Νομίζω πως η Dolores O’Riordan ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αφενός για το νεαρό της ηλικίας της (μόλις 46), αφετέρου διότι μέχρι αυτή τη στιγμή δεν ξέρουμε την ακριβή αιτία θανάτου της. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που επρόκειτο για μια καλλιτέχνιδα η οποία δεν είχε δώσει την παραμικρή αφορμή για εξωμουσικό κουτσομπολιό, παρά μόνο ήταν γνωστή για τα τραγούδια της και για την αιχμηρή στιχουργική της. Είχε όμως και τη σημειολογία του το πως η γενιά του Facebook απέτισε το δικό της φόρο τιμής στη Dolores. Άπειρα ποσταρίσματα με το “Dreams”, το “Ode to my family”, το υπεραγαπημένο “Zombie”, ατάκες του στυλ ότι τα μισά 90s φύγανε μαζί της, γενικότερα τίποτα διαφορετικό από το ομαδικό πένθος που έχει γίνει μόδα τα τελευταία χρόνια στα social media. Πως εκφράζεται όμως αυτό το πένθος, πόσο αληθινό είναι και τι κινδύνους ελλοχεύει;

Η κοινωνία της πληροφορίας βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη φάση που επηρεάζει όλο τον κόσμο, πολύ δε περισσότερο τα επαγγέλματα που άπτονται αυτής. Ο χρόνος που απαιτείται για να φτάσει μια είδηση σε κάποιον δέκτη ενός ακροατή είναι πλέον απειροελάχιστος και τα νέα διαδίδονται πλέον με ταχύτητα αστραπής. Ακόμα μπορώ να θυμηθώ τη ροή της πληροφορίας και την εναλλαγή των συναισθημάτων από την είσοδο του Tom Petty στο νοσοκομείο μέχρι και την αναγγελία του θανάτου του. Το αντίστοιχο σκηνικό μεταφέρεται και στα social media. Στην πλειοψηφία των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι έμφυτη η ανάγκη τους να μεταφέρουν είδηση στο προφίλ τους, πολλών δε μάλλον όταν είναι οι πρώτοι που το αλίευσαν ως είδηση. Στη συνέχεια ακολουθεί ένα σκηνικό που πολλές φορές μπορεί να χαρακτηριστεί μέχρι και δακρύβρεχτο. Πόσοι άραγε από αυτούς που πένθησαν στο προφίλ τους να το εννοούσαν; Και πόσοι προτιμούν για έναν αγαπημένο τους καλλιτέχνη να σιωπήσουν και να τον τιμήσουν σε πολύ προσωπικό επίπεδο, από το να κάνουν τη θλίψη τους αντικείμενο κοινωνικής συναναστροφής;

Τα social media είναι μια μεγάλη παρέα. Στα πλαίσια κάθε παρέας οι φίλοι θέλουν να έχουν κοινά ενδιαφέροντα, να αλληλεπιδρούν, να ανταλλάσσουν γνώσεις και απόψεις. Μεγαλώνοντας, είναι άλλοι οι τομείς που δεσμεύουν τις κλίκες και τις παρέες, όπως πχ η πολιτική. Το αποτέλεσμα είναι πως το timeline του καθενός μετατρέπεται σε μία μεγάλη ανομοιογενή παρέα όπου οι καταβολές και τα γούστα διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, χωρίς αυτό να είναι κακό per se καθώς δημιουργεί μια ιδιαίτερη ποικιλία. Ήταν όμως μια σειρά από θανάτους (όχι μόνο) μουσικών που κατέδειξαν την εγγενή αδυναμία των social media να διαχειριστούν το πένθος. Ο θάνατος ενός Lemmy κατέδειξε το άγχος κάποιων να συμμετάσχουν σε μια κοινή εκδήλωση, την οδύνη για την απώλεια ενός μουσικού συμβόλου, χωρίς να έχουν το απαραίτητο υπόβαθρο, χωρίς πολλές φορές να έχουν την παραμικρή επαφή με τον εν λόγω καλλιτέχνη. Υποσυνείδητα, λοιπόν, πολύς κόσμος οδηγείται στην «απολογία», καθώς βλέπει τη μεγάλη παρέα που έχει δημιουργήσει να έχει ένα activity στο οποίο αυτός δεν έχει κανένα ρόλο. «Δεν άκουγα Motorhead», διαβάσαμε. Δε ρωτήθηκες φίλε. Έτσι απλά. Και φυσικά δε σε κακίζει κανείς που δεν τους άκουγες. Είναι πολύ πιο ειλικρινής η σιωπή και η μη συμμετοχή σε κάτι, από την επιφανειακή προσέγγιση που στο έμπειρο μάτι μοιάζει τόσο επιτηδευμένη όσο ελάχιστα πράγματα. Φυσικά δεν ήταν μόνο ο Lemmy. Ο Bowie, ο Glenn Frey των Eagles, ο Cohen (όλη η χώρα άκουγε Leonard Cohen;), αλλά ακόμα και ο μεγάλος Umberto Eco, ανακάλυψαν μετά θάνατον πως όλος ο κόσμος τους είχε βασιλιάδες στο αξιακό του σύστημα. Λίγο χειρότερα γίνονται τα πράγματα όταν ο καλλιτέχνης που φεύγει από τη ζωή είναι αμφιλεγόμενος. Δεν υπάρχει πιο πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον Τζίμη Πανούση, με τη μισή social media σφαίρα να τον εξυμνεί και την άλλη μισή να αναφέρεται στο χοντροκομμένο (κατ’ αυτούς) χιούμορ της τελευταίας περιόδου του καλλιτέχνη. Ίσως απλά είναι ένα σημείο των καιρών αλλά είναι πεποίθηση μου πως ο θάνατος αποτελεί πλέον conversation piece περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.

Όλο αυτό φυσικά, τον ανήσυχο ροκ ακροατή τον κάνει να αναρωτιέται. Να φέρνει στη θύμηση του θανάτους ιστορικών ροκ καλλιτεχνών και να προσπαθεί να φανταστεί τι αντίκτυπο θα είχαν σε μια αντίστοιχη social media σφαίρα εκείνη την εποχή. Ίσως αυτό που θα αντιμετωπίζαμε να ακροβατούσε με πολύ επιδέξιο τρόπο ανάμεσα στο γραφικό, το τραγικό, και το τραγελαφικό. Πόσοι άραγε θα είχαν προλάβει να εντρυφήσουν στη μουσική κληρονομιά των Skynyrd όταν ο Ronnie Van Zant και οι υπόλοιποι θα έχαναν με τραγικό τρόπο τη ζωή τους; Με ένα ροκ κοινό άγουρο και απαίδευτο, που δεν είχε καν προλάβει να κατηγοριοποιήσει τη μουσική ούτε στο ελάχιστο, αποκαλώντας τους ξένους καλλιτέχνες ως «εισαγόμενους»; Από την άλλη υπάρχουν και πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ας σκεφτεί κανείς τα έντονα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και αργότερα της δεκαετίας του 80, με μια Ελλάδα που προσπαθεί να ξεφύγει από τα απομεινάρια της όποιας χουντικής νοοτροπίας, με το ΠΑΣΟΚ να αφήνει για πρώτη φορά το κοινωνικοπολιτικό στίγμα του και την αισθητική του στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Πως αλήθεια θα μπορούσε να διαχειριστεί το ανώριμο ελληνικό facebook το θάνατο του Μάνου Λοϊζου; Αλήθεια, πόσος συντηρητισμός θα έβγαινε ως άχτι από τη μία μεριά και πόσο υπερβολική θα ήταν η αγιοποίηση του από την άλλη; Και για να πάμε και στα δικά μας, ας αναλογιστούμε τις αντιδράσεις που θα ξεσήκωνε ο θάνατος του Kurt Cobain, αν υπήρχαν social media εκείνη την εποχή. Ο Cobain, σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς για πολλούς, καταστροφέας συγκροτημάτων και μουσικών κινημάτων για άλλους, ήταν ο ίδιος του που δεν άντεξε το ρόλο που η σφαίρα των ΜΜΕ του έδωσε, καταστρέφοντας λίγο λιγο τον εαυτό του, βυθιζόμενος στην ηρωίνη και την κατάθλιψη. Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί την κόντρα αυτών των δύο «φυλών» σε ένα αντίστοιχο facebook. Κόντρα που δε θα είχε κανένα νόημα καθώς δεν ήταν συνειδητή η επιλογή του Cobain να γίνει αυτό που έγινε, κόντρα που θα διακόπτονταν συχνά πυκνά από το RIP κάποιου εντελώς άσχετου ο οποίος θα ένιωθε άσχημα που δε συμμετέχει στο debate της ημέρας..

Δεν είναι κάτι που μπορούμε να αποφύγουμε όλο αυτό. Τα social media είναι πραγματικότητα εδώ και πολλά χρόνια και έχουν μεταβάλλει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις συνήθειες μας και τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε συναισθήματα όπως η θρήνος και η θλίψη. Ο Shawn Parker το είχε προβλέψει λίγο πολύ όταν αποφάσισε να συνεταιριστεί με τον Mark Zuckerberg στο εγχείρημα του το 2004, «θα ζούμε στο internet». Και είναι πολλές οι φορές στο μέλλον που ο θυμός μας θα ξεφύγει, σε περιπτώσεις όπου ο κάθε δημοσιοσχετίστας θα λυπάται για το metal καλλιτέχνη που δε γνώρισε ποτέ. Όπως όμως έμαθε η ανθρωπότητα να διαχειρίζεται το πένθος τόσα χρόνια, έτσι θα το μάθει αργά ή γρήγορα και στην καινούρια της ζωή. Τη διαδικτυακή.

Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.