Περιμένοντας τους νέους… Tool

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΠΑΣΜΠΑΓΙΑΝΝΗΣ
Posted on Νοέμβριος 27, 2018, 7:00 πμ
24 secs

Είναι η αντισυμβατικότητα μια ακόμα σύμβαση; Πόσο καθορίζουν τα στερεότυπα, ειδικά στην rock και pop μουσική, τον καλλιτέχνη και ποια είναι πραγματικά τα περιθώρια ελεύθερης έκφρασης που του αφήνουν;

Ο καλλιτέχνης γίνεται προβολή της εικόνας του κοινού ή προβάλλει στο κοινό τα πραγματικά θέλω του, τις δικές του μουσικές επιθυμίες και οράματα, που μετασχηματίζονται σε μουσικές προτάσεις προς το κοινό. Από τους Spinal Tap στον Νικόλα Άσιμο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο, πόσο η εικόνα του μουσικού δεσμεύει την έκφραση και καλουπώνει την δημιουργικότητα του;

Ερωτήματα καίρια, που ειδικά σήμερα στην εποχή της εικόνας και του μέσου προβάλλουν αμείλικτα, καθώς σχήματα όπως Living Colour και οι System Of A Down επιλέγουν ή να μην δισκογραφούν ή να μας χαρίσουν ένα album μόνον όταν αυτοί νιώσουν καλλιτεχνικά έτοιμοι, αφήνοντας έτσι για αρκετό καιρό το κοινό τους “πεινασμένο”.

Τελικά όμως είναι αναγκαία αυτή η δουλειά; Υπάρχει το σπίρτο της δημιουργικότητας που θα ανάψει την φλόγα ή υπερισχύει η ανάγκη του ακροατή να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από την πολυαναμενόμενη δουλειά των Tool, που δεν έρχεται; Και τελικά, πόσο πιεστικό είναι αυτό για έναν καλλιτέχνη που δείχνει να βρίσκεται με το πιστόλι στον κρόταφο, καθώς εξαναγκάζεται να “παράξει” και όχι να δημιουργήσει;

Σκεφτείτε για ένα λεπτό τον χαμό που γίνεται με το νέο album των Tool. Αλήθεια, δεν υπάρχουν άλλα σχήματα που να παρουσιάζουν αξιόλογη μουσική όλα αυτά τα χρόνια της αναμονής; Δεν υπάρχει η πιθανότητα η μουσική όπως την αντιλαμβάνονται οι Tool, αλλά και οι κάθε Tool, να έχει αλλάξει ύφος και να δώσει ένα δημιούργημα που θα μιλήσει σε άλλο κοινό;

Είναι υποχρέωση του καλλιτέχνη, να είναι μονοσήμαντος ή του ακροατή να είναι άκαμπτος. Ποιος καθορίζει τι σημαίνει επιτυχία; Η ωριμότητα του κοινού να αποδεχτεί την αλλαγή ενός καλλιτέχνη ή ο φόβος του καλλιτέχνη να εκφραστεί όπως νιώθει, απογοητεύοντας όσους επιζητούν μια σταθερότητα;

Μια μανιέρα έκφρασης ακόμη και όταν αλλάζει για χάρη του διαφορετικού, της προόδου και όχι της ουσίας. Ο Steven Wilson και οι Opeth απέναντι στους AC/DC και τους Motorhead. Βίοι παράλληλοι και όμως τόσο αντίθετοι.

Είναι δικαίωμα του μουσικού να σταματήσει να εκφράζεται δημιουργώντας νέα μουσική, αν δεν έχει κάτι να πει. Είναι επίσης δικαίωμα του να περιοδεύει συνεχώς, παίζοντας τα τραγούδια που έχει ηχογραφήσει, αρνούμενος να συνθέσει κάτι νέο, γιατί απλώς δεν έχει το κίνητρο, την διάθεση, ακόμα και την δημιουργικότητα.

Έχει δικαίωμα ο ακροατής να απαιτεί να ακούσει κάτι καινούργιο, στύβοντας τον σαν λεμονόκουπα, όταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης δεν έχει λόγο και κίνητρο να δημιουργήσει; Είναι επιλογή μας να μιλάμε για μουσικούς θαύματα της μιας επιτυχίας, ανάγοντας την δημιουργία μουσικής, βιβλίων, τέχνης γενικά σε κάτι αντίστοιχο με την καθημερινή δουλειά γραφείου ή την παραγωγή στο εργοστάσιο;

Η ενασχόληση μας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης/επικοινωνίας και ο κόσμος της ηλεκτρονικής πληροφορίας μας φέρνει σε επαφή με πολλά περισσότερα ερεθίσματα. Γιατί λοιπόν η πίεση προς τον δημιουργό να προσφέρει και άλλα; Ο Ερμής του Πραξιτέλη και η Αφροδίτη της Μήλου, πρέπει να είναι μοναδικά ή πρέπει ο γλύπτης να παράγει ανάλογα έργα σε όλη την ζωή του; Ο Νταλί και ο Πικάσο έχουν μόνο αριστουργήματα; Πόσο θα έπρεπε να τους υποχρεώνουν να είναι δημιουργικοί σε κάθε περίοδο της ζωής τους, όταν η μόνη πραγματική υποχρέωση τα πρώτα χρόνια ήταν ο βιοπορισμός και ύστερα η διάθεση να ‘»μιλήσουν» όταν έχουν κάτι να πουν; Είναι η πολυδιάσπαση και υπερδημιουργικότητα του Mike Portnoy σημείο καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας, ανάγκη επιβίωσης ή τελικά απλά δεν μπορεί να εστιάσει, παράγοντας υψηλότερου επιπέδου μουσική από το να αναζητά συνεχώς την επόμενη βέλτιστη συνεργασία, φθείροντας την εικόνα του και σπαταλώντας την δημιουργικότητα και το ταλέντο του, στην ανάγκη της εφήμερης δημοσιότητας;

Η δικτατορία του μεγάλου κοινού, αποδεικνύεται εξίσου σκληρή και άκαμπτη με εκείνη του κριτικού. Αγκαλιάζει δύσκολα τις υφολογικές αλλαγές, απαιτεί πλέον σε τακτά χρονικά διαστήματα νέα δουλειά και ασκεί πίεση με μόνο σκοπό την απόλαυση όσων θεωρεί δεδομένα. Ο Uli Jon Roth είναι ένα τυπικό παράδειγμα όπως και ο Frank Marino. Επέλεξαν, ο μεν πρώτος, να φύγει από τους πολλά υποσχόμενα Scorpions στα χρόνια της πρώτης εμπορικής επιτυχίας τους, για να ακολουθήσει ένα προσωπικό δρόμο με επιλογές πιο δύσκολες, που δημιούργησαν ένα κοινό, με ανοχή, αποδοχή και υψηλότερο καλλιτεχνικό κριτήριο που δεν ήταν ακόμα και αυτό έτοιμο να τον ακολουθεί συνεχώς στους πειραματισμούς του. Ο Frank Marino από την άλλη δοκίμασε την αποδοχή και την επιτυχία έστω και σε μικρότερο βαθμό και αποσύρθηκε. Συνέχισε δημιουργώντας για τον εαυτό του και το κοινό, που τον ανακάλυψε την δεκαετία του 00 εκ νέου, χάρη στο internet, όταν το αισθανόταν, με την οικογένεια του, να προέχει. Δεν προσκολλήθηκε ποτέ στο άρμα των καλλιτεχνών νοσταλγίας ή την ανάγκη να δώσει στους οπαδούς του, πράγματα που ο ίδιος δεν θα θεωρούσε δόκιμα.

Η απομάκρυνση του από το στόχαστρο της μεγάλης μάζας των μουσικόφιλων, αλλά και των ΜΜΕ ωφέλησε και τους δύο, δίνοντας τους χώρο να υπάρξουν, να ζήσουν και να αισθανθούν παραγωγικοί με τους δικούς τους χρόνους. Οι Deep Purple από την άλλη πλευρά αν και μέσα στο παιχνίδι, επιλέγουν οι ίδιοι να δημιουργούν και έχουν το “στίγμα” ότι ακόμη παράγουν και προωθούν νέα μουσική, σε πείσμα των μουσικοκριτικών που όντας πιο άξεστοι από το αδηφάγο κοινό, τους αρνούνται το δικαίωμα να είναι παραγωγικοί.

Είναι τελικά ο αποδέκτης αυτός που θα ορίσει την ποιότητα της δουλειάς; Είναι ο χρόνος το κριτήριο που θα δικαιώσει σε πείσμα κριτικών και κοινού; Η μόνη αλήθεια είναι ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να δημιουργεί όταν το αισθάνεται και όσο το αισθάνεται και το κοινό, να θυμάται ότι είναι αποδέκτης και «καταναλωτής», αλλά μέχρι εκεί. Η δημιουργία είναι προσωπική υπόθεση και αλίμονο αν θεωρούσαμε τον Syd Barret μικρή καλλιτεχνική μονάδα, επειδή δεν κυκλοφόρησε συνεχόμενα μουσική για δεκαετίες. Άραγε αν ζούσε στην εποχή του internet, θα υπήρχε η καθημερινή κουβέντα και απαίτηση για νέα δουλειά; Είναι ο Richey Edwards των Manic Street Preachers ένα ακόμα παράδειγμα πώς το κοινό παραβιάζει την ιδιωτικότητα της ζωής του καλλιτέχνη και τον εξωθεί σε απεγνωσμένες πράξεις; Μήπως οι Tool τελικά απλά δεν θέλουν να κυκλοφορήσουν δουλειά ως Tool και διασκεδάζουν με τον κόσμο που αντί να ψαρέψει στον ωκεανό της μουσικής, απαιτεί να κυκλοφορεί δουλείες ο «αγαπημένος» τους καλλιτέχνης, γιατί το μονοδιάστατο είναι χαρακτηριστικό του ακροατή πολύ περισσότερο από του μουσικού; Είναι ο μουσικός και η μουσική του η διαφυγή από την δική μας καθημερινότητα;

Τελικώς, φαίνεται πως επενδύουμε τόσο εγωιστικά στα θέλω μας από έναν δημιουργό που χάνουμε την έννοια της απόλαυσης της τέχνης ως δημιουργίας, ανεξάρτητα από αυτόν. Πόσο προσωποπαγής έχει γίνει η διασκέδαση μας και η επαφή μας με την τέχνη; Στο επόμενο φόρουμ που θα καταθέσουμε απόψεις για την τεμπελιά των Tool και τις αδιάφορες νέες δουλειές των Deep Purple ας σκεφτούμε αν το πρόβλημα το έχουν η περιορισμένης δυναμικής οπτική μας, οι εμμονές μας και η συμβατικότητα της πίστης μας στη αντισυμβατικότητα του μουσικού ως καλλιτέχνη και δημιουργού. Έννοιες σε σύγκρουση, την εποχή του ελέγχου του πληκτρολογίου.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΠΑΣΜΠΑΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννημένος τo 1968, ο Στέλιος Μπασμπαγιάννης, διαφωνεί με όλους. Όσους έχουν άποψη ,που δεν είναι η δική του και όσους δεν έχουν, γιατί δεν ασπάζονται τη δική του. Ασχολείται εδώ και χρόνια με την τέχνη της προώθησης θεραπευτικών ουσιών. Παράλληλα ασχολείται με την ευγενή τέχνη της μουσικής, ως συντάκτης σε διάφορα μέσα από το 1986. Το βιβλίο είναι η άλλη του μεγάλη αγάπη, που του επιτρέπει το ταξίδι ακόμη και ελλείψει χρημάτων. Πολιτικά ακραίος αντιπαθεί τη διαφθορά της αστικής δημοκρατίας, τον λαϊκισμό των Ελλήνων και τον υποκριτικό χαρακτήρα τους. Αν ήταν ζώο (κάποιοι λένε ότι είναι ) θα ήταν λύκος.