίπων πρεσβευτών του ψυχεδελικού rock. Όλο αυτό βγήκε στην επιφάνεια το 2012 με το album διασκευών «Childhood’s End», ένας δίσκος που δεν πρέπει να λείπει από κανέναν φίλο του psych rock. Εδώ ακούμε έναν Rygg αφημένο στα χρώματα και τις μελωδίες των nuggets, με πιο μελωδικές και αιθέριες ερμηνείες που θα σε παρασύρουν. Αν και δεν πρόκειται για δικό τους υλικό, οι Ulver εδώ προσπαθούν να αφήσουν τη σφραγίδα τους κάτι που σε μεγάλο βαθμό καταφέρνουν. Μοναδικό.

Με το «Messe I.X-VI.X» οι Ulver δείχνουν πως επιστρέφουν στα γνώριμα μουσικά λημέρια τους. Γεγονός είναι πως αρκετοί χαρακτήρισαν το συγκεκριμένο LP ως τη φυσική συνέχεια του «Shadows Of The Sun», ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Δουλεύοντας με το Σύνολο Μουσικής Δωματίου του Tromso της Νορβηγίας, το «Messe» είναι το πιο φιλόδοξο project στην καριέρα των Ulver,  με τα κλασικά στοιχεία να αντικαθιστούν το trip hop και την electronica, χωρίς όμως να «παραβιάζεται» η μουντή -σήμα κατατεθέν- ατμόσφαιρα της μπάντας. Η δε απόφαση του Rygg να δουλέψει μαζί με μια ορχήστρα αποδεικνύεται σοφή.

Αν νομίζατε πως μέχρι τότε είχατε δει και ακούσει τα πάντα από τους Ulver, κρατηθείτε. Το 2014 συνεργάζονται με τους Sun O))) και μαζί κυκλοφορούν το «Terrestrials». Βέβαια, η σχέση των δύο συγκροτημάτων δεν ήταν καινούρια με τον Rygg και τον Stephen O’Malley να έχουν πάρε-δώσε ήδη από τα μέσα των 90s. Ακόμα και έτσι όμως, ο δίσκος αυτός αποτέλεσε έκπληξη ακόμα και για τους πλέον υποψιασμένους. Με το ύφος των κομματιών μοιρασμένο με χειρουργική ακρίβεια, το album μπορεί να μη σοκάρει, αποδεικνύει όμως πως οι δύο μπάντες έχουν μπροστά τους έδαφος να εξερευνήσουν.

Το «ATGCLVLSSCAP» του 2016 βρίσκει τους Ulver ξανά σε πειραματική διάθεση και με πρόθεση να εξερευνήσουν αυτή τη φορά περισσότερο το kraut. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο που περιλαμβάνει νέες και παλιές ιδέες και live αυτοσχεδιασμούς, με το υλικό να αναγεννά συναυλιακά την μπάντα και να την φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στο rock ακροατήριο.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο φετινό «The Assassination Of Julius Caesar» για το οποίο έγραψα πρόσφατα εδώ.

Οι Ulver επισκέπτονται τη χώρα μας τον ερχόμενο μήνα έχοντας στις αποσκευές τους τον πιο pop δίσκο της καριέρας τους. Και όμως… η συγκυρία του να παρακολουθήσουμε ζωντανά μια μπάντα που δείχνει να βρίσκεται σε μια άκρως παραγωγική περίοδο μοιάζει μοναδική. Ελπίζω τον Ιούνιο να τραγουδάμε όλοι μαζί δυνατά το «So Falls The World».

See you there Ulver…

 

Tags :

ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΟΛΙΚΑΣ

Κολλημένος με τις λεπτομέρειες, οι οποίες πιστεύει πως κάνουν τη διαφορά, ο Νικόλας ξεκίνησε το 2009 με το rockyourlife.gr να βομβαρδίζει το internet με ύλη. Αγαπάει το βινύλιο και πιστεύει πως η μαγεία της rock μουσικής βρίσκεται στις πιο απλές μορφές της.