Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016. Η ημερομηνία κυκλοφορίας του πρώτου άλμπουμ των The Slayerking «Sanatana Dharma» αποτέλεσε την ιδανική αφορμή για μια συζήτηση μεταξύ του ιθύνοντα νου του τριμελούς σχήματος Ευθύμη Καραδήμα και του rockyourlife.gr

Γιάννης Πούλλος, Σάββας Στανής

Το ραντεβού κλείστηκε μετά από αρκετές αναβολές είναι αλήθεια στο μεζεδοπωλείο «Το Κουρδιστήρι» στην Ηλιούπολη. Παρά το έντονο ψύχος, η παλιά γνωριμία με τον Ευθύμη και τα σφηνάκια ρακόμελου που μας περίμεναν στο τραπέζι δίπλα στην ξυλόσομπα δημιούργησαν από την αρχή μια εξαιρετικά ζεστή και οικεία ατμόσφαιρα. Η μαραθόπιτα – ένα must eat πιάτο του μαγαζιού – ήρθε πρώτη στο τραπέζι και συνόδεψε τις πρώτες γουλιές από ρακή, με την κουβέντα να περιστρέφεται όπως είναι φυσικό γύρω από τους The Slayerking και το ντεμπούτο τους, με… ολίγη από Nightfall.

Με τους The Slayerking η μουσική έγινε ξανά μέρος της καθημερινότητάς μου

Το πρώτο εύλογο ερώτημα που αφορά τους The Slayerking είναι αν πρόκειται για ένα side project που δημιουργήθηκε για να καλύψει το κενό μέχρι την επόμενη δουλειά των Nightfall.
Οι The Slayerking είναι μια κανονική μπάντα και όχι ένα side project. Μια μπάντα που δημιουργήθηκε μέσα στο studio. Πήγα στο studio, έπιασα τις μπακέτες και ξεκίνησα να παίζω drums. Ο Κώστας που παίζει κιθάρα, τζάμαρε μαζί μου και κάπου εκεί αρχίσαμε να σκεφτόμαστε να βρούμε ένα μπασίστα και ένα τραγουδιστή. Μάλιστα – και αυτή είναι η πρώτη φορά που το λέω – παραλίγο τραγουδιστής των The Slayerking να ήταν ο Βασίλης Μάζαρης (Daylight Misery), ο οποίος είναι πολύ καλός φίλος. Τελικά η φάση δεν προχώρησε. Πήρα το μπάσο, είπα τον Κώστα να έρθει και ξεκινήσαμε να παίζουμε με την προοπτική να βρούμε drummer. Την Άννα την πετύχαμε στο studio να προβάρει με τη δική της μπάντα. Σκεφτήκαμε να τη δοκιμάσουμε και δεν μας απογοήτευσε. Παίζει δυνατά και είναι έξυπνη. Παίζει αυτά που πρέπει να παίξει χωρίς να προσπαθεί να κάνει τα τύμπανα lead όργανο. Αυτό το λέω γιατί πιο πριν είχαμε δοκιμάσει άλλους τρεις drummer οι οποίοι ήθελα να αποδείξουν πόσο γρήγορα μπορούν να παίξουν.

Ποια ήταν η ανάγκη δημιουργίας των The Slayerking;
Ηταν η ανάγκη ήταν να αρχίσει κάτι καινούριο, χωρίς δεσμεύσεις. Είμαι λίγο – πολύ δέσμιος μιας πορείας, μιας δισκογραφίας και ήθελα να τα «σπάσω». Η κινητήριος δύναμη ήταν να παίξουμε κάτι χωρίς όρια και χωρίς συμβιβασμούς. Όταν ξεκινήσαμε οι τρεις μας δεν υπήρχε ουσιαστικό πλάνο αλλά τα πράγματα άρχισαν να τρέχουν πολύ γρήγορα χωρίς να το καταλάβουμε. Βρεθήκαμε με οκτώ κομμάτια, τα ηχογραφήσαμε, βρέθηκε εταιρία και έτσι ξεκινήσαμε. Ο λόγος δημιουργίας είναι λίγο πολύ ρομαντικός και να σου πω τι εννοώ. Θέλω οι The Slayerking να είναι κάτι αυτοσυντηρούμενο και να με γεμίζει ψυχικά.

slayekingin2

Για τους ίδιους λόγους είχαν δημιουργηθεί οι Nightfall;
Όχι. Οι Nightfall δημιουργήθηκαν σε μια περίοδο μεγάλης εσωστρέφειας. Όταν ξεκινήσαμε άκουγες πολλά πρέπει, έβλεπες πολλά δάχτυλα να κουνιούνται γύρω σου. Όσοι ακούγαμε metal λίγο πολύ ήμασταν απομονωμένοι. Δεν υπήρχε το internet έτσι ώστε να μπορείς να έρθεις σε επαφή με άτομα που έχετε τα ίδια γούστα ώστε να αισθάνεσαι ότι ανήκεις και εσύ κάπου. Ετσι λοιπόν κάναμε κάτι για να φωνάξουμε. Αν πονάς φωνάζεις, δεν κελαηδάς. Η death και η black σκηνή εκείνο το διάστημα έβραζε. Υπήρχε ένας δίαυλος επικοινωνίας σε Ευρώπη και Αμερική με την αλληλογραφία. Έτσι, βρέθηκα εγώ να δέχομαι πρόταση από μια γαλλική εταιρία το οποίο έμελε να είναι και η αρχή της δισκογραφίας σ’ αυτό το είδος στην Ελλάδα. Αν το πρώτο βήμα δεν σου βγει, δύσκολα συνεχίζεις στο δεύτερο. Σε μας βγήκε.

Πόσο σημαντικό ρόλο όμως έπαιξαν οι Nightfall στη δημιουργία των The SlayerKing;
Στα πάντα. Το artwork έγινε από ένα οπαδό των Nightfall από τα 90’s ακόμα, του Costin Chioreanu o οποίος αυτή τη στιγμή είναι από τους πιο αξιόλογους ζωγράφους στον τομέα αυτόν στην Ευρώπη. Ένα κομμάτι της μίξης έγινε από έναν Αμερικάνο, ο οποίος έχει περάσει και από τους Nightfall ως session σε συναυλίες. Το τελευταίο μέρος της μίξης έγινε επίσης από ένα fan των Nightfall από τότε ακόμα που ζούσε στο Ισραήλ, τον Maor Appelbaum, ο οποίος αργότερα μετακόμισε στο Los Angeles ασχολείται με το mastering και στις δουλείες του είναι και το τελευταίο album των Faith No More. Το γενικό αποτέλεσμα όμως προέκυψε φυσιολογικά. Δεν σχεδιάστηκε κάτι για να έχουμε κάποια εύνοια. Με τους Nightfall επίσης είχαμε άλλο ένα θέμα. Κάναμε πρόβες είτε στην Ελλάδα είτε στη Γερμανία. Από κάποια στιγμή λειτουργούσαμε εντελώς επαγγελματικά. Ήταν σα να κάνεις ένα διακανονισμό. Τα μέλη δεν είναι όλα δίπλα, σε μια γειτονιά και μου είχε λείψει πολύ το να μπαίνω απλά στο studio και να τζαμάρω. Με τους The Slayerking η μουσική έγινε ξανά μέρος της καθημερινότητάς μου.

karadimasfood3

Εν τω μεταξύ ένα ένα τα πιάτα που είχαμε παραγγείλει «προσγειώνονταν» στο τραπέζι αποσπώντας την προσοχή μας. Για λίγο όμως καθώς ήταν εμφανές ότι ο Ευθύμης είχε μεγάλη όρεξη όχι μόνο για τηγανιά κοτόπουλου, χωριάτικο λουκάνικο ή κοκκινιστό (που κέρδισε τις εντυπώσεις) αλλά για κουβέντα, στην οποία μάλιστα κάποια στιγμή εισχώρησαν οι Cradle of Filth, ο Blackie Lawless και ο Rick Rubin…

Είναι εύκολο να κάνω ένα copy – paste του Cassiopeia αλλά δεν το θέλω σε καμία περίπτωση

Έχω την εντύπωση ότι στις τελευταίες δισκογραφικές δουλειές των Nightfall, διέκρινα ένα άγχος στη μουσική. Ένα άγχος να ξεπεράσεις τον εαυτό σου.
Για να διέκρινες κάτι τέτοιο, λογικά θα υπήρχε. Ο,τι και να σου πω εγώ δεν έχει σημασία. Κοίταξε να σου πω. Η φάση με το black και το death όπως αυτά ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’80, είναι πλέον παρωχημένη. Ο πειραματισμός έχει εξαντληθεί και σχεδόν όλα επαναλαμβάνονται. Το death, το thrash και το power metal «κλειδώσανε». Έχουν κάποια σημεία αναφοράς που δε μπορείς να αποφύγεις ούτε ν’ αλλάξεις. Μπορούσες να πειραματιστείς όταν μπήκε στο παιχνίδι η τεχνολογία αλλά μέχρι εκεί. Με τους Nightfall όσον αφορά τον πειραματισμό νομίζω ότι κάναμε τα πάντα και περισσότερο απ’ όλους. Καλύψαμε ένα πολύ μεγάλο συνθετικό αλλά και ηχητικό εύρος.

Υπάρχει πεδίο για περαιτέρω πειραματισμούς μετά το «Cassiopeia»;
Με ρωτάνε πολλοί τι θα κάνω μετά το «Cassiopeia». Αυτή τη στιγμή ό,τι καλύτερο είχα να προσφέρω συνθετικά ήταν το «Astron Black» και το «Cassiopeia». Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω την μπάντα, το είδος αλλά και τον κόσμο που ακούει αυτή τη μουσική όσο και να πιεστώ δεν πρόκειται να βγάλω κάτι καλύτερο. Το να κάνω ένα copy – paste είναι το μόνο εύκολο αλλά δεν το θέλω σε καμία περίπτωση.

Υπήρχε κάποια στιγμή της ζωής σου που ζούσες αποκλειστικά από τη μουσική;
Ναι, τη δεκαετία του ’90. Κάποια στιγμή όμως η underground μουσική πήρε πολύ φως και άρχισε να ακολουθεί τα πρότυπα του mainstream. Άρχισε να μετράει την ψυχή και την ποιότητα σε νούμερα. Εκεί που κάποτε πηγαίναμε στα δισκάδικα ψάχνοντας για άγνωστα πράγματα με σκοπό να τα «ανακαλύψουμε», τώρα ο περισσότερος κόσμος πηγαίνει να αγοράσει ό,τι έχει τα περισσότερα νούμερα, είτε αυτά είναι likes είτε views. Κανένας αριθμός δεν ορίζει το καλλιτεχνικό βάρος ενός πονήματος. Τα πράγματα, δυστυχώς, πλέον είναι αυτό που λέμε «it’ s all about business».

karadimasfood2

Και τότε δηλαδή ήταν που άλλαξαν όλα;
Ναι και μάλιστα ξέρω και το συγκρότημα που ευθύνεται γι’ αυτό. Είναι οι Cradle of Filth, που άλλαξαν ακόμα και τα εξώφυλλα των δίσκων. Από τα αντισυμβατικά εξώφυλλα που τα περισσότερα γινόταν στο χέρι περάσαμε σε φωτογραφίες που κόστιζαν τότε 50 – 60.000 λίρες και παραγωγές που στοίχιζαν 150.000 λίρες. Ποσά απίστευτα, αλλά στην Αγγλία είθισται να υπάρχουν επενδυτές στην τέχνη. Όταν βάζεις όμως τόσα λεφτά θέλεις και να τα πάρεις πίσω, οπότε το πράγμα ξέφυγε. Εκεί εγώ διαχώρισα τη γραμμή μου.

Ωστόσο εκείνη την περίοδο που εσύ αποφάσισες όπως λες να διαχωρίσεις τη θέση σου, οι Nightfall είχαν ήδη μπει σε μια τροχιά, έτσι δεν είναι;
Όταν ήταν να βγει το «Lesbian Show» ήταν η στιγμή που ξεφεύγαμε από τη φράση «για ελληνικό album, καλό είναι». Ήμουν πολύ αισιόδοξος γιατί φαινόταν πως είχαμε κάνει κάτι πάρα πολύ καλό. Τότε λοιπόν, πήγα στον Βαγγέλη τον Μπαλτά στα γραφεία της Sound & Vision, της εταιρίας που είχε αναλάβει τη διανομή του CD μας στην Ελλάδα. Μου είχε πει ότι του άρεσε πολύ το άλμπουμ και εγώ με τη σειρά μου πήγα να συζητήσουμε τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να το προωθήσουμε. Εκείνη την ημέρα άλλαξε όλη η κοσμοθεωρία μου. Μου είπε «Ευθύμη, το αγοραστικό κοινό αυτής της μουσικής στην Ελλάδα είναι ας πούμε 10 πωλήσεις τον μήνα. Το είδος που παίζετε εσείς είναι για παράδειγμα αυτό που παίζουν οι Paradise Lost. Για να πουλήσει λοιπόν το «Lesbian Show» μια κόπια παραπάνω, θα πρέπει οι Paradise Lost να πουλήσουν μια κόπια λιγότερη. Αυτό σημαίνει ότι θα δυσαρεστηθεί η δισκογραφική τους εταιρία και θα μου πάρουν την αποκλειστικότητα της διανομής». Τον ευχαρίστησα και έφυγα. Θυμάμαι να περπατάω στον δρόμο και αισθανόμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη.

Αλήθεια, σε κυνηγάει το «Lesbian Show»;
Όχι, είσαι τρελός; Αν ήταν έτσι θα έγραφα ένα «Lesbian Show No 2» αμέσως μετά αλλά δεν έγινε έτσι. Κάναμε κάτι εντελώς διαφορετικό και πειραματικό (σ.σ. αναφέρεται στο «Diva Futura») που ξίνισε σχεδόν όλους τους οπαδούς του κομματιού. Το μόνο που με χαλάει είναι ότι βλέπω ακόμα κόσμο που δε γνωρίζει το πραγματικό στιχουργικό νόημα του τραγουδιού το οποίο ουσιαστικά ήταν μια προσωποποίηση της ζωής και της μοίρας ως δυο θηλυκές υπάρξεις απέναντι στον εαυτό μου. Δυο θηλυκές υπάρξεις που τα φτιάξανε μεταξύ τους και εμένα με παρατήσανε.

karadimasfood4

Αυτός ήταν ένας τρόπος για να εκφράσεις την πικρία σου για την τροπή που έβλεπες ότι παίρνουν τα πράγματα;
Το μόνο που ελπίζω από αυτή την τεράστια οικονομική κρίση που μαστίζει ολόκληρο τον κόσμο είναι να φύγουν όλοι αυτοί οι ευκαιριακοί τύποι, οι σαλτιμπάγκοι που μπήκαν στη δουλειά μόνο για τα λεφτά. Είναι ακριβώς αυτό που έλεγε ο Blackie Lawless με τον στίχο «I wanna be somebody, be somebody soon». Μπορεί αυτός ο στίχος όταν ήμασταν μικροί να μη μας έλεγε τίποτα, αλλά όλα αυτά που ζούμε εμείς από το 2000 και μετά αυτοί τα έζησαν στην Αμερική από τα 80’s ακόμα με το hair metal, που ο καθένας έβαζε μια περούκα και προσπαθούσε να βγάλει λεφτά. Που είναι οι περισσότεροι από αυτούς σήμερα; Ίσως τελικά μας βγει σε καλό όλο αυτό. Να γυρίσουν όλα στην αγνότητα της έκφρασης χωρίς αστερόσκονη. Το metal δεν έχει αστερόσκονη, είναι υπόνομος, δεν πρέπει να λάμπει.

Καλά και άκρως ενδιαφέροντα οι προβληματισμοί και τα παράπονα που μοιραζόταν μαζί μας ο Ευθύμης, αλλά κάποια στιγμή αισθανθήκαμε ότι είχαμε άθελά μας αδικήσει τους The Slayerking. Η μικρή διακοπή για να ξαναγεμίσουμε και να ξανατσουγκρίσουμε τα ποτήρια ήταν η αφορμή για να ξαναμπεί η συζήτηση σε doom μονοπάτια…

Το Sanatana Dharma είναι σαν ένα μπουκάλι με ένα μήνυμα που το αφήνεις στον ωκεανό να βρει τον αποδέκτη του

Πιστεύεις ότι οι Nightfall άξιζαν περισσότερα πράγματα απ’ όσα τελικά κέρδισαν;
Γιατί το λες αυτό; Καταρχήν το «Lesbian Show» είναι το πιο γνωστό κομμάτι της ελληνικής σκηνής. Δεύτερον, μια μπάντα που κάνει ένα τεράστιο διάλειμμα χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα, εμφανίζεται και κλείνει συμβόλαιο με τη Metal Blade. Πάντα κάναμε ό,τι θέλαμε. Σταματήσαμε να κάνουμε συναυλίες όταν τα live έχασαν τον ρομαντισμό τους και γινόταν απλά για να διαφημίζεις το «προϊόν» σου. Έτσι λοιπόν είναι πολύ μεγάλη επιτυχία να κάνεις ό,τι θες, όταν το θες και όπως θες και με σοβαρούς επαγγελματίες από πίσω. Ίσως σου δίνεται αυτή η εντύπωση γιατί στην Ελλάδα αποφεύγαμε πάντα να κάνουμε τις λεγόμενες αρπαχτές. Δεν έκανα ποτέ εκπτώσεις στα θέλω μου γιατί προστάτευα το δημιούργημα μου.

slayerkingin1

Αυτό σημαίνει ότι θα κάνεις το ίδιο και με τους The Slayerking ή θα τους «εκθέσεις»;
Με τους The Slayerking θα γίνει το ακριβώς αντίθετο. Είναι μια νέα μπάντα και όπως κάθε νέα μπάντα πρέπει όπως λες να εκτεθεί, να παρεξηγηθεί για να μεστώσει. Πρέπει να περπατήσει μέσα στα σκατά. Πόσο μάλλον τώρα, που το συγκεκριμένο είδος που παίζουμε δεν έχει τόσες απαιτήσεις. Ένα live μπορεί να στηθεί πολύ πιο εύκολα.

Τι επιχειρήματα θα χρησιμοποιούσες για να κάνεις έναν οπαδό των Nightfall να ακούσει το «Sanatana Dharma»;
Σε ένα οπαδό των Nightfall απλά θα πω αν βρει χρόνο να το ακούσει γιατί πολύ απλά δεν έχει καμία σχέση με τους Nightfall. Το «Sanatana Dharma» είναι ένα τίμιο άλμπουμ. Είναι σαν ένα μπουκάλι με ένα μήνυμα που το αφήνεις στον ωκεανό να βρει τον αποδέκτη του.

Από τα πρώτα δείγματα γραφής που έχουμε στη διάθεσή μας (σ.σ. η συζήτηση έγινε πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ) προκύπτει ότι το ύφος του είναι πολύ doom, θα το χαρακτήριζα σχεδόν… πένθιμο. Είναι όλος ο δίσκος έτσι;
Δεν έχεις άδικο σε αυτό. Όμως ένα άλμπουμ δεν μπορεί να είναι το ίδιο από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι σαν μια κουβέντα. Έχει τα χαλαρά σημεία, τα έντονα σημεία, τα έξυπνα και τα προβληματισμένα. Το πιο σκοτεινό κομμάτι απ’ όλα είναι το πρώτο, το She is my Lazarus. Μπορούμε να το παρομοιάσουμε με τον χοντρό, γερασμένο, άσχημο και καμπούρη μπάτλερ που ανοίγει την πόρτα στους καλεσμένους για να μπούνε στο κλίμα του άλμπουμ. Ο The Slayerking είναι ένα troll που είναι βασιλιάς, αλλά ουσιαστικά είναι ένας σφαγέας όλων των ελπίδων που έχει ο μέσος άνθρωπος οποιασδήποτε θρησκείας για την έλευση του Μεσσία που θα τον σώσει από τις βρωμιές που κάνει. Ουσιαστικά μιλάει για τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου είδους.

Ο τίτλος «Sanatana Dharma» πώς προέκυψε; Ρωτάω επειδή κάποιος που δεν ξέρει ή βγάζει βιαστικά συμπεράσματα μπορεί να το παρεξηγήσει…
Ο τίτλος του άλμπουμ είναι στα σανσκριτικά και αναφέρεται στο αιώνιο. Και από τη στιγμή που σήμερα με το πάτημα ενός κουμπιού μπορείς να βρεις απαντήσεις σε ο,τιδήποτε δεν καταλαβαίνεις, είναι ανόητο να δημιουργούνται «παρεξηγήσεις».

Θα ήθελες να συνεργαστείς με κάποιο παραγωγό ή προτιμάς να έχεις εσύ τον έλεγχο;
Δυστυχώς δεν έχω βρει ένα παραγωγό τέτοιου βεληνεκούς που θα μπορούσα να συνεργαστώ. Οι καλοί παραγωγοί ακολουθούν τις προτάσεις των manager τους και κοιτάνε να συνεργαστούν με συγκροτήματα που θα κερδίσουν από τις πωλήσεις τους. Η ερώτηση σου ίσως βγάζει και ένα παράπονο μου. To death και το black δυστυχώς δεν έχουν παραγωγούς με την κανονική έννοια του όρου αλλά ανθρώπους που θέλουν κυρίως να διαφημίσουν το στούντιό τους. Μπορεί ο Nordstrom στα Fredman Studios και ο Andy Sneap στα Backstage να κάνουν καλή δουλειά, αλλά όλες οι παραγωγές τους είναι σαν trademark γι’ αυτούς, με ήχο παρόμοιο. Εγώ δεν θα ήθελα να αλλοιώσω τον ήχο μου έτσι. Θα ήθελα να μπορώ να συνεργαστώ με κάποιον από τα μεγαθήρια του είδους όπως πχ τον Rick Rubin ή τον Bob Rock γιατί σίγουρα όταν ο άλλος έχει γνώσεις και εμπειρία μόνο κάπου καλά μπορεί να σε πάει.

Εκείνη την ώρα ένα δισκάκι με ένα τσίγκινο μπρίκι και τρία σφηνοπότηρα διέκοψε προσωρινά τη ροή της συζήτησης. Το μπρίκι περιείχε οινόμελο κερασμένο από το μαγαζί. Συνήθως έρχεται μαζί με το λογαριασμό, ωστόσο εμείς δεν είχαμε καμία διάθεση να φύγουμε. Είχαμε κι άλλα να πούμε και χωρίς να το καταλάβουμε στο επίκεντρο βρέθηκε η πολύπαθη ελληνική σκηνή…

Στην Ελλάδα, οι μουσικοί πέφτουν στην παγίδα να ακούγονται σαν το είδωλο τους

Όλα αυτά τα χρόνια που ασχολείσαι με τη μουσική, είτε ως fan είτε ως μουσικός, μπορείς να πεις ότι υπάρχουν μπάντες που θεωρείς αγαπημένες, που σε σημάδεψαν περισσότερο;
Καλά κάνεις και αναφέρεσαι σε πολλές και όχι σε μία, ωστόσο εγώ δεν θα έλεγα ότι έχω αγαπημένες μπάντες. Αγαπημένους δίσκους ναι, αλλά όχι μπάντες. Οι Helloween ας πούμε. Μου αρέσουν πολύ τα τρία πρώτα τους album και το EP αλλά από κει και πέρα τίποτα. Να φανταστείς δεν ξέρω καν ποια είναι η δισκογραφία τους μετά. Οι Queensryche είναι ακόμα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το «Operation Mindcrime» είναι ένας από τους δέκα αγαπημένους μου δίσκους όπως και το «Empire», αλλά μέχρι εκεί. Γενικά πάντως, η ποδοσφαιροποίηση της rock και του metal στην Ελλάδα έχει κάνει μεγάλο κακό. Ποτέ δεν θα ακούσεις κάποιον άνθρωπο να σου λέει, ποια είναι η αγαπημένη σου μπάντα στην Αμερική, ποια είναι στη Γερμανία. Στην Ελλάδα ο πολύς κόσμος προσπαθεί να βρει τη μία.

Μα γι’ αυτό η ελληνική σκηνή έχει αυτή την κατάντια στις μέρες μας…
Χαίρομαι πολύ που το λες αυτό και είσαι από τους λίγους. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι η ελληνική σκηνή είναι «ουάου». Επισημαίνω σε όλους ότι δυστυχώς η ελληνική σκηνή βρίσκεται ακόμα κάτω από τις φτερούγες ανθρώπων που είναι πάνω από 40 και σε αυτό που δημιουργήσαμε εμείς τα 90’s. Οι Nightfall ήταν οι πρώτοι που υπέγραψαν με ξένη εταιρία και αμέσως μετά ακολούθησαν οι Rotting Christ και οι Septic Flesh. Ανταγωνισμός υπήρχε πολύς ακόμα και τότε αλλά κανένας δεν περίμενε αυτό που θα συνέβαινε όταν υπογράψαμε δισκογραφικό συμβόλαιο. Ξαφνικά βρήκαμε απέναντι μας όλη τη heavy metal σκηνή της Ελλάδας. Υπήρχε το σκεπτικό «πώς αυτοί ενώ γκαρίζουν και ξύνουν τις κιθάρες τα κατάφεραν». Εμείς ξέραμε να παίζουμε πέντε νότες και ο άλλος ήταν ο Malmsteen της Ελλάδος. Ωραία και τι έγινε, έχουμε κάτι να χωρίσουμε; Απ’ ό,τι φάνηκε τελικά είχαμε.

Πώς τότε καταφέρατε να κεντρίσετε το ενδιαφέρον των ξένων εταιριών;
Ο ελληνικός ήχος στη death/black σκηνή δημιουργήθηκε από την έλλειψη και οικονομικών πόρων και τεχνογνωσίας και υλικών αγαθών (ενισχυτών, προενισχυτών κτλ) που είναι απαραίτητα για να βγάλεις τον ήχο της βαριάς ηλεκτρικής κιθάρας. Εγώ πέρναγα αμέτρητες ώρες με τον Σπύρο και τον Χρήστο από τους Septic Flesh προσπαθώντας να βγάλουμε ήχο. Ψάχναμε να βρούμε πώς βγαίνει ο σκανδιναβικός ήχος βάζοντας τις κιθάρες ακόμα και σε ενισχυτή μπάσου. Τελικά αυτό που κάναμε όλοι με κοινή προσπάθεια είναι να βγάλουμε βαρύ ήχο βάζοντας πολλά layer κιθάρων με μελωδίες ώστε να γεμίσει η παραγωγή. Αυτό το άκουσαν έξω και είπαν «This is the greek sound». Μ’ αυτό τον τρόπο η ελληνική death/black σκηνή απογειώθηκε. Φυσικά ήμασταν ταγμένοι σε αυτό που κάναμε. Μιλάμε για μια εποχή που για να βγεις σε περιοδεία έπρεπε να πάρεις visa. Δυστυχώς τότε στη χώρα μας δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο καλλιτέχνης δεν αναπαράγει μόνο αλλά δημιουργεί και δικαίωμα στη δημιουργία έχουν όλοι. Στην Ελλάδα δυστυχώς ακυρώνουμε πράξεις που κάνει ο καθένας δίπλα μας μόνο και μόνο για να τον μειώσουμε. Είναι αυτό που λέμε «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα».

Πιστεύεις ότι ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει η «Αγία Τριάδα» της ελληνικής σκηνής με τους Nightfall, τους Rotting Christ και τους Septic Flesh;
Η αλήθεια είναι ότι εμείς οι τρεις φάγαμε πολλά σκατά για να ξεκινήσουμε τη φάση. Είναι ευχή και κατάρα ότι η ελληνική σκηνή ζει ακόμα από αυτό το πράγμα. Εκείνη την εποχή προσφέραμε κάτι που ο κόσμος δεν το είχε. Όλοι προσπαθούσαν τότε να παίξουν σαν τα είδωλα τους. Η Ελλάδα, όταν εμείς ξεκινούσαμε είχε πάρα πολύ καλούς μουσικούς στο heavy metal, όλοι όμως έπεφταν στην παγίδα να ακούγονται σαν το είδωλο τους. Ο ένας σαν τον Blackmore, ο άλλος σαν τον Malsmteen κτλ. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κανένας από αυτούς γιατί ας πούμε ο Άγγλος να ακούσει τον Έλληνα Blackmore και όχι τον αυθεντικό. Άσε που στις συναυλίες παίζανε όλοι διασκευές. Θέλω να ελπίζω ότι τώρα τα παιδιά που είναι 19-20 χρονών κάτι θα κάνουν. Έχουν λόγους να φωνάξουν όπως είχαμε και εμείς τότε…

karadimasfinal

Αντί επιδόρπιου…

Ο καλύτερος δίσκος που άκουσες φέτος (σ.σ το 2015);
Μου άρεσε πολύ το άλμπουμ των Editors αν και ακούω παλιότερα άλμπουμ συνήθως. Κάπου εκεί πήραμε το κινητό του Ευθύμη και κάναμε μια περιήγηση στο playlist του. Black Sabbath, Carcass, Metallica, Ian Brown, Ghost, Paradise Lost, Slayer, Def Leppard και πολλά άλλα με τα περισσότερα να είναι album των 80s και των 90s.

Το «Meliora» των Ghost;
Δεν μου άρεσε καθόλου. Το τελευταίο τους άλμπουμ μου θυμίζει ένα συνδυασμό των Blue Oyster Cult και του Ian Brown. Ο τραγουδιστής τους έχει πάρει την τεχνοτροπία των φωνητικών όλης της indie σκηνής του Manchester.

Το «Plague Within» των Paradise Lost;
Όχι. Είναι πολύ λυπηρό γιατί αυτή η μπάντα δεν είναι ρομαντική αλλά υπάρχει για τα προς το ζην. Πήγε να κάνει μια αλλαγή, να γίνουν πιο Depeche Mode, τους έκραξε ο κόσμος και τώρα προσποιούνται ότι γυρίζουν στις death ρίζες τους. Φαίνεται ότι ούτε αυτό είναι που θέλουν να κάνουν πραγματικά. Το βλέπεις όταν παίζουν live. Βαριούνται…

R NEWS TEAM
ROCK YOUR LIFE NEWS TEAM - THE ROCK DAILY POST