Πλατεία Ναυαρίνου. Η ζωντανή ανάμνηση της rock, της punk και της metal παράδοσης της Θεσσαλονίκης

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Posted on Οκτώβριος 20, 2017, 8:30 πμ
0 secs

Για όλους τους ανθρώπους υπάρχουν εκείνα τα μέρη που τα νιώθουν σαν δεύτερο σπίτι τους. Τα μέρη τα οποία εκτός από τσιμέντο και τοίχους, αποκτούν ουσιαστικά ζωή μέσω των ανθρώπων τους και των κοινών καταστάσεων που ζυμώνονται και βιώνονται από αυτούς. Είναι ο καμβάς που δημιουργείται από μέρη στα οποία αν στριφογυρίσεις το κεφάλι σου θα ταυτίσεις την κάθε μικρή γωνία με μια ανάμνηση, μια συνομιλία, ένα απωθημένο, ένα γούστο, το τάδε ποτό που ήπιες εκείνη τη μέρα με εκείνο τον ωραίο τύπο ή εκείνην την ωραία τύπισσα. Η δύναμη των εικόνων είναι ως γνωστόν τεράστια, πέρα από το μεγάλο φωτογραφικό album της ζωής μας, ο καθένας σίγουρα έχει δημιουργήσει ένα δεύτερο μέσα στο κεφάλι του. Για την ελληνική rock/metal κοινότητα, υπήρχαν και υπάρχουν αρκετά τέτοια μέρη που σίγουρα έχουν διαφοροποιηθεί από τις αρχές της μεταπολίτευσης και έπειτα. Για εμάς τους Θεσσαλονικείς, κανένα άλλο μέρος δε βγάζει τέτοιο νόστο και τέτοιο rock συναίσθημα όσο η αγαπημένη Πλατεία Ναυαρίνου. Η ζωντανή ιστορία της πόλης και η ακόμα πιο ζωντανή ανάμνηση της rock, punk και metal παράδοσης της πόλης, μιας παράδοσης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία η Πλατεία Ναυαρίνου ήταν στέκι Αγάδων και γελαδάρηδων οι οποίοι είχαν τη μεγάλη βρύση της γειτονιάς ως τόπο συνάντησης τους

Να πούμε πως συνήθως όταν αναφερόμαστε η ακούμε για την Πλατεία Ναυαρίνου έχουμε στο μυαλό μας αφενός την κυκλική πλατεία με το συντριβάνι στη μέση, στην οποία φτάνεις ανεβαίνοντας από τη γωνία Τσιμισκή και Λόρδου Βύρωνα, αφετέρου όμως, έχουμε συνηθίσει να εννοούμε και όλο τον πεζόδρομο της Δημητρίου Γούναρη που περικλείεται από τις μεγάλες παράλληλες οδούς Τσιμισκή και Εγνατία. Η πλατεία πήρε το όνομα της προς τιμήν της νίκης του συμμαχικού στόλου έναντι του Τουρκικού το 1827. Βρίσκεται δίπλα στο ανάκτορο του Γαλερίου και κοντά στον ιππόδρομο, δύο μνημεία από τα οποία σώζονται ελάχιστα τμήματα αφού η οικοδομική δραστηριότητα των δεκαετιών του 50 και του 60 κατέστρεψαν αδικαιολόγητα μεγάλα κομμάτια αυτής της αρχαίας κληρονομιάς. Κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία η Πλατεία Ναυαρίνου ήταν στέκι Αγάδων και γελαδάρηδων οι οποίοι είχαν τη μεγάλη βρύση της γειτονιάς ως τόπο συνάντησης τους. Σύμφωνα με μελετητές της εποχής ήταν πολύ πιθανόν η περιοχή να αποτελούσε εμπορικό κέντρο λόγω της σύνδεσης της με το αυτοκρατορικό λιμάνι, ενώ παραδίπλα από την Πλατεία Ναυαρίνου κατέβαιναν τα ανατολικά τείχη της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Η πλατεία ήταν και είναι το πιο πολυσυλλεκτικό (πολυπολιτισμικό όπως θα λέγαμε σήμερα) μέρος της πόλης, σημείο συνάντησης για τις πλέον εναλλακτικές και μη φιγούρες της Θεσσαλονίκης, ένας καμβάς πάνω στον οποίο γράφτηκε σημαντικό κομμάτι από τη σύγχρονη ιστορία της συμπρωτεύουσας, τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Οι παλαιότεροι σε ηλικία ζήσανε ένδοξες στιγμές κατά τις οποίες πρωτοεμφανίστηκαν «φυλές» ξένες προς τη συντηρητική ελληνική κοινωνία που τότε ζούσε την ουσιαστική μετάβαση της στο Δυτικό κόσμο, ενώ κάποιοι νεότεροι όπως εμείς είδαμε μια σύγχρονη πολιτισμική κοιτίδα από μικροπωλητές, μικροκαλλιτέχνες, πολιτικάντηδες του αριστερού και αναρχικού χώρου, «περίεργους» και jazz τύπους και διάφορες άλλες μορφές που έδιναν ένα τόσο ξεχωριστό και αγαπημένο χρώμα στην περιοχή. Και κυρίως απολαύσαμε ιδιαίτερες γεύσεις με μερικά από τα καλύτερα τοστ της πόλης, τις καλύτερες ίσως κρέπες της πόλης, κάποια από τα καλύτερα ταβερνάκια της πόλης προς τη μεριά της πλατείας, όλα αυτά κατεβαίνοντας από τα πανεπιστήμια και γράφοντας στα πλακόστρωτα και στους τοίχους της περιοχής τις αγωνίες μας για το μέλλον που ερχόταν και τον κόσμο που θέλαμε. Που τον θέλαμε τώρα, όπως έλεγε κι ο Morrisson.

Kανείς δε μπορεί να ξεχάσει τις μαραθώνιες μεταμεσονύχτιες black metal εκπομπές του Ράδιο Ουτοπία που έφτανες στο σημείο να βρικολακιάζεις κατά το ξημέρωμα.

Αλλά όπως πάντα έτσι κι εδώ, την ιστορία τη γράφουν τα πρόσωπα κι οι παρέες. Κι από τέτοιες πολλές και διάσημες. Όπως η παρέα του Ράδιο Ουτοπία του αγαπημένου αυτοδιαχειριζόμενου ραδιοφώνου που συναντιόταν στα πέριξ της Πλατείας και μέχρι σήμερα μπορεί κάποιος γνώστης να αναγνωρίσει κανένα δυο πρόσωπα από εκείνη την εποχή. Ενός ραδιοφώνου με έντονο το πολιτικό στοιχείο, με συμμετοχή σε καταλήψεις κατά την περίοδο των ταραχών επί Τεμπονέρα και με τις κατά καιρούς αναγνώσεις πολλών κειμένων και συγγραμμάτων αναρχικής κυρίως ιδεολογίας και απόχρωσης. Όσο για μουσική, τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Σε μια εποχή χωρίς youtube και άλλες ανέσεις, χωρίς downloads, και με περιορισμένες τις μουσικές γνώσεις, κανείς δε μπορεί να ξεχάσει όλο τον punk θησαυρό που έμαθε μέσα από τη συχνότητα του σταθμού. Με τις φοβερές ενίοτε κυκλοφορίες κασετών με το χαρακτηριστικό «Όχι πάνω από 500 δρχ πάνω τους»! Όλα τα φοβερά groups που έφτασαν στα αυτιά μας, τους Μάστιγα (Ακόμα ηχεί από την εποχή εκείνη το απόκοσμο «Γιώργος Γεωργίου 19 χρονών νεκρός»), τους Πανικός, τους Deus Ex Machina, τους Καρκίνωμα, τους ντόπιους ήρωες Πίσσα & Πούπουλα  και ένα σωρό άλλους. Όπως επίσης κανείς δε μπορεί να ξεχάσει και τις μαραθώνιες μεταμεσονύχτιες black metal εκπομπές του σταθμού που έφτανες στο σημείο να βρυκολακιάζεις κατά το ξημέρωμα. Ο σταθμός θα κλείσει στις αρχές του 98 ενώ κατά σύμπτωση την ίδια περίοδο θα λήξει και η κατάληψη στη Βίλλα Βαρβάρα. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας του όμως έχουμε κι άλλες παρέες έξω που γράφουν τη δική τους ιστορία. Οι προαναφερθέντες punks που σιγά σιγά αυγατίζουν τη σκηνή που έβραζε στα late 80s με ονόματα όπως οι Εκτός Ελέγχου, οι Μάστιγα και φυσικά οι Ναυτία. Οι metalheads που συνήθιζαν να μαζεύονται στη μέση του πεζοδρόμου στα «Αρχαία» κάνοντας το καθιερωμένο μουχαμπέτι πριν πάνε στα metal στέκια της πόλης. Οι αναμνήσεις θολές και η ονοματαλογία ακόμα πιο θολή. Όταν όμως θυμάσαι αμυδρά τον «Τρίχα», τον «Legion» και τον «Μυνχάουζεν» καταλαβαίνεις ότι πέρασες καλά παρόλο που δεν έχεις και πλήρη εικόνα του τι γινόταν λόγω αμνησίας. Κι οι ροκαμπιλάδες ακόμη, δυναμική όσο και παρεξηγημένη συνομοταξία των θαμώνων της Πλατείας Ναυαρίνου, έμψυχο υλικό που ζυμώθηκε δίνοντας μας σπουδαία groups, τους Skelters, τους Bullets και άλλους. Ή και οι Ravers, τέλος εκεί στα μέσα των 90s, με τη βραχύβια ύπαρξη τους και τους επικούς κατά καιρούς καβγάδες με τις υπόλοιπες «φυλές».

Κι αν όλες αυτές οι παρέες ήτανε η ζωγραφιά της υπόθεσης, τα σημεία και κυρίως τα μαγαζιά της πόλης ήταν ο μοναδικός καμβάς πάνω στον οποίο ζυμώθηκε η όλη κατάσταση. Μαγαζιά που στο όνομα τους κάποιοι συγκινούνται και κάποιοι νεόκοποι θα ήθελαν να μάθουν ιστορίες αλλά και «ιστορία». Ο θρυλικός «Μένιος» που ήταν ο παράδεισος των αξεσουάρ και περιμέναμε όλοι για τη νέα μπλούζα Maiden ή το νιοστό περίεργο αξεσουάρ των KISS. Δυστυχώς έχει κλείσει σήμερα. Το θρυλικό καφέ «Bolivar», στέκι των metalheads της πόλης που επιμέναν μεταλλικά στα τέλη των 90s, με ήχους από Gamma Ray και Paradise Lost, καθώς και κατά καιρούς επισκέψεις από σημαίνουσες metal προσωπικότητες όπως ο Σάκης (ένας είναι ο Σάκης). Αλλά και το Mr Jones δίπλα του που λειτουργούσε και λειτουργεί ως αντίβαρο στο μεταλλικό χαρακτήρα του Bolivar, έχοντας θαμώνες πολλές brit pop, alternative και indie φιγούρες της Θεσσαλονίκης. O Παπαγάλος και το Funky στη Λόρδου Βύρωνος το δρόμο που οδηγεί στην Πλατεία από την Τσιμισκή, από τα πρώτα «εφηβικά» live-άδικα που οι ντόπιες μικρές μπάντες κάνανε τα πρώτα τους βήματα, κάπου ανάμεσα στη μουσική, το πολύ ποτό και το ακόμα περισσότερο φλερτ. Το Carpe Diem, το ιστορικό καφέ μπαρ όπου έπαιζε μια στο τόσο ο Stefan Schwerdtfeger, aka Big Sleep , γνωστός από το θρυλικό «Looking for a girl with a washing machine. Το βιβλιοπωλείο «Άγνωστη Καντάθ» που πήρε το όνομα του από το ομώνυμο αριστούργημα του HP Lovecraft και αποτελούσε έναν απίστευτο πλούτο fantasy και εναλλακτικής λογοτεχνίας. Το Snob στην περιοχή της Πλατείας, στέκι από τα λίγα με ατέλειωτες ώρες από τάβλι και φοιτητική κουβέντα. Και ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Κάθε γωνιά και ένα στέκι, κάθε στέκι και μία ανάμνηση.

Η Πλατεία Ναυαρίνου φέρνει τις πιο ωραίες των αναμνήσεων στους ανθρώπους που την έζησαν στις «καλές» εποχές της. O Βίκτωρας Μοσχόπουλος, τραγουδιστής και ιδρυτικό μέλος των Πίσσα & Πούπούλα, θυμάται χαρακτηριστικά:
«Μαζευόμασταν απέναντι από το καφέ Astoria (στο σημείο που ενώνονταν η Πλατεία Ναβαρίνου με τον πεζόδρομο της Γούναρη), κοντά στο θρυλικό σινεμά Ναβαρίνο. Εποχή τέλη 80s με αρχές 90s, κατά τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Πολιτικά ήμασταν ένα ρομαντικό όσο και μπερδεμένο πράγμα. Ήταν δεδομένη πάντως η υποστήριξη μας προς τις ομάδες που τότε είχαν έντονη δράση στο ΑΠΘ, συγκεκριμένα στο Στέκι της Φιλοσοφικής και το αντίστοιχο του Βιολογικού. Υπήρχε μια άτυπη κόντρα με τους thrash-o-hooligans της περιοχής, ήμουν θυμάμαι πιο κοντά με τους χαρντκοράδες της εποχής που ανήκαν σε ένα ευρύτερο punk πλαίσιο που κυριαρχούσε στην πλατεία. Οι υπόλοιποι punks ήταν ίσως πιο χαοτικοί και πιο κοντά στο Ευρωπαϊκό στυλ, εμείς του hardcore ήμασταν λιγότερο βίαιοι αν θες και με συγκεκριμένα ακούσματα, Suicidal Tendencies, D.R.I. κλπ. Ήμουν εκεί..«.

Από την άλλη, ο Stefan Schwerdtfeger θα μας πει:
«Θυμάμαι έντονα την περίοδο μεταξύ 1995-2000. Τα αλάνια ήταν αρκετά περισσότερα τότε, άραζαν εκεί γύρω από την Ιωάννου Μιχαήλ. Καμιά φορά θα περνούσαν την Εγνατία, θα υπήρχαν δυο τρεις τσαμπουκάδες με διερχόμενα αυτοκίνητα, και μετά θα ήταν όλοι αραχτοί κάτω από την Καμάρα. Ωραίες εποχές κι ωραίοι τύποι. Ακόμα κι οι αλκοολικοί της πλατείας και οι τοξικομανείς είχαν μια πιο ήπια προσέγγιση στα πράγματα, έδεναν καλύτερα με το υπόλοιπο κλίμα της Ναβαρίνου. Και φυσικά δε θα ξεχάσω εκείνη την εποχή, τη χρυσή εποχή του Carpe Diem. Κάθε βράδυ ένα ντουέτο κιθάρα/φωνή σε μια τρίωρη performance, με ένα μικρό διάλειμμα στη μέση. Δωρεάν ποτά για τους μουσικούς, δε μου έκατσε άσχημα.. Ρεπερτόριο υποτίθεται μισό ελληνικό μισό ξένο. Και κάθε βδομάδα οπωσδήποτε ένα καινούριο τραγούδι. Νέοι μουσικοί, γεμάτοι όρεξη και όνειρα. Υπήρξε πολύ καλή μουσική σ’ εκείνα τα μέρη εκείνα τα χρόνια. Και το μαγαζί γεμάτο κάθε βράδυ, κορίτσια, φοιτητές, όλοι με κέφι και ενθουσιασμό. Όλα αυτά φυσικά δε θα υπήρχαν ποτέ χωρίς τον ιδιοκτήτη, τον Αρχοντή. Ήταν ο βασιλιάς, δε γινόταν να μην τον αγαπήσεις. Ήταν θρυλικές οι εποχές, για όσους έτυχε και τις έζησαν. Και μετά το 2000, κι άλλες πολλές περιπέτειες..»

Φυσικά οι παράμετροι που αναφέρθηκαν είναι συγκεκριμένες και σε καμία περίπτωση δε φτάνουν για να περιγράψουν όλα τα τεκταινόμενα στην Πλατεία Ναβαρίνου, όλα αυτά τα χρόνια. Είναι δεδομένο πως όλο αυτό το σκηνικό θα έχει και τις σκοτεινές του στιγμές. Στέκι τοξικομανών κατά καιρούς η πλατεία, με ουκ ολίγες διενέξεις μεταξύ περαστικών, για ναρκωτικά ή για κάποιο άλλο θέμα. Είναι όμως κι αναγκαίο αυτό το κομμάτι κατά μία έννοια, δε γίνεται ένα τόσο πολυσύχναστο και πολυσυλλεκτικό μέρος να μην έχει κι αυτή την παράμετρο. Ίσως αυτή η έξαρση να είναι ένας από τους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη Ναυαρίνου που αγαπήσαμε. Αυτή που και σήμερα κοντεύοντας στα δεύτερα -άντα μας, δε χορταίνουμε να βολτάρουμε πάνω κάτω ανακαλύπτοντας εκ νέου κάθε γωνιά της και ενθυμούμενοι τις θρυλικές στιγμές που διαμόρφωσαν τον όποιο pop χαρακτήρα του καθενός μας. Μέχρι τα δεύτερα και τρίτα -ήντα μας λοιπόν!

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.