Posted On 1 Δεκεμβρίου 2016 By In ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Προτεινόμενα With 1363 Views

Πως θα έφτιαχνα ένα ραδιοφωνικό σταθμό σήμερα

Ένας από τους πιο γνωστούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς και πρώην εμπορικός διευθυντής της Warner Music Greece γράφει για το ραδιόφωνο του σήμερα. 

Χάρηκα ιδιαίτερα όταν ο αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας μου πρότεινε να γράψω το συγκεκριμένο άρθρο. Στη συνέχεια όμως συνειδητοποίησα ότι κάθε άλλο παρά εύκολη δουλειά ήταν. Γι’ αυτό κι έκανα να του το παραδώσω κάποιους μήνες… Αυτό που θα έπρεπε να λάβω οπωσδήποτε υπόψη μου ήταν το να υπολογίσω τις διαφορές που έχουν προκύψει λόγω εξέλιξης της τεχνολογίας με το πέρασμα του χρόνου.

Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι το στήσιμο ενός ραδιοφωνικού σταθμού σήμερα είναι πολύ διαφορετικό από ότι θα ήταν τις προηγούμενες δεκαετίες. Το ραδιόφωνο παραμένει ένα από τα πιο άμεσα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά και ψυχαγωγίας μαζί με την τηλεόραση. Εδώ και πολλά πλέον χρόνια έχει προστεθεί και το Διαδίκτυο.

Θα χρειαστεί επίσης να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι κάθε αυτοκίνητο παραγωγής να είναι εξοπλισμένο με ραδιοφωνικό δέκτη που να υποστηρίζει τη λήψη σταθμών από το διαδίκτυο

Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, πλην των κρατικών ή αν προτιμάτε δημόσιων (αν και αυτό το «δημόσιων» πάντα μου θυμίζει τουαλέτες), ξεκίνησαν αρχικά ως πειρατικοί στα AM (μεσαία), για να εποικήσουν στη συνέχεια  και τα FM. Τα AM έχουν ουσιαστικά πλέον εγκαταλειφθεί, τα FM καλά κρατούν, ενώ μια σχετικά καλή εξάπλωση του DAB (Digital Audio Broadcasting) υπάρχει σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Με το DAB δεν θα ασχοληθούμε αυτή τη φορά, αφού αφενός μεν δεν αποτελεί ελληνική πραγματικότητα, αφετέρου το στήσιμο ενός ραδιοφωνικού σταθμού DAB δεν διαφέρει σε τίποτα από το στήσιμο ενός αντίστοιχου στα FM. Μια και ανέφερα όμως ότι τα FM καλά κρατούν και πάνω σε αυτό γίνεται τα τελευταία χρόνια αρκετή κουβέντα αρκεί νομίζω να αναφέρω ένα από τα συμπεράσματα πρόσφατου παγκόσμιου συνεδρίου για το ραδιόφωνο που πραγματοποιήθηκε στις Η.Π.Α:

radiostationstudio
«Αν και οι διαδικτυακοί σταθμοί είναι το μέλλον για την επόμενη δεκαετία ο πιο σημαντικός και διαδεδομένος τρόπος μετάδοσης ραδιοφωνικού προγράμματος παγκοσμίως θα παραμείνουν τα FM. Χρειάζεται να περάσει ακόμη πολύ νερό από το αυλάκι μέχρι να φτάσουμε στο σημείο που θα υπάρχει ευρυζωνικό Internet σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Θα χρειαστεί επίσης να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι κάθε αυτοκίνητο παραγωγής να είναι εξοπλισμένο με ραδιοφωνικό δέκτη που να υποστηρίζει τη λήψη σταθμών από το διαδίκτυο».

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στη διαφορά που υπάρχει μεταξύ ενός διαδικτυακού σταθμού κι ενός στα FM.

Στην περίπτωση που μιλάμε για τη δημιουργία ενός ραδιοφωνικού σταθμού σήμερα από το σημείο μηδέν στα FM θα πρέπει να έχουμε λύσεις για: τη χρηματοδότηση, το τεχνικό μέρος, το διαφημιστικό, το τμήμα προβολής και αυτό του προγράμματος.

Προσωπικά δεν θα έμπαινα καν στη διαδικασία να σκεφτώ τη δημιουργία ενός διαδικτυακού σταθμού τώρα

Αν σκοπεύουμε να δημιουργήσουμε σταθμό στο διαδίκτυο τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά. Πέρα από την αρχική επένδυση για την αγορά ενός αρκετά καλού ηλεκτρονικού υπολογιστή και το στήσιμό του για να λειτουργεί σε 24ωρη βάση με κάθε πρόβλεψη για ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία απαιτείται κι ένα ποσό σε ετησίως για να γίνεται το streaming όπως επίσης κι ένα μικρό ποσό για συντήρηση και εκσυγχρονισμό  του υπολογιστή και των περιφερειακών του. Το διαφημιστικό κομμάτι μαζί με αυτό της προβολής όπως και αυτό του προγράμματος επωμίζεται ο δημιουργός του διαδικτυακού ραδιοφώνου στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. Πρέπει να είναι πολύ φιλόδοξο το σχέδιο και να υπάρχει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό διαθέσιμο για τα συγκεκριμένα κομμάτια ενός διαδικτυακού σταθμού. Πρέπει μάλιστα να υπάρχει η συναίσθηση ότι το ποσό που θα διατεθεί μπορεί και να χαθεί τελικά χωρίς να επιτευχθεί ο στόχος, που δεν είναι άλλος από το να ξεχωρίσει ο συγκεκριμένος σταθμός από τις χιλιάδες αυτών που κατακλύζουν το Διαδίκτυο. Προσωπικά δεν θα έμπαινα καν στη διαδικασία  να σκεφτώ τη δημιουργία ενός διαδικτυακού σταθμού τώρα. Αν το βλέπει κάποιος ως χόμπι, όπως δηλαδή το έβλεπαν οι πειρατές στα FM στη δεκαετία του ’80, ναι μπορεί να το καταλάβω. Αν όμως ελπίζει ότι κάποια στιγμή ενδεχομένως θα μπορεί να ζήσει από αυτό, λυπάμαι αλλά νομίζω ότι είναι ανέφικτο λόγω της πληθώρας τέτοιων σταθμών που υπάρχουν ήδη, όσο και της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα που δεν ευνοεί ρομαντικά και πολύ περισσότερο μεγαλεπίβολα σχέδια…

Ας εξετάσουμε τώρα το στήσιμο ενός ραδιοφωνικού σταθμού στα FM, που είναι πιο πολύπλοκο αλλά και πιο δαπανηρό.

Κεφαλαιώδους λοιπόν όπως προανέφερα σημασίας είναι το μέρος της χρηματοδότησης. Ποιός, ή ποιοι και γιατί να αποφασίσουν να επενδύσουν σε ένα μέσο όπου ο ανταγωνισμός είναι κάτι περισσότερο από έντονος; Ποιός θα είναι ο ορίζοντας και ποιό το όφελος; Η πείρα έχει δείξει πάντως πως μεγαλύτερη επιτυχία έχουν σημειώσει πρωτοβουλίες επιχειρηματιών, παρά πολυμμετοχικά σχήματα.

Το τεχνικό κομμάτι περιλαμβάνει τις υποδομές που ξεκινούν από την κονσόλα του στούντιο μέχρι και την κεραία εκπομπής. Πρόκειται για ένα αρκετά δαπανηρό μέρος της επένδυσης που πέρα από την αρχική επένδυση προϋποθέτει και δέσμευση ποσού από τα μηνιαία έσοδα για τρέχουσες και πάγιες υποχρεώσεις σε μηνιαία βάση, όπως επίσης πρόβλεψη για συντήρηση του εξοπλισμού, εκσυγχρονισμού του και ενδεχόμενη αντικατάσταση μέρους του σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Ειδικά τα ραδιόφωνα εδώ και πολλά χρόνια έχουν κατακλυστεί από ανθρώπους της τηλεόρασης και της σόουμπιζ, είτε επειδή κάποιοι θεώρησαν το ότι επειδή έχουν υψηλή αναγνωρισιμότητα θα αποτελέσουν και πόλο έλξης για το σταθμό, είτε επειδή ο επιχειρηματίας που έχει τηλεοπτικό αλλά και ραδιοφωνικό σταθμό έκανε μια οικονομική συμφωνία πακέτο

Το διαφημιστικό κομμάτι είναι αυτό που καλείται να προσφέρει το οξυγόνο σε κάθε ΜΜΕ. Δεν χρειάζεται νομίζω να αναλύσουμε ότι όσο πιο εύρωστος είναι οικονομικά ένας ραδιοφωνικός, είτε τηλεοπτικός σταθμός, τόσο καλύτερος συνολικά μπορεί να είναι. Πέρα από την κάλυψη των εξόδων του τεχνικού κομματιού μπορεί και  εξασφαλίζει ταυτόχρονα καλύτερο ποιοτικά προφίλ για την επιχείρηση με οτιδήποτε αυτό μπορεί να σημαίνει.

Το τμήμα προβολής είναι ένα ακόμη πολύ σημαντικό μέρος στο στήσιμο ενός σταθμού. Δεν αρκεί να έχεις ένα πολύ καλό προϊόν στα χέρια σου. Πρέπει το κοινό να γνωρίζει ότι υπάρχει αυτό το προϊόν, όπως επίσης ότι είναι διαθέσιμο για την ενημέρωση/ψυχαγωγία του. Η δουλειά του τμήματος προβολής απαιτεί κι αυτή ένα διόλου ευκαταφρόνητο μερίδιο από τον προϋπολογισμό του μέσου.

Κι ερχόμαστε λοιπόν στο τμήμα του προγράμματος. Οι επιλογές σε μια μπάντα με εύρος από τα 88-108 MHz αν και πολλές είναι μετρημένες. Το πρόγραμμα, αν μιλάμε για ψυχαγωγικό ραδιόφωνο, αποτελείται από τη μουσική και το λόγο. Η επιλογή της μουσικής μπορεί να ανατεθεί σε κάποιον γνώστη του είδους που έχει επιλεγεί για να διαμορφώσει τον βασικό κορμό του προγράμματος. Οι γνώσεις του, η εμπειρία του στο μέσο, μια μεγάλη δισκοθήκη και η αποδοχή του από άλλους ανθρώπους του χώρου μπορεί να αποτελέσουν εχέγγυα μιας σωστής επιλογής προσώπου. Αυτός θα αποφασίσει ποιες φωνές θα στελεχώσουν το πρόγραμμα και θα διαμορφώσει τη λίστα μεταδόσεων, το περίφημο playlist που έχει επικρατήσει στα περισσότερα ραδιόφωνα παγκοσμίως εις βάρος της δυνατότητας και της ελευθερίας του παραγωγού/παρουσιαστή να επιλέγει ο ίδιος την προς μετάδοση μουσική.

radiostationstudio3
Αυτό που δεν διαφέρει είτε μιλάμε για ενημερωτικό, είτε μιλάμε για μουσικό ραδιόφωνο είναι η ποιότητα του έμψυχου υλικού. Προσοχή όμως! Είναι θέμα επιλογής προσώπων που έχουν διακριθεί γι’ αυτό που κάνουν λαμβάνοντας υπόψη την αξία τους μόνο όσον αφορά το σχετικό μέσο και όχι την γενικότερη προβολή τους, ή τη δημόσια εικόνα τους. Ειδικά τα ραδιόφωνα εδώ και πολλά χρόνια έχουν κατακλυστεί από ανθρώπους της τηλεόρασης και της σόουμπιζ, είτε επειδή κάποιοι θεώρησαν το ότι επειδή έχουν υψηλή αναγνωρισιμότητα θα αποτελέσουν και πόλο έλξης για το σταθμό, είτε επειδή ο επιχειρηματίας που έχει τηλεοπτικό αλλά και ραδιοφωνικό σταθμό έκανε μια οικονομική συμφωνία πακέτο: «Θα μου κάνεις μια τηλεοπτική εκπομπή γι’ αυτό το ποσό και μαζί θα μου κάνεις δώρο κι ένα διωράκι στο ραδιόφωνο». Το να είσαι όμως πανελίστας σε μεσημεριανή κουτσομπολίστικη εκπομπή, ή συχνάζεις το καλοκαίρι στα σοκάκια της Μυκόνου, θα κάνει απαραίτητα το αμιγώς ραδιοφωνικό κοινό να κρέμεται από τα χείλη σου για κάθε σου ατάκα;

Όλα τα παραπάνω ισχύουν σε γενικές γραμμές. Όσο για τη δική μου απάντηση στην ερώτηση «πώς θα έφτιαχνα σήμερα έναν ραδιοφωνικό σταθμό;» είναι ΟΧΙ. Δεν θα έφτιαχνα. Δεν θα επεδίωκα να αναλάβω τις τύχες κάποιου σταθμού στα FM, αλλά ούτε και θα δοκίμαζα να κάνω κάτι στο διαδίκτυο.

Όσο για τα FM, αν υπολογίσουμε ότι ειδικά στο λεκανοπέδιο Αττικής εκπέμπουν γύρω στους 60 με 65 σταθμούς – αυτοί που είχαν εξασφαλίσει άδεια νομίμου λειτουργίας μαζί με κάποιους πειρατές – δεν βρίσκω έναν καλό λόγο για να προχωρήσει κάποιος στο τόλμημα, ειδικά με τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία χρόνια ειδικά στην Ελλάδα. Ποιο κοινό να στοχεύσεις και με ποιες φιλοδοξίες;

radiostationstudio2
Το κοινό 18-35 που μέχρι πριν κάποια χρόνια αποτελούσε το κατ’ εξοχήν αγοραστικό μέρος του ακροατηρίου έχει μπει στο στόχαστρο της πλειοψηφίας των σταθμών που εκπέμπουν αυτή τη στιγμή. Υπάρχουν ραδιόφωνα που η μοναδική διαφορά τους με κάποια άλλα είναι το jingle που παίζει ανάμεσα σε κάθε τραγούδι (!) για να σε ενημερώσει ποιον σταθμό ακούς. Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι παίζουν «δέκα στη σειρά», ή «πενήντα λεπτά χωρίς καμία διακοπή για διαφημίσεις» και βέβαια όλοι παίζουν «μόνο επιτυχίες». Ο ρόλος του εκφωνητή, γιατί παραγωγός όπως εσφαλμένα έχει καθιερωθεί είναι άλλο πράγμα που θα αναλύσουμε πάλι σε επόμενο άρθρο, είναι ουσιαστικά διακοσμητικός. Εξυπηρετεί ουσιαστικά μόνο την ανάγκη του διαφημιστικού τμήματος να μπορεί να πουλάει διαφήμιση και να εξασφαλίζει χορηγίες. Κατά τ’ άλλα ο εκφωνητής περιορίζεται στην ανακοίνωση των σλόγκαν του σταθμού και την πληροφόρηση για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν. Αν στα παραπάνω προσθέσουμε το πόσο έχει συρρικνωθεί η διαφημιστική πίτα τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης, μια απόφαση για δημιουργία καινούργιου σταθμού θα μπορούσε – πολύ φοβάμαι – να παρθεί μόνο από κάποιον αθεράπευτα ρομαντικό ή ανισόρροπο.

Αν πάλι δεν επιλέξεις να στοχεύσεις το μεγάλο κομμάτι της πίτας του ακροατηρίου παίζοντας μουσικές που δεν ακούγονται καθόλου στη μπάντα, δώσεις ελευθερία επιλογής της μουσικής στους ανθρώπους που στελεχώνουν το πρόγραμμά σου, ή ακόμη κι αν έχεις τη φαεινή ιδέα δημιουργίας ενός ραδιοφώνου λόγου (talk radio), πέρα από τα ειδησεογραφικά και τα αθλητικά, ποιος μπορεί να σου εγγυηθεί ότι το επιχείρημα θα στεφθεί με επιτυχία; Για να μπορείς να καλύψεις τα έξοδά σου πρέπει να εξασφαλίζεις – όσο περιορισμένο προϋπολογισμό κι αν έχεις – τουλάχιστον ένα ποσοστό ακροαματικότητας της τάξης του 4%. Αν ο συγκεκριμένος στόχος δεν επιτευχθεί και μάλιστα σε διάστημα λίγων μηνών οι συζητήσεις του διευθυντή προγράμματος με τον επιχειρηματία που στηρίζει οικονομικά το σταθμό κάθε άλλο παρά ευχάριστες θα είναι για τον πρώτο…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ένας από τους πιο γνωστούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς/παρουσιαστές από τη δεκαετία του '80 ως σήμερα. Η δισκοθήκη του είναι μια από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Αριθμεί δεκάδες χιλιάδες δίσκους 33 στροφών, 45 στροφών, maxi singles, σάουντρακ, συλλογές, CD, CD singles, βιντεοκασέτες και DVD. Και όλα αυτά στην αυθεντική τους έκδοση, χωρίς φυσικά να περιλαμβάνονται ψηφιακά αρχεία. Η καριέρα του περιλαμβάνει ραδιόφωνο, τηλεόραση και δισκογραφία, αν και η μεγάλη του αγάπη ήταν το πρώτο. Σε επαγγελματικό επίπεδο έχει βρεθεί στις συχνότητες των: Β' Πρόγραμμα της ΕΡΤ, Αθήνα 984, Top FM, Ant-1 FM, Kiss FM, Galaxy 92 και και ΕΡΑ Σπορ. Τηλεόραση έχει κάνει στην ΕΡΤ με την ενότητα "Ροκαστερισμός" στα "Κυριακάτικα" (με παρουσιαστές την Έλενα Ακρίτα και το Δημήτρη Κωνσταντάρα) και στον ANT-1 TV με την εκπομπή "America´s Top-10" την αυθεντική έκδοση της οποίας παρουσίαζε στις Η.Π.Α. ο θρύλος Kacey Casem. Στη δισκογραφία διετέλεσε εμπορικός διευθυντής της Warner Music Greece από το 2006 ως και το 2009