Η μουσική βιομηχανία έχει δημιουργήσει κατά καιρούς, με τη «σύμφωνη» γνώμη των οπαδών, συγκροτήματα-κολοσσούς, groups που φεύγουν από τα στεγανά της μπάντας του απλού συμβολαίου και φτάνουν ένα στάτους στο οποίο μπορούν κάλλιστα να χαρακτηριστούν ως επικερδέστατες εταιρείες.

Με αυτό το concept καταλαβαίνει κανείς ότι ορίζονται πολύ αυστηρά πλαίσια για τη λειτουργία ενός συγκροτήματος, υπάρχουν ενίοτε συμβόλαια ιδιαιτέρως δεσμευτικά και συχνά η δημιουργικότητα μαζί με κάποιες ιδιαίτερες ιδέες των καλλιτεχνών καταλήγουν να μένουν στο ράφι. Εκεί ακριβώς είναι που έρχεται η ιδέα του solo album, της φάσης εκείνης ενός καλλιτέχνη που είτε κάνει ένα διάλειμμα από την κύρια ενασχόληση του, είτε βρίσκεται σε μια στροφή στην καριέρα του προσπαθώντας να θέσει καινούριες στιβαρές βάσεις για τη συνέχιση αυτής. Άλλες φορές αυτοί οι δίσκοι οδήγησαν σε τεράστιες σόλο καριέρες, άλλες φορές στάθηκαν από μόνοι τους αντάξιοι αν όχι ισάξιοι της δισκογραφίας του κυρίως συγκροτήματος του καλλιτέχνη, ενώ τέλος υπήρχαν οι φορές που ο δίσκος χάθηκε είτε στη γενικότερη μετριότητα του είτε στην αποτυχία της προσπάθειας του τραγουδοποιού να διαφοροποιηθεί από το ύφος με το οποίο καλώς ή κακώς τον έχει ταυτίσει ο περισσότερος κόσμος. Στη συνέχεια θα δούμε μια σειρά από τέτοιους δίσκους που βγήκαν στο πλάι της κύριας ενασχόλησης των καλλιτεχνών, σκοπίμως δε θα ασχοληθούμε με δίσκους λιγότερο γνωστούς στο ευρύ κοινό, δίσκους που δεν οδήγησαν σε ιδιαίτερη solo καριέρα αλλά μπορούσαν αξιοπρεπέστατα να σταθούν και μόνοι τους στο μουσικό στερέωμα. Η σειρά με την οποία παρατίθενται τα albums είναι τυχαία, τόσο σε χρονολογική σειρά όσο και σε ποιότητα.

Geezer Butler – Plastic Planet (1995)
Σε μια περίοδο που οι Sabbath συνεχίζουν χωρίς αυτόν και που έτσι κι αλλιώς ό,τι είχε να πει μουσικά με τους Βρετανούς πρωτοπόρους το έχει πει, ο Terry Geezer Butler το ρίχνει έξω όπως λέμε και προσπαθεί να πιάσει τον παλμό της εποχής. Θα γράψει κάποιους ιδιαίτερους στίχους για το project του G/Z/R τους οποίους θα τους δώσει σε ένα από τα πιο hot ονόματα της εποχής, τον Burton C. Bell που εκείνη την εποχή μεσουρανεί με τους κορυφαίους Fear Factory του Demanufacture και της νέας metal τάσης. Το υλικό όπως είναι λογικό προσομοιάζει με τις πιο doom/stoner στιγμές των Sabbath αλλά σίγουρα έχει επηρεαστεί κι από τις τάσεις των 90s με κάποιες ανεβασμένες ταχύτητες, χρήση δίκασης ενίοτε και σίγουρα κάποια brutal φωνητικά σήμα κατατεθέν του Bell που δεν είχαμε συνηθίσει στους Sabbath σε καμία περίπτωση. Το ότι δεν κυκλοφόρησε κάποιο single ή προωθητικό βίντεο αποδεικνύει ίσως το μεράκι και την άνεση με την οποία φτιάχτηκε το εν λόγω album και η ποιότητα του μετά από ένα δυο ακούσματα γίνεται φανερή. Πόσο μάλλον όταν την ίδια εποχή ο Iommi θα κυκλοφορήσει το Forbidden και θα δώσει στους Black Sabbath το μοναδικό πράγμα που μέχρι τότε δεν είχανε. Ένα κακό album.

Izzy Stradlin and the JuJu Hounds (1992)
Ο Izzy Stradlin για μια σειρά από χρόνια τα είχε δει όλα με τους Guns N Roses κι όταν λέμε όλα εννοούμε όλα. Απίστευτα γρήγορη αναρίχχηση στο stardom της μουσικής, albums που πουλήσανε όσο δεν είχε φανταστεί ποτέ του, περιοδείες extravaganza παρέα με μαθητές του κατηχητικού όπως ο Slash κι ο Axl και άλλα τέτοια όμορφα. Αποχωρώντας θα στήσει το δικό του σχήμα τους Ju Ju Hounds και με τον ντόρο γύρω από το group να είναι σχετικά δεδομένο λόγω του ονόματος τους, όλοι περιμέναμε να ακούσουμε το ύφος και την ποιότητα των τραγουδιών. Ο Izzy μας δικαιώνει καθώς θα μας δώσει δύο Top 20 Radio Hits αλλά και γενικότερα θα προσφέρει έναν ανάλαφρο μεν, πολύ ώριμο δε και με πολύ καλή κιθαριστική δουλειά hard rock δίσκο. Η παραγωγή θα μπορούσε να πει κανείς πως δε βοηθάει ώστε ο δίσκος να αποκτήσει τη hard υπόσταση που είχαν τα albums των GNR αλλά αυτό σε μια τελική δεν ενοχλεί ιδιαίτερα καθώς η ακρόαση του album δημιουργεί την ίδια ευχαρίστηση με το ντεμπούτο των φοβερών Georgia Satellites, για να δώσουμε ένα παράδειγμα. Ένας Izzy χαλαρός και κουλ, επιρροές από διάφορα μουσικά ήδη και το Shuffle It All μαζί με το εναρκτήριο Somebody Knockin’ να ξεχωρίζουν σε ένα δίσκο που δε θα άλλαζε τη ζωή κανενός αλλά θα ακουγόταν ευχάριστα όσο λίγοι.

Joe Perry Project – Let The Music Do The Talking (1980)
Οι παλιότεροι λέγανε πως δύο φίλοι αν τυχόν μαλώσουν για κάτι αυτό θα είναι μια γυναίκα. Στα τέλη των 70s η κυρία Joe Perry μαλλιοτραβήχτηκε με την κυρία Tom Hamilton και φυσικά τη νύφη την πλήρωσαν οι Aerosmith με τον Perry να αποχωρεί και το Night In The Ruts να ολοκληρώνεται με χίλια ζόρια. Ο Joe ξεκινάει προσωπική καριέρα άμεσα και οι Joe Perry Project είναι γεγονός με ένα ντεμπούτο ιδιαίτερα ευδιάθετο με ανεβασμένα γκάζια και ανόθευτο γουστόζικο hard rock. Η φωνή του Ralph Morman αξιοπρεπής ντύνει το μοντέρνο σε σχέση με τους Aerosmith των 70s υλικό του Perry, πάντως Steven Tyler δεν είναι. Στο μπάσο ο David Hull με συνεργασίες με τον Tud Nugent τον Joe Cocker και τον Johnny Winter, αλλά και τους Aerosmith καθώς ανέλαβε το μπάσο σε τρεις παγκόσμιες περιοδείες. Ο δίσκος σημείωσε ιδιαίτερη καλλιτεχνική επιτυχία, μάλιστα όταν κόπασε ο θόρυβος από τα εσωτερικά προβλήματα των Aerosmith, το group επανηχογράφησε το ομώνυμο τραγούδι για τις ανάγκες του Done With Mirrors. Αξιόλογος κι ο επόμενος δίσκος του project, το I’ve got the rock n rolls again του 1981, όπου ο Perry συνεργάστηκε με τον Charlie Farren των Farrenheit.

https://www.youtube.com/watch?v=jdMrigitv9Q

Warhorse – Warhorse (1970)
Από την πρώτη περίοδο των Deep Purple τα πρώτα πράγματα που μας έρχονται στο μυαλό είναι το πασίγνωστο Hush καθώς και οι κλασικίζουσες τάσεις του Jon Lord που προς το παρόν δεν άφηναν το χειμμαρώδη χαρακτήρα του Blackmore να φανεί ούτε στη σκηνή αλλά ούτε και στο studio. Ήταν όμως κι ο μπασίστας Nick Simper (που αντικαταστάθηκε από τον Roger Glover έπειτα) που μετά από το πέρασμα του στους Purple δημιούργησε τους πολύ αξιόλογους Warhorse και ανέβηκε στο άρμα του classic rock που στα 70s παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμα του. Κλασικός 70’s ήχος στο ντεμπούτο των Warhorse με ιδιαίτερα πλήκτρα και σκληρά κιθαρίστικα riffs, στις επιταγές των groups που τόσο αγαπήσαμε, όπως οι Atomic Rooster, Uriah Heep, Lucifer’s Friend και πολλοί άλλοι. Κάτι που είναι λογικό αν σκεφτεί κανείς πως ο πρώτος πληκτράς τους ήταν ο πολύς Rick Wakeman των Yes. Η μπάντα δεν έκανε καμιά ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία και παρόλη την κυκλοφορία του single St Louis, και το επόμενο LP Red Sea, απορρίφθηκε από την εταιρεία τους με αποτέλεσμα να μείνει ως ένα από τα πολλά 2 albums wonder κατά το one hit wonder που μας έχει δώσει η μουσική αυτή.

ASAP – Silver and Gold (1989)
Ο Adrian Smith δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος από την κατεύθυνση που έχουν πάρει οι Maiden κατά τη σύνθεση του No Prayer For The Dying κι αποφασίζει στο τέλος του 1989 να αποχωρήσει από το group. Λίγους μήνες πριν, σε μια περίοδο ξεκούρασης για το συγκρότημα, θα προλάβει να κυκλοφορήσει το album Silver And Gold με το προσωπικό του όχημα τους ASAP (Adrian Smith and Project). Συνοδοιπόρος του θα είναι ο Andy Barnett, ο έτερος κιθαρίστας από την εποχή που ο Smith ήταν στους Urchin κι ο οποίος αργότερα θα αντικαταστούσε τον έτερο αδερφό Overland στους FM οδηγώντας τους σε μια πιο hard κατεύθυνση. Εδώ πάντως οι ASAP επιδίδονται σε πολύ καλό μελωδικό hard rock με συχνή χρήση πλήκτρων, σαν μια πιο σκληρή Βρετανική έκδοση των Journey και συναφών συγκροτημάτων. Η φωνή του Adrian Smith χωρίς να διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας ή ιδιαίτερης ποιότητας, στέκεται αξιοπρεπώς και ζωγραφίζει πάνω στον καμβά των τραγουδιών, με το ιδιαίτερο γρέζι της. Σε γενικές γραμμές ο δίσκος ακούγεται πολύ ευχάριστα και οι φίλοι των Journey, Foreigner, Coney Hatch και συναφών groups ας τον αναζητήσουν. Οι δε φανατικοί των Maiden λογικά το έχουν ήδη στο ράφι τους.

David Lee Roth – Eat’em and Smile (1986)
Μετά την τεράστια επιτυχία του 1984 για τους Van Halen ή ένταση ανάμεσα στα μέλη του groups είχε ξεφύγει τόσο λόγω μουσικών και προσωπικών διαφορών, όσο και λόγω της εξάρτησης κάποιων μελών από τις ουσίες. Ο David Lee Roth μόλις είχε ξεκινήσει την προσωπική του καριέρα με την επιτυχημένη διασκευή στα California Girls των Beach Boys κι ένα χρόνο μετά θα κυκλοφορήσει το πρώτο προσωπικό του album, Eat’em and Smile. Ο δίσκος μέχρι σήμερα συγκαταλέγεται στις πλέον cult κυκλοφορίες του hard rock/hair metal των 80s καθώς αφενώς είναι πολύ ποιοτικός και έχει τον Roth σε πρωταγωνιστικό ρόλο που τον αφήνει να μας δείξει όλο το ταλέντο του, αφετέρου έχει μια τριπλέτα φοβερών τραγουδιών με το Yankee Rose, Shy Boy και το La Calle del Tabaco (διασκευή στο πασίγνωστο blues Tobacco Road). Τέλος να πούμε ότι την επιτυχία του δίσκου εγγυήθηκε η ομάδα που συμπορεύτηκε με τον David Lee Roth καθώς το line-up του album πραγματικά προκαλεί ίλιγγο. Steve Vai, Billy Shehann και Gregg Bisonette στην ηχογράφηση των οργάνων να μας δείχνουν πως γίνεται να είσαι βιρτουόζος αλλά ταυτόχρονα τόσο ουσιαστικός στη σύνθεση και στο σκοπό του τραγουδιού στο οποίο συμμετέχεις.

Glenn Tipton – Baptizm of Fire (1997)
Τα 90s για τους Judas Priest ήταν περίοδος μεγάλων γεγονότων και ανακατατάξεων, αφενός με το τεράστιο Painkiller, αφετέρου με τη φυγή του Rob Halford και τον ερχομό του Ripper Owens και την κυκλοφορία του Jugulator. Ο Halford έμεινε στα πράγματα με τους βραχύβιους Fight ενώ κάπου εκεί ο Glenn Tipton αποφάσισε να εκφράσει μια άλλη πλευρά του εαυτού του μέσω του πρώτου προσωπικού του δίσκου. Ο ήχος της κιθάρας του Glenn παραπέμπει σε εποχές Ram It Down και Painkiller αφενός, είναι σαφώς πιο χαμηλοκουρδισμένες οι κιθαριστικές φράσεις αφετέρου και γενικότερα η ποιότητα των συνθέσεων δε φτάνει σε καμία περίπτωση τα προαναφερθέντα, άσε που δεν είναι κι αυτό το ζητούμενο. Ένας πιο σκοτεινός χαρακτήρας του Tipton διαφαίνεται ο οποίος θα αποτελέσει προπομπό της σκοτεινής περιόδου των Priest με Jugulator kai Demolition. Όσοι περιμένουν να ακούσουν αγνό ανόθευτο 80s metal θα μείνουν ικανοποιημένοι ίσως μόνο από το ομώνυμο ορχηστρικό. Το πνεύμα των 90s διαποτίζει όλο το δίσκο και μια αρκετά καλή διασκευή στο Paint It Black έρχεται να συμπληρώσει το παζλ. Στις συμμετοχές πάντως θα ξεχωρίσουν τα ονόματα των Robert Trujillo, Billy Sheehan, Neil Murray, Cozy Powell, Don Airey και John Entwistle.

Jerry Cantrell – Boggy Depot (1998)
Ο Tom Araya είχε πει κάποτε πως ο Layne Staley αγαπούσε τους Alice In Chains αλλά αγαπούσε τα ναρκωτικά περισσότερο. Ένα οverdose ηρωίνης το 1996 ήταν αυτό που ανάγκασε τη μπάντα να διακόψει τις δραστηριότητες της, σε συνδυασμό με τις τραγωδίες της ζωής του Staley που είχε χάσει τη σύντροφο του. Ο Jerry Cantrell δημιουργικός και ανήσυχος όπως πάντα, θα κυκλοφορήσει το πρώτο προσωπικό του album το 1998. Με εξώφυλλο που παραπέμπει σε αντιπολεμικό δίσκο των 70s και μια σειρά από ουσιαστικά τραγούδια με αρχή μέση και τέλος, ο Cantrell εξιλεώνεται για τα όνειρα των AIC που εβλεπε προσωρινά να χάνονται. Παρόλο που συμμετέχουν και οι υπόλοιποι Alice εκτός του Staley, ο δίσκος απέχει από την αισθητική του group καθώς είναι πιο μελωδικός και με απλούστερες φόρμες κατά κύριο λόγο. Παρόλα αυτά οι ριφάρες στις οποίες μας έχει συνηθίσει ο Jerry είναι εδώ και σε συνδυασμό με πολύ προσωπικούς στίχους δίνουν ένα πολύ ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Όλα τα τραγούδια στο ίδιο επίπεδο, θα ξεχωρίσει το Cut You In εξαιτίας της κυκλοφορίας του ως single. Στο μπάσο έχουμε συμμετοχές από τον κολλητό των Alice τον Rex Brown των Pantera αλλά και το τέρας Les Claypool των Primus.

Alex Lifeson – Victor (1996)
Τα μέσα των 90s ήταν μια περίεργη περίοδος για τους Rush καθώς αφενός κυκλοφόρησαν τον για κάποιους πιο μέτριο δίσκο τους (όσο μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, λέμε τώρα), το Test For Echo ενώ αρχίσαν και οι τραγωδίες στην προσωπική ζωή του Neil Peart. Το 1996 ο Alex Lifeson θα ξεκινήσει τις αναζητήσεις του εκτός group καθώς οι συνεχείς ηχογραφήσεις/περιοδείες τον έκαναν να νιώσει πως ήρθε η ώρα για ένα μουσικό διάλειμμα διαφορετικού προσανατολισμού. Ο Lifeson θα ξέφευγε από τις αυστηρές φόρμες της συνεργασίας και των ενορχηστρώσεων με τους Lee και Peart και θα πορευόταν σε πιο straight rock μονοπάτια, χωρίς φυσικά να παραβλέπει τα ενίοτε βιρτουόζικα solos και riffs με τα οποία μας κακόμαθε στους Καναδούς θεούς. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το Victor ήταν ένας προπομπός για τη μουσική κατεύθυνση των δίσκων των Rush από το millenium και μετά, δίσκοι από τους οποίους έλειπαν τα prog και μεγάλα σε διάρκεια έπη και ακολουθούσαν μια πιο χύμα προσέγγιση που παρόλα αυτά είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και προσωπικό ήχο. Αυτός λοιπόν ο ήχος άρχισε να σχηματίζεται στο Victor και μια δυο ακροάσεις του εξαιρετικού αυτού album μπορούν να πείσουν.

Richie Sambora – Stranger in this Town (1991)
Άλλη μια μπάντα που σίγουρα θα χρειαζόταν τα διαλείμματα της είναι οι Bon Jovi οι οποίοι ειδικά στην περίοδο πριν από το Keep The Faith τα έζησαν όλα. Ξέφυγαν από τα στεγανά του hair metal και έγιναν ένα Παναμερικανικό για αρχή και παγκόσμιο στη συνέχεια ποπ ροκ φαινόμενο που γέμιζε αρένες και τραπεζικούς λογαριασμούς. Κι ενώ ο Jon έχει μπλέξει με τα γουέστερν και κυκλοφορεί το εκπληκτικό Blaze Of Glory, το soundtrack του Young Guns II (όλος ο δίσκος είναι πολύ καλός όχι μόνο το ομώνυμο), ο Richie Sambora κυκλοφορεί κι αυτός τον πρώτο του προσωπικό δίσκο. Με τους συνοδοιπόρους του στο κύριο group του Tico Torres και David Bryan να έχουν αναλάβει τύμπανα και πλήκτρα αντίστοιχα, ο Sambora αφήνει λίγο στην άκρη το ροκ και στρέφεται σε πιο blues φόρμες, καθώς επίσης δοκιμάζει και τις δυνατότητες του στο τραγούδι. Η συμμετοχή του Eric Clapton βοηθάει το έτσι κι αλλιώς εμπορικά προσανατολισμένο album και το πείραμα του Richie στρέφεται με απόλυτη επιτυχία, καλλιτεχνική κυρίως που είναι και το ζητούμενο. Τα τραγούδια κυμαίνονται σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο, προσωπικά θα ξεχώριζα το Ballad of Youth που θα είχε μια περίοπτη θέση σε ένα Keep The Faith λόγου χάρη.

Mick Jagger – Wandering Spirit (1993)
Τραγουδιστής, συνθέτης, ηθοποιός, παραγωγός, ένας από τους πλέον πολυπράγμωνες ανθρώπους ο Jagger, δε θα μπορούσε να λείπει από τη λίστα με τα solo albums και τα παράπλευρα projects. Στα 1993, εποχή που οι Rolling Stones τα είχαν ζήσει όλα κι όταν λέμε όλα εννοούμε όλα, ο Mick άνετος κι ωραίος θα κυκλοφορήσει ένα από τα πιο γνωστά solo albums τους που δέχθηκε ιδιαίτερη προώθηση από τον τύπο της εποχής καθώς και από το MTV το οποίο έπαιζε το single Sweet Thing με συχνότητα μισαώρου. Το album ανακηρύσσεται χρυσό και δικαίως καθώς έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ ιδιαίτερο πακέτο τραγουδιών, πιο κοντά στο σύγχρονο ήχο της εποχής, ενώ σίγουρα παίζει ρόλο η προώθηση της περσόνας του Jagger σε σχέση με το ταλαιπωρημένο όσο να’ναι brand των Rolling Stones, πόσο μάλλον σε μια περίοδο που το grunge μονοπωλεί το μουσικό ενδιαφέρον. Το Sweet Thing όπως προείπαμε είναι πλέον τόσο γνωστό όσο και αρκετά τραγούδια των Stones, ενώ από τις πολλές συμμετοχές του δίσκου θα ξεχωρίσουν αυτή του Lenny Kravitz στο Use Me αλλά και του μεγάλου Benmont Tench, πιανίστα των Tom Petty & The Heartbreakers, με χαρακτηριστικό ήχο που ξεχωρίζεις εδώ κι εκεί κατά την ακρόαση του album.

Grand Slam – Studio Sessions (2002)
Τα λίγα χρόνια που ακολούθησαν τα διάλυση των Thin Lizzy ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για τον ταλαιπωρημένο Phil Lynott που είχε καταντήσει μια σκιά του εαυτού, εμφανισιακά αλλά και μουσικά σε μεγάλο βαθμό. Παρόλα αυτά το βραχύβιο συγκρότημα των Grand Slam είχε έναν ιδιαίτερο ήχο που κρατούσε κάτι από το πνεύμα των Lizzy αλλά δανειζόταν κι αρκετά στοιχεία από την pop αισθητική που άρχισε να διαμορφώνεται εκείνη την περίοδο. Σίγουρα πάντως έχουμε να κάνουμε με ροκ συγκρότημα για να μη μπερδευόμαστε. Η επανηχογράφηση του Military Man (σύνθεση που προήλθε από συνεργασία Gary Moore και Lynott) δεν πείθει ιδιαιτέρως, ενώ παρόλη την ποιότητα των τραγουδιών η κούραση στη φωνή του Phil είναι εμφανέστατη και μοιραία οι Grand Slam αποδείχτηκαν βραχύβιοι και δεν υπήρξαν το σχήμα που θα αναβίωνε την καριέρα του. Το υλικό τους κυκλοφόρησε υπό το όνομα Studio Sessions το 2002. Είναι απαραίτητη προσθήκη στη δισκοθήκη οποιουδήποτε σοβαρού fan των Thin Lizzy αλλά δυστυχώς δε θα ενδιαφέρει ιδιαιτέρως κάποιον ο οποίος ψάχνει για σπάνιες κυκλοφορίες ποιοτικού κλασικού ροκ. Εγώ μια φορά το έχω πάντως, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό..

Vandenberg – Vandenberg (1982)
Πηγαίνοντας λίγο ανάποδα θα δούμε έναν προσωπικό δίσκο που οδήγησε σε μια καριέρα με γκρουπ, αντί να βασιστεί σε αυτή. Ο Ολλανδός guitar hero στα 28 του θα βγάλει το ντεμπούτο του και θα μας χαρίσει ένα εξαίσιο από εκείνο το πανέμορφο hard n heavy που αγαπήσαμε τόσο πολύ στις αρχές των 80s από groups όπως οι MSG και οι Dokken. Στιβαρά riffs και μελωδίες στις επιταγές των παλιών καλών UFO, mid-tempo καταστάσεις κατά κύριο λόγο χωρίς να λείπουν και τα speed ξεσπάσματα. Θα ξεχωρίσει η μπαλάντα Burning Heart ενώ πολύς κόσμος έκτοτε θα αναφέρεται στο album ως ένα από τα πλέον παραγνωρισμένα metal albums των 80s. Η συνέχεια επιφύλαξε άλλα δύο albums στον Vandenberg μέχρι που η πονηρή αλεπού David Coverdale τον τσίμπησε ώστε να αντικαταστήσει μαζί με τον Vivian Campbell τον John Sykes μετά την ηχογράφηση του Whitesnake album. Ο Ολλανδός θα εμφανιστεί στο βίντεοκλιπ του Still of the Night και σε άλλα παρόμοια «events» με αποτέλεσμα η καριέρα του να εκτοξευθεί. Τίποτα όμως δε θα είχε γίνει χωρίς αυτόν τον hard heavy κολοσσό του 1982. Όσοι αρέσκεστε στο metal late 70s κ early 80s, κάντε τη χάρη στον εαυτό σου και βρείτε αυτόν τον δίσκο ΧΤΕΣ.

Vanderhoof – Vanderhoof  (1997)
Στη μετά grunge περίοδο και παρόλη την επανένωση με τον αρχικό τραγουδιστή David Wayne (RIP), το μουσικό τοπίο για μια μπάντα όπως οι Metal Church ήταν σχετικά περιορισμένο. Έτσι λοιπόν ο mastermind του group ο Kurdt Vanderhoof αρπάζει την ευκαιρία και συνθέτει δικό του υλικό. Θέλοντας να ξεφύγει από το αυστηρό power metal μοτίβο στο οποίο ίσως εγκλωβίστηκε με τους Church, o Kurdt θα τιμήσει τις επιρροές του και θα δημιουργήσει ένα απαύγασμα 70s hard rock μαγείας, με έντονες αναφορές στους Deep Purple, τους πρώιμους Judas Priest, τους Budgie και συναφή group. Ο δίσκος είναι πάρα πολύ καλός, ακούγεται πολύ ευχάριστα και είναι πραγματικά από τα solo albums καλλιτεχνών που αξίζουν την προσοχή του κόσμου όσο και τα χρήματα του. Highlight του δίσκου είναι σίγουρα το Take To The Sky, ένα από τα καλύτερα τραγούδια εκείνης της χρονιάς που θαρρείς που είχε κλείσει μέσα του όλη τη μαγεία της σκληρής μουσικής, με τα στιβαρά τύμπανα, τις φοβερές αρμονίες στις κιθάρες, τα heavy riffs, την ιδανική χρήση των πλήκτρων, απλά εκπληκτικό. Εν αναμονή του live των Metal Church στη χώρα μας στα τέλη Ιουνίου ας ακούσουμε άλλη μια φορά το σύνολο του μουσικού τους πλούτου.

Lou Gramm-Ready Or Not (1987)
Έχοντας δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του με τους Foreigner του 4 και των άλλων εκπληκτικών δίσκων, ο Lou Gramm θα κυκλοφορήσει το πρώτο προσωπικό του album στις αρχές του 1987. Συνειδητά θα διαφοροποιηθεί από την πιο keyboard oriented συνθετική προσέγγιση του συγκροτήματος του κι έτσι ο δίσκος θα είναι ιδιαίτερα κιθαριστικός και θα έχει ένα φρέσκο αέρα, με συνθέσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα της εποχής. Το album δεν κάνει κοιλιά πουθενά, το ομώνυμο κομμάτι σε βάζει κατευθείαν στο κλίμα του δίσκου αλλά αυτά που θα ξεχωρίσουν είναι το καταπληκτικό Midnight Blue που πήγε πάρα πολύ καλά στα charts και που είχε την ατυχία να μην κυκλοφορήσει υπό το όνομα των Foreigner  ειδάλλως σήμερα τα best of του group που ξέρουμε θα ήταν αρκετά διαφορετικά, και το Time που χρειάζεται να το ακούσει μία φορά κανείς για να το σιγοτραγουδάει συνεχώς έπειτα. Με τα πολλά κι επειδή η προσωπική καριέρα του Gramm φαινόταν να τα πηγαίνει εξαιρετικά, ειδικά μετά την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, υπήρχε μια ένταση όσον αφορά το status του Gramm με τη μπάντα του αλλά όλα μπήκαν στη θέση τους κάποια στιγμή κι έτσι στα τέλη του 1987 θα έχουμε και το Inside Information.

Don Dokken – Up From The Ashes (1990)
Μεγάλη αμαρτία με το συγκεκριμένο album καθώς κυκλοφόρησε την περίοδο που είχαν αρχίσει ήδη τα έντονα ξεκατινιάσματα μεταξύ του Don Dokken και του George Lynch με αποτέλεσμα ο δεύτερος να κερδίσει δικαστική μάχη ώστε τελικά να απαγορευτεί στον πρώτο η χρησιμοποίηση του ονόματος «Dokken» με το κλασικό λογότυπο. Έτσι νομοτελειακά το album αδικήθηκε καθώς δεν έφτασε τις πωλήσεις των προηγούμενων albums του group, παρόλα αυτά βρέθηκε στο Top 50 του Billboard. Μουσικά δε ο δίσκος ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα με τον κλασικό ήχο του group να είναι πάλι παρών, ίσως με λίγο πιο ανεβασμένα γκάζια, και τη φωνή του Dokken να δίνει άλλη μία εξαιρετική ερμηνεία. Το δε line up της μπάντας είναι όνειρο σ αυτό το δίσκο καθώς έχουμε τον πολύ John Norum (Europe) στις κιθάρες τον Peter Baltes (Accept) στο μπάσο και τον μεγάλο Mikkey Dee στα τύμπανα. Αν αυτό το album κυκλοφορούσε με το λογότυπο των Dokken ίσως μιλούσαμε για κάτι αντάξιο αν όχι ισάξιο των Tooth And Nail και Back For The Attack. Μια ακρόαση των Crash And Burn και Mirror Mirror είναι ικανή να σας πείσει, με το τελευταίο να συνοδεύεται κι από ένα πολύ ωραίο βίντεο κλιπ.

Steve Harris – British Lion (2012)
Όταν πρωτοακούσαμε ότι ο ηγέτης των Iron Maiden Steve Harris θα κυκλοφορήσει solo album αναρωτηθήκαμε όλοι μας καθώς δε μπορούσαμε να βρούμε πως αλλιώς μπορούσε να εκφραστεί ένας άνθρωπος που έχει πειραματιστεί σε μεγάλο βαθμό με το βασικό του σχήμα, αφομοιώνοντας διαφορετικές μεταξύ τους επιρροές. Από την άλλη ο Steve Harris μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και έτσι ο κόσμος του metal ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Έχουμε να κάνουμε με τους British Lion, συγκρότημα που πατρονάρισε ο Harris στις αρχές των 90s, καταλήγοντας να κάνει τα πάντα μαζί τους, από το να συνθέτει, να παίζει, να κάνει παραγωγή στα τραγούδια τους. Η μουσική έχει σίγουρα μια πιο άμεση προσέγγιση από τα (πολλά) τελευταία albums των Maiden, υπάρχει ένας 70s άερας αλλά και μια κάπως πιο soft rock προσέγγιση, παρόλα αυτά τα hard rock ξεσπάσματα είναι παντού μέσα στο δίσκο, άλλοτε ιδιαίτερα ποιοτικά άλλοτε ψιλοαδιάφορα. Δίσκος που ακούγεται αρκετά ευχάριστα και δίσκος που σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν δε μας αρέσει, σεβόμαστε την ύπαρξη του ως προσωπική έκφραση ενός ανθρώπου που έχει χαρίσει στη μουσική μας όσο πραγματικά ελάχιστοι μουσικοί όλα αυτά τα χρόνια.

Andy Taylor – Thunder (1987)
Η πλειοψηφία του rock κόσμου ακούει Duran Duran και βγάζει σπυριά αλλά από ότι φαίνεται για τη χρονιά του 1987, το ίδιο έκανε κι ο κιθαρίστας τους Andy Taylor. O Taylor την έκανε κακήν κακώς από τη μπάντα οι οποίοι προσπάθησαν να τον επαναφέρουν με νομικά μέσα αλλά τα κατάφεραν μόνο προσωρινά καθώς το ενδιαφέρον είχε χαθεί. Στο ενδιάμεσο ο Andy κυκλοφόρησε τον πρώτο προσωπικό του δίσκο με το αποτέλεσμα να ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Εκπληκτικό AOR/Hard rock όσο ακούσαμε λίγες φορές και από ελάχιστους. Ο καλλιτέχνης δείχνει εντελώς σκασμένος από την pop του προηγούμενου σχήματος του και βγάζει προς τα έξω ένα σχετικό χείμαρρο ηλεκτρικής κιθαριστικής απόλαυσης. Ιδιαίτερα solos, δύναμη στα riffs και τραγούδια που κρύβαν μέσα τους κάτι το κλασικό αλλά δεν το ήξεραν. Το Night Rain θα είναι εκείνο το φοβερό τραγούδι που θα ακούμε μικροί στα ραδιόφωνα χωρίς κανένας να μας λέει ποιος και τι (τι μάστιγα κι αυτό τότε) ενώ το εναρκτήριο I Might Lie είναι ένας rock ύμνος, ένα πολυτραγουδισμένο κομμάτι που μέχρι και σε beat διασκευή το ακούσαμε. Εκτός των άλλων στη δεύτερη κιθάρα ο Steve Jones των Sex Pistols, σε μουσικά μονοπάτια που δεν είχαμε συνηθίσει επίσης. Απαραίτητο.

https://www.youtube.com/watch?v=qXeRMMcnCCM

Roger Hodgson – In the Eye of The Storm (1984)
Οι Supertramp ήταν μια δύσκολη υπόθεση κι ο Roger Hodgson το ήξερε καλά. Οι ιδιαίτεροι ρυθμοί που επιφύλασσε στη μπάντα η επιτυχία της στα τέλη των 70s φαίνεται να τον κούρασαν γι αυτό και μετακόμισε σε μια απόμακρη περιοχή της Καλιφόρνια όπου εκτός από τις πνευματικές και θρησκευτικές αναζητήσεις, συνέθεσε και το πρώτο προσωπικό του album. Παρόλο που θα περίμενε κανείς κάτι πιο εύπεπτο από τον Hodgson σε σχέση με τους Supertramp, ο καλλιτέχνης αρκέστηκε να διατηρήσει το ύφος με το οποίο έγινε ευρέως γνωστός στο πλήθος, το πομπώδες prog rock που απολαύσαμε σε albums όπως το Crime of the Century και Breakfast In America. Έτσι λοιπόν το In The Eye of The Storm θα έχει τα εξάλεπτα έπη του με τις πλούσιες ενορχηστρώσεις και θα βάλει ένα ακόμα λιθαράκι στο μύθο που έχτισε γύρω από το όνομα του ο Hodgson. Αν φανταστείτε τη μεταστροφή των Rush στα 80s με ολίγη από τους συμπατριώτες τους Saga, μπορείτε τότε να υποθέσετε την ηχητική προσέγγιση του δίσκου.

Steve Perry – Street Talk (1994)
Η επιτυχία των Journey είχε ξεφύγει σιγά σιγά, και ο άνθρωπος ο οποίος εμφανίστηκε τελευταία στιγμή για να τους σώσει βρέθηκε ξαφνικά να κινεί τα νήματα και να παίρνει όλες τις σημαντικές αποφάσεις. Οι Journey ήταν πλέον η μπάντα του Steve Perry και δε χωρούσε καμία αμφιβολία περί αυτού. Έτσι με τα πολλά, μετά την τρομερή επιτυχία των Escape και Frontiers, o Perry θα κυκλοφορήσει το πρώτο solo album του. Για να καταλάβουμε τη δυναμική των Journey να πούμε ότι το Street Talk έχει πουλήσει 2 εκ αντίτυπα μέχρι σήμερα, που σε κάθε περίπτωση πρόκειται για solo δίσκο του τραγουδιστή. Η μουσική θα κινηθεί σε λιγότερο rock και περισσότερο pop φόρμες από τους Journey, πράγμα λογικό ως ένα βαθμό, ενώ θα ξεχωρίσουν δύο singles, το Foolish Heart και το Oh Sherrie, τραγούδι που ο Perry έγραψε για την πρώην κοπέλα του Sherrie Swafford. Ο Perry συνέχισε να κυκλοφορεί solo δουλειές, σε κάποια στιγμή είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο για το ποιος θα παίζει ή όχι στους Journey, γενικότερα όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία πλέον σήμερα με τη μπάντα να έχει μπει στο Rock n Roll Hall Of Fame και να έχει γράψει εδώ και πολλά χρόνια το όνομα της με χρυσά γράμματα στην ιστορία της μουσικής. Rock και όχι μόνο.

Vince Neil – Exposed (1993)
Σε μια περίοδο που αν έχεις λακ στο μαλλί και σόλο κιθάρας, η θέση σου είναι στον Καιάδα, οι Motley Crue κai ο πρόσφατα αποχωρήσαντας Vince Neil θα επιμείνουν στο ύφος που τους έκανε γνωστούς. Ειδικά ο δεύτερος θα μας δώσει ένα εκπληκτικό δείγμα hard rock hair metal στο πρώτο προσωπικό του αλμπουμ στο 1993. Μουσική πανδαισία η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να βρει τη θέση της ανάμεσα στο Girls, Girls, Girls και το Dr Feelgood, η φωνή του Vince δεν μας προδίδει ούτε στιγμή και πραγματικά εχουμε να κάνουμε με ένα διαμαάντι από κάθε άποψη. Χαιλαιτς του album το Fine, Fine Wine και το επος you re invited but your friend.., ενα απο τα καλύτερα τραγούδια που ακούσαμε ποτέ με τη φωνή του Vince.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Γεννήθηκε το 1980 κι ήταν πάντα μια αντίθεση. Γούσταρε το αστικό τοπίο, τα μεγάλα κτίρια, την πολυκοσμία, και τελικά πήγε σπούδασε Γεωπονική. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταλήξει αν ανακάλυψε αυτός τις μουσικές του ή αυτές αυτόν. Του έχουν μιλήσει κατά καιρούς σε μια άλλη γλώσσα ο ΒΒ King, οι Rush, οι Skynyrd, οι Running Wild, οι Motley, οι Ratt, οι Dropkick Murphys κι αυτός τους είπε πολλά περισσότερα. Ιδεολόγος της ελευθερίας, θεωρεί πως τίποτα από όλα αυτά που περνάει η χώρα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο παρά μόνο τη φαυλότητα ως παρονομαστή. Βρίσκει τέλος όλη τη γοητεία της μουσικής στον κοινωνικό της περίγυρο κι αυτόν προσπαθεί να αναδείξει γράφοντας.