ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ IN FOCUS/TOP STORIES

Πόση ποικιλία μπορείς να αντέξεις μέσα στον ίδιο δίσκο;

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα συγκροτήματα επιλέγουν να παίζουν «λίγο από όλα». Μήπως τελικά είναι αυτό το μέλλον της δισκογραφίας και πόσο εκπαιδευμένο είναι το κοινό ώστε να δεχτεί τη νέα αυτή τάση; Πριν από μερικά χρόνια είχα συναντήσει ένα παράξενο τύπο, που αποκαλούσε τον εαυτό του ειδήμονα της…

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα συγκροτήματα επιλέγουν να παίζουν «λίγο από όλα». Μήπως τελικά είναι αυτό το μέλλον της δισκογραφίας και πόσο εκπαιδευμένο είναι το κοινό ώστε να δεχτεί τη νέα αυτή τάση;

Πριν από μερικά χρόνια είχα συναντήσει ένα παράξενο τύπο, που αποκαλούσε τον εαυτό του ειδήμονα της μουσικής. Γνώστης, συλλέκτης δίσκων, μουσικός και ταυτόχρονα διοργανωτής σεμιναρίων ECDL προσπαθούσε μέσα από συζητήσεις να με πείσει ότι η μουσική είναι μία. Δεν μπαίνει σε καλούπια, δεν χωρίζεται σε είδη, δεν έχει νόημα να τις βάζουμε ταμπέλες.

Μάταια όμως. Εκτός του ότι θεωρούσα τις απόψεις του αθεράπευτα ρομαντικές, στο επιχείρημά μου πώς μπορεί ο Μπαχ και η Έφη Θώδη να μην διαχωρίζονται μεταξύ τους, αδυνατούσε να μου δώσει μια πειστική απάντηση.

Η μουσική έμπαινε ανέκαθεν σε καλούπια όσο και αν διαβάζουμε κατά καιρούς ότι οι ταμπέλες ήταν μια εφεύρεση της «κακιάς» μουσικής βιομηχανίας για την ακόμα μεγαλύτερη εμπορευματοποίησή της. Από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση και από την εποχή του μπαρόκ και της κλασικής μουσικής οι συνθέτες δημιουργούσαν διαφορετικά μουσικά είδη για να ταξινομήσουν το στυλ, το ύφος και τα συναισθήματα που παρήγαγαν οι νότες που έμπαιναν η μία δίπλα στην άλλη.

Θυμάμαι πριν από πολλά χρόνια μια συνέντευξη των Stratovarius για την προώθηση του “Destiny” το 1998, που στην ερώτηση αν παίζετε power metal απάντησαν «παίζουμε heavy μελωδική μουσική, δεν θέλουμε να βάζουμε τη μουσική μας σε καλούπια». Πρώτον, θα μπορούσε να απαντήσει κάποιος ότι λέγοντας “heavy μελωδική μουσική” δημιουργείς έτσι και αλλιώς καλούπια και δεύτερον ότι, όταν το power metal ήταν δημοφιλές κανένας δεν απέρριπτε το είδος αλλά όταν προς το τέλος της δεκαετίας του ’90 ξεκινούσε σε η αποκαθήλωσή του τότε όλοι ξαφνικά θεώρησαν προσβλητικό να τους χαρακτηρίζουν power metal. Φυσικά το ίδιο έγινε και με το Nu, το Alternative, το Metalcore κ.α.

Οι Zeal & Ardor δημιουργήθηκαν από τον Manuel Gagneux, έναν ελβετοαμερικανό μουσικό που στο παρελθόν είχε το pop project, Birdmask.

Τα τελευταία χρόνια όμως, η τάση να δημιουργούνται δισκογραφικά εγχειρήματα με έντονη πολυποικιλότητα έχει γίνει τόσο δημοφιλής σε βαθμό που τείνει να γίνει μόδα. Συγκροτήματα και καλλιτέχνες που μέσα σε μια ώρα στουντιακής ηχογράφησης μεταπηδούν από το heavy metal στη jazz, από την soul στο black metal και από το southern rock στα blues πληθαίνουν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Και μάλιστα οι περισσότεροι από αυτούς χωρίς να χάσουν την ταυτότητα τους.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά λοιπόν, εδώ και μια πενταετία συναντάμε στις κορυφαίες θέσεις των charts αλλά και στις λίστες με τα καλύτερα album κάθε χρονιάς, album με τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Από το εκπληκτικό ντεμπούτο των Zeal & Ardor “Devil is Fine” το 2017 όπου οι Αμερικανοί κατάφεραν συνδυάσουν περίτεχνα το black, τη soul και τα blues, μέχρι την εντυπωσιακή μεταμόρφωση των Avatar στο “Avatar Country” πέρυσι, όπου οι Σουηδοί απομακρύνθηκαν από το μελωδικό death metal για να δημιουργήσουν ένα ηχητικό θεατρικό έργο με ευδιάκριτες αναφορές στο “Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band” των Beatles, φτάνοντας ακόμα και στο επικό metal των Manowar.

Θα προτιμούσα να μη μπορώ να επιλέξω τι θα αποκομίσει κάποιος ακούγοντας τη μουσική των Zeal & Ardor. Η μουσική είναι εγγενώς προσωπική. Αν κάποιος ερμηνεύσει ένα τραγούδι μου με τρόπο που δεν είχα σκεφτεί, ποιος είμαι εγώ για να πω ότι είναι λάθος; Από ένα σημείο και μετά, δεν είναι ένα δικό μου τραγούδι. Ανήκει στον ακροατή.

Manuel Gagneux – Zeal & Ardor (Revolver Magazine)

Φέτος τη σκυτάλη φαίνεται ότι παίρνουν οι The Raconteurs με το “Help Us Stranger”, που μέχρι στιγμής τυγχάνει πολύ καλών σχολίων από κοινό και κριτικούς. Το συγκρότημα από της Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψε μετά από 11 χρόνια για να δώσει στους οπαδούς του ένα album που αναμιγνύει τους White Stripes, τους Led Zeppelin, τον Elton John, τη folk, την pop, τα blues και πολλά άλλα.

Πάμε όμως σε κάτι άλλο. Ας υποθέσουμε ότι δουλεύουμε σε ένα δισκοπωλείο και πρέπει να κατηγοριοποιήσουμε ένα album συγκροτήματος το οποίο έχει ένα τραγούδι black metal, ένα jazz, ένα pop και ένα soul. Αλήθεια, πού θα το βάζαμε;

Η προφανής απάντηση είναι κάπου ανάμεσα στο rock και στο metal αλλά και πάλι η όλη διαδικασία θα γινόταν εμπειρικά. Το χαρακτηριστικό το οποίο πιθανόν να υπερίσχυε των υπολοίπων να ήταν το distortion στην κιθάρα ή το παρελθόν του συγκροτήματος αλλά η ουσία βρίσκεται αλλού. Η λογική της μουσικής χωρίς διαχωρισμούς, χωρίς ταμπέλες, χωρίς καλούπια φαίνεται ότι θα μπορούσε μέχρι ενός σημείου να εκπροσωπηθεί από ένα τέτοιο album αλλά και πάλι το κοινό θα ήταν στοχευόμενο.

Το τελευταίο album των Muse «Simulation Theory» ενσωματώνει επιρροές από την επιστημονική φαντασία και την pop κουλτούρα της δεκαετίας του 80

Δυστυχώς, ο μέσος ακροατής δεν έχει εκπαιδευτεί στον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και διαχείρισης ηχητικών ακουσμάτων. Σίγουρα όμως, αυτοί που είναι περισσότερο έτοιμοι να τον δεχτούν, είναι οι φίλοι της σκληρής μουσικής.

Για παράδειγμα ένας φίλος της pop δεν θα μπορούσε να ανεχτεί ένα κομμάτι black metal, ενώ ένας οπαδός της jazz αμφιβάλω αν θα έμπαινε ποτέ στη διαδικασία να ακούσει μια ολόκληρη σύνθεση επικού metal.

Έχετε σκεφτεί πόσο «εκπαιδευμένος» πρέπει να είναι κάποιος για να αξιολογήσει αντικειμενικά και δίκαια ένα album των Muse; Progressive rock, electronica, R&B μπαίνουν σε τεράστιες αρένες, τη μία έχοντας σύμμαχο το drum machine και την άλλη το εξαιρετικό παίξιμο των μελών τους. Προσωπικά, πριν από λίγα χρόνια θεώρησα αριστουργηματικό το “Drones” ενώ πριν λίγους μήνες δεν άντεξα να ακούσω για δεύτερη συνεχόμενη φορά τα ηλεκτρονικά στοιχεία του “Simulation Theory”. Προφανώς και αυτό δεν σημαίνει ότι το “Simulation Theory” είναι κακό. Πώς όμως μπορώ να είμαι αντικειμενικός, όταν τα μοναδικά ηλεκτρονικά στοιχεία με τα οποία έχω έρθει σε επαφή είναι τα ηχητικά εφέ από τη «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Stanley Kubrick;

Τα είδη ήταν μια αισθητική άποψη που οι άνθρωποι προστάτευαν για πολύ καιρό, όχι μόνο στη μουσική αλλά και στον τρόπο ντυσίματος ακόμα και στους φίλους που διατηρούσαν. Αισθάνομαι ότι αυτό έχει φτάσει στο τέλος. Το ενδιαφέρον σήμερα στη μουσική δεν είναι μόνο η ανάμειξη των ειδών αλλά η ανάμειξη των εποχών. Έτσι, έχουμε έναν καλλιτέχνη όπως η Lana Del Ray να κυκλοφορεί μουσική της δεκαετίας του 50΄αλλά ταυτόχρονα να μιλά για βιντεοπαιχνίδια. Έχει πολύ ενδιαφέρον να δημιουργείς κάτι διαχρονικό το οποίο να μην είναι συνδεδεμένο με καμία συγκεκριμένη εποχή. Αμέσως, μετατρέπεται σε κάτι αιθέριο και διαφορετικό

Matt BellamyMuse (bbc.com)  

Ας επανέλθουμε λοιπόν στην αρχή και στον παράξενο ρομαντικό τύπο. Η βάση της θεωρίας του, στηρίζεται σ’ ένα κόσμο που οι άνθρωποι δεν έχουν αναπτύξει εξειδικευμένα μουσικά γούστα και προτιμήσεις. Σ’ ένα κόσμο που είναι έτοιμος να δεχτεί με τον ίδιο τρόπο το metal και την reggae, το hip hop και την disco, τη latin και το grindcore, την house και την κλασική μουσική. Ανθρώπους που είναι ανοιχτοί σε ακούσματα, διατεθειμένοι να ρισκάρουν, να δώσουν ευκαιρίες και αν μη τι άλλο να αλλάξουν γνώμη για πολλά που μέχρι σήμερα θεωρούσαν δεδομένα. Ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με διαφορετικά ακούσματα για να βελτιώσουν την αισθητική τους και να μπορούν με επιχειρήματα να αξιολογήσουν, να ξεχωρίσουν και να διακρίνουν ένα άρτιο αποτέλεσμα.

Και πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ ανθρώπους πιο κοντά στο συγκεκριμένο σκεπτικό, από τους φίλους της σκληρής μουσικής. Εν τέλει ίσως και να είμαστε ρομαντικοί…

Ο Σάββας Στανής γεννήθηκε στην Κομοτηνή την χρονιά που οι AC/DC κυκλοφόρησαν το Back in Black και από τότε η σχέση του με την rock μουσική είναι μια σχέση εξάρτησης. Είναι δημιουργός του επίσημου ελληνικού fan club των Dream Theater “Infinite Dreams” (1999), βραβευμένο από την Warner Music και από την ifpi για την αύξηση των πωλήσεων του συγκροτήματος στην Ελλάδα. Υπήρξε συντάκτης των περιοδικών Rock On και Rock Hard με μόνιμες στήλες, συνεντεύξεις και studio reports συγκροτημάτων στο εξωτερικό. Έχει καθίσει πίσω από την κονσόλα του Atlantis Fm 105,2, αυτοαποκαλείται foodie και λατρεύει να αξιολογεί burger οπουδήποτε ανακαλύπτει ότι τα σερβίρουν. Αποκαλεί Άγιο τον Anthony Bourdain και θεωρεί τεράστιο πλήγμα που δεν κατάφερε να τον γνωρίσει από κοντά.

Latest from IN FOCUS

Go to Top