Το περασμένο Σάββατο στην Αθήνα και το επόμενο στη Θεσσαλονίκη λαμβάνει χώρα ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα δρώμενα για την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια.

Το LGΒΤ Pride (Lesbian Gay Bisexual Transexual) διχάζει εδώ και κάποια χρόνια τους Έλληνες πολίτες και τους χωρίζει ανάμεσα σε αυτούς που θεωρούνται την ομοφυλοφιλία κάτι το άρρωστο και απαράδεκτο, αυτούς που δεν τους ενδιαφέρει η σεξουαλική προτίμηση των ανθρώπων και αυτούς που ανήκουν στην τελευταία κατηγορία αλλά θεωρούν το Pride ως εκδήλωση κάτι το εξωφρενικό και σε τελική ανάλυση κάτι που φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει. Στις παρακάτω σειρές θα τεθούν κάποια ερωτήματα και θα παρατεθούν κάποιες απόψεις σε μια προσπάθεια σύνδεσης του φαινομένου με τη ροκ κοινότητα ενώ αν και αυτονόητο, καλό είναι να θυμίσουμε πως οι απόψεις αυτές εκφράζουν τον γράφοντα και μόνο.

Ο rock και metal κόσμος είχε τις σκοτεινές στιγμές του όσον αφορά την αποδοχή των LGBT καθώς σε αντίθεση με τις εύπεπτες pop φόρμες οι οποίες είχαν πολύ χώρο για την επίδειξη μιας σεξουαλικής διαφορετικότητας, το metal προέβαλλε ένα ιδιαίτερο πρότυπο ανδροπρέπειας τόσο σε στιχουργικό όσο και σε επίπεδο οπτικής και αισθητικής. Η ειρωνία του θέματος ήταν ότι οι Judas Priest ήταν αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του προτύπου με τον Rob Halford να παραδέχεται πολλά χρόνια αργότερα τη σεξουαλική του ταυτότητα. Το hair metal παρόλη την εμπορική του επιτυχία λοιδωρήθηκε όσο λίγα λόγω της υποτιθέμενης θηλυπρέπειας τους, και παρόλα αυτά δεν ήταν το ανδροπρεπές (θα θυμούνται ίσως κάποιοι τα δημοψηφίσματα του metal hammer που έβγαζαν καλύτερη γυναίκα μουσικό τον  Jon Bon Jovi) thrash ή power που το «σκότωσε» αλλά το «ανασφαλές» grunge του εφήβου που όσο κατάλαβε ότι το party του Sunset Strip δεν τον αφορά, άλλο τόσο δεν τον αφορά και το αγριλίκι του Bay Area φερ’ ειπείν. Μουσικοί όπως ο Doug Pinnick των Kings X, ο Gaahl των Gorgoroth και φυσικά ο Paul Masvidal και Sean Reinert των Death/Cynic έκαναν πολύ καιρό για να παραδεχτούν τη σεξουαλικότητά τους. Όλα αυτά απέναντι σε ένα κοινό που θα έπρεπε να ασχολείται μόνο με τις φοβερές ερμηνείες του Halford που τον έκαναν Metal God και με το ανεπανάληπτο παίξιμο των Masvidal/Reinert που ακούσαμε σε ιστορικούς δίσκους όπως το Human των Death και το Focus των Cynic. Στο punk rock δε, έχουμε τις περιπτώσεις των Bob Mould των Husker Du που έχει δηλώσει ανοιχτά ότι είναι gay, του Billie Joe Armstrong των Green Day που δηλώνει αμφισεξουαλικός, ενώ ο πολύς Henry Rollins είναι γνωστός ακτιβιστής της LGBT κοινότητας, παρότι straight ο ίδιος. Εδώ είναι το σημείο που θα πει κανείς «Ωραία όλα αυτά, αλλά εμείς μένουμε στην Ελλάδα». Πάμε λοιπόν.

Υπάρχει μια αιωρούμενη ψευδαίσθηση ότι η ελληνική κοινωνία έχει αποδεχτεί την LGBT κοινότητα, κάτι που φυσικά είναι μεγάλο λάθος. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει αποδεχτεί πολύ πιο βασικά πράγματα όπως το δικαίωμα κάποιου να μη νηστεύει ή να μη δηλώνει το θρήσκευμα του. Η ελληνική κοινωνία δυσκολεύεται να δεχτεί την ανέλιξη γυναικών σε δημόσια αξιώματα και κρίσιμες θέσεις, υποννοώντας πολλές φορές ότι η ανέλιξη αυτή προήλθε λόγω σεξουαλικής υποχώρησης, για να το πούμε σεμνά. Στα μικρά μέρη δε ο συντηρητισμός χτυπάει κόκκινο καθώς ακόμα κι η επιλογή άλλου συντρόφου από αυτόν που ύπεδειξε το σπίτι κάποιου μπορεί να θεωρηθεί προδοσία. Και σε αυτό το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα επιφανής η προσέγγιση ομοφυλοφίλων που ζούνε στα μεγάλα αστικά κέντρα κι οι οποίοι θεωρούν πως δεν έχουν κάποιον ιδιαίτερο λόγο να μιλήσουν για τη σεξουαλικότητα τους ή να τη θεωρούν κάτι για το οποίο πρέπει να απολογηθούν. Θα έπρεπε ίσως οι ίδιοι να αναρωτηθούν πόσοι έφηβοι πέφτουν θύματα μπούλινγκ στην επαρχία ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Στο κάτω κάτω φυσικά και προσβάλλει την αισθητική ένα μέρος του LGBT Pride, ακόμα κι η δικιά μου προσωπική αισθητική θίγεται. Αλλά αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός. Μέσω της αισθητικής υπερβολής (η οποία κρατάει μία δυο ώρες σε προκαθορισμένο χώρο και χρόνο, που σημαίνει ότι δεν εμφανίζεται μπροστά σου κάθε μέρα και ώρα..) είναι που θέλει να καταδείξει ο άλλος την «κανονικότητα» μιας κατάστασης.

Είναι η ίδια αισθητική υπερβολή μέσω της οποία οι punks, οι thrashers και όλες οι κατά καιρούς μουσικές φυλές, τα έβαλαν με τον κοινωνικό συντηρητισμό και ζητήσανε την όποια αλλαγή, το όποιο σπάσιμο των δεσμών και την όποια αμφισβήτηση των τετριμμένων. Και ας πάμε και παλιότερα. Πόσο άραγε προκάλεσε το πρώτο φιλί (μεταξύ άνδρα και γυναίκας) στον κινηματογράφο που οι κριτικοί της εποχής το βρήκανε αποκρουστικό και αηδιαστικό; Πόσο προκάλεσε η χαρακτηρσιστική κίνηση του Elvis με τα πόδια που σήμερα φαντάζει ξεπερασμένη και παιδική αλλά τότε ήταν ο διάβολος ο ίδιος; Και κυρίως πόσο προκάλεσαν τα πλέον συντηρητικά ένστικτα οι Black Sabbath, οι Venom, οι Mercyful Fate κι ένα σωρό άλλοι ώστε μέσω της τότε πρόκλησης, η συνέχεια για τη ροκ/μεταλ μουσική να είναι καταιγιστική; Πόσο εύκολα άραγε διαχωρίζαμε και διαχωρίζουμε τη μουσική των Slayer και των άλλων από το evil concept που τη χαρακτηρίζει; Και κυρίως πόσο διαφορετική και οπισθοδρομική θα φαινόταν σήμερα η τέχνη, αν δεν είχαν προηγηθεί όλα αυτά τα παραδείγματα;

Ελεύθερη και ανοιχτή κοινωνία είναι η κοινωνία που δεν πειράζει τα δικαιώματα κάποιου ενώ ταυτόχρονα έχει το δικαίωμα να πειράξει την αισθητική του. Εάν όλοι αυτοί οι νέοι, μουσικοί και κοινό, που έκαναν τη rock μουσική τη μεγαλύτερη επανάσταση του 20ου αιώνα, είχαν ακούσει κάποιον μεγαλύτερο για την προσβολή της αισθητικής του, κανένα rock κανένα punk και κανένα thrash δε θα ήταν σήμερα μια κανονικότητα. Είναι η ίδια πρόκληση μέσω της οποίας η LGBT κοινότητα ζητάει μια αντίστοιχη κανονικότητα. Την κανονικότητα του να μη νοιάζει τον κόσμο τι κάνει ο καθένας στις προσωπικές του στιγμές. Κι αυτό δεν αρκεί με μία δήλωση αποδοχής, θέλει και απλές καθημερινές πράξεις. Την πράξη του να αποδεχτείς την υποψηφιότητα κάποιου LGBT ατόμου για δημόσιο αξίωμα χωρίς να σε νοιάζει το τι κάνει στο κρεβάτι του, αλλά μόνο τι μπορεί να προσφέρει σε τοπικό ή γενικότερο πολιτικό επίπεδο. Είναι η ίδια αποδοχή της καλλιτεχνικής αξίας του Rob Halford, ο οποίος είχε την τύχη να γίνει μια universal φιγούρα λόγω επαγγέλματος. Είναι η ίδια αποδοχή την οποία δε γεύτηκε ποτέ ο Harvey Milk (ερμηνεύτηκε από τον Sean Penn στο σινεμά ενώ και το εξώφυλλο του Fresh Fruit For Rotten Vegetables των Dead Kennedys αναφέρεται στην εξέγερση μετά την απόφαση του δικαστηρίου για τη δολοφονία του.

Καθώς όμως εύλογα θα αναρωτιέται κανείς γιατί επιχειρείται η σύνδεση του LGBT Pride με την metal κοινότητα, να πούμε πως η απάντηση βρίσκεται στη δεκαετία του 90. Εκεί που οι πιο πολλοί από εμάς, ελέω των δολοφόνων σατανιστών της Παλλήνης, βρεθήκαμε απολογούμενοι στην κοινωνία για τον τρόπο που διασκεδάζαμε και τη μουσική που ακούγαμε. Στην κοινωνία που δεν τόλμησε να θίξει τον ιερό θεσμό της οικογένειας, αυτής της οικογένειας που δεν έμαθε τα βασικά για τη ζωή σε έναν «οργισμένο» έφηβο (μόνο αυτοί ήταν οργισμένοι, οι υπόλοιποι ήμασταν κουλ σαν έφηβοι), και τα έριξε όλα στη μουσική που άκουγε ο νέος. Ο rock οπαδός στην Ελλάδα ξέρει τι σημαίνει να είσαι απολογούμενος για κάτι που στην πορεία καθίσταται φυσιολογικό. Και ταυτόχρονα ξέρει ότι ο τρόπος για να γίνει κανονικό και φυσιολογικό είναι να θιχτεί προσωρινά η αισθητική των άλλων. Μέσω ενός εξωφύλλου, κάποιων στίχων, και μερικών t-shirts. Εκεί θα έπρεπε να ακουμπήσει, εκεί θα έπρεπε να στηρίζει, εκεί θα έπρεπε να κατανοήσει την προσπάθεια των Priders. Αλλά φευ..

Όχι, δεν ήταν κάποτε κανονικότητα το rock και το metal στην Ελλάδα. Κάποιοι άνθρωποι ανέχτηκαν πολύ bullying και ακόμα περισσότερη κοινωνική κατακραυγή για τέτοιες επιλογές. Και είναι η δική τους επιμονή για την οποία σήμερα φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται κανονικότητα το νιοστό live του τάδε μεγάλου συγκροτήματος στη χώρα μας. Δεν χρειάζεται να στηρίζουμε κανένα LGBT Pride. Απλά ίσως θα ήταν καλό να προσπαθήσουμε να τους καταλάβουμε.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.